ك
إصحاح
G5099
G5100. tìs
G5101
المعنى المختصر للكلمة
tìs: some or any person or object
اللفظ الأصلي τὶς
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق tìs (tis)
تكرار الورود في الكتاب 446 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها

an enclitic indefinite pronoun;

المعنى والشرح المفصل

some or any person or object

الإنجليزية — KJV Translation Tags
a (kind of) any (man, thing, thing at all) certain (thing) divers he (every) man one (X thing) ought + partly some (man, -body, - thing, -what) (+ that no-)thing what(-soever) X wherewith whom(-soever) whose(-soever)

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

τις (162×) τι (56×) τινες (46×) τινὲς (11×) τινος (11×) τινα (11×) ἄνθρωπός ; τις (7×) τινας (6×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (446 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
وَأَمَّا قَوْمٌ مِنْهُمْ فَمَضَوْا إِلَى الْفَرِّيسِيِّينَ وَقَالُوا لَهُمْ عَمَّا فَعَلَ يَسُوعُ.
δὲ τινὲς ἐξ ; αὐτῶν ἀπῆλθον πρὸς τοὺς ; Φαρισαίους εἶπαν ; καὶ αὐτοῖς ἃ ἐποίησεν ὁ ; Ἰησοῦς.¶
فَقَالَ لَهُمْ وَاحِدٌ مِنْهُمْ، وَهُوَ قَيَافَا، كَانَ رَئِيسًا لِلْكَهَنَةِ فِي تِلْكَ السَّنَةِ: أَنْتُمْ لَسْتُمْ تَعْرِفُونَ شَيْئًا،
δέ ; εἶπεν αὐτοῖς· Εἷς ; τις ἐξ ; αὐτῶν Καϊάφας, ὢν ἀρχιερεὺς τοῦ ἐκείνου, ἐνιαυτοῦ ὑμεῖς οὐκ οἴδατε οὐδέν,
وَكَانَ أَيْضًا رُؤَسَاءُ الْكَهَنَةِ وَالْفَرِّيسِيُّونَ قَدْ أَصْدَرُوا أَمْرًا أَنَّهُ إِنْ عَرَفَ أَحَدٌ أَيْنَ هُوَ فَلْيَدُلَّ عَلَيْهِ، لِكَيْ يُمْسِكُوهُ.
δὲ καὶ οἱ ; ἀρχιερεῖς καὶ ; οἱ ; Φαρισαῖοι δεδώκεισαν ἐντολήν ἵνα ἐάν γνῷ τις ποῦ ἐστιν μηνύσῃ, ὅπως πιάσωσιν ; αὐτόν.¶
وَكَانَ أُنَاسٌ يُونَانِيُّونَ مِنَ الَّذِينَ صَعِدُوا لِيَسْجُدُوا فِي الْعِيدِ.
Ἦσαν ; δὲ τινες Ἕλληνές ἐκ ; τῶν ἀναβαινόντων ἵνα ; προσκυνήσωσιν ἐν τῇ ; ἑορτῇ.
إِنْ كَانَ أَحَدٌ يَخْدِمُنِي فَلْيَتْبَعْنِي، وَحَيْثُ أَكُونُ أَنَا هُنَاكَ أَيْضًا يَكُونُ خَادِمِي. وَإِنْ كَانَ أَحَدٌ يَخْدِمُنِي يُكْرِمُهُ الآبُ.
Ἐὰν τις ἐμοί ; διακονῇ, ἐμοὶ ; ἀκολουθείτω· καὶ ; ὅπου εἰμὶ ἐγώ, ἐκεῖ καὶ ἔσται. ὁ ; διάκονος ; ὁ ; ἐμὸς καὶ ; ἐάν τις ἐμοὶ ; διακονῇ, τιμήσει ; αὐτὸν ὁ ; πατήρ.¶
إِنْ كَانَ أَحَدٌ يَخْدِمُنِي فَلْيَتْبَعْنِي، وَحَيْثُ أَكُونُ أَنَا هُنَاكَ أَيْضًا يَكُونُ خَادِمِي. وَإِنْ كَانَ أَحَدٌ يَخْدِمُنِي يُكْرِمُهُ الآبُ.
Ἐὰν τις ἐμοί ; διακονῇ, ἐμοὶ ; ἀκολουθείτω· καὶ ; ὅπου εἰμὶ ἐγώ, ἐκεῖ καὶ ἔσται. ὁ ; διάκονος ; ὁ ; ἐμὸς καὶ ; ἐάν τις ἐμοὶ ; διακονῇ, τιμήσει ; αὐτὸν ὁ ; πατήρ.¶
وَإِنْ سَمِعَ أَحَدٌ كَلاَمِي وَلَمْ يُؤْمِنْ فَأَنَا لاَ أَدِينُهُ، لأَنِّي لَمْ آتِ لأَدِينَ الْعَالَمَ بَلْ لأُخَلِّصَ الْعَالَمَ.
καὶ ; ἐάν ἀκούσῃ τίς μου ; τῶν ; ῥημάτων καὶ ; μὴ πιστεύσῃ ἐγὼ οὐ κρίνω ; αὐτόν· γὰρ οὐ ἦλθον ἵνα ; κρίνω τὸν ; κόσμον ἀλλ᾽ ἵνα ; σώσω τὸν ; κόσμον.
اَلْحَقَّ الْحَقَّ أَقُولُ لَكُمُ: الَّذِي يَقْبَلُ مَنْ أُرْسِلُهُ يَقْبَلُنِي، وَالَّذِي يَقْبَلُنِي يَقْبَلُ الَّذِي أَرْسَلَنِي.
ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν· ὁ λαμβάνων ἐάν; τινα πέμψω, ἐμὲ ; λαμβάνει· ὁ ; δὲ ἐμὲ ; λαμβάνων, λαμβάνει τὸν πέμψαντά ; με.¶
لأَنَّ قَوْمًا، إِذْ كَانَ الصُّنْدُوقُ مَعَ يَهُوذَا، ظَنُّوا أَنَّ يَسُوعَ قَالَ لَهُ: اشْتَرِ مَا نَحْتَاجُ إِلَيْهِ لِلْعِيدِ، أَوْ أَنْ يُعْطِيَ شَيْئًا لِلْفُقَرَاءِ.
γὰρ τινὲς ἐπεὶ τὸ ; γλωσσόκομον εἶχεν ὁ ; Ἰούδας, ἐδόκουν, ὁ ; Ἰησοῦς· ὅτι ; λέγει αὐτῷ ἀγόρασον ὧν χρείαν ; ἔχομεν εἰς ; τὴν ; ἑορτήν, ἢ ἵνα δῷ. τι τοῖς ; πτωχοῖς
لأَنَّ قَوْمًا، إِذْ كَانَ الصُّنْدُوقُ مَعَ يَهُوذَا، ظَنُّوا أَنَّ يَسُوعَ قَالَ لَهُ: اشْتَرِ مَا نَحْتَاجُ إِلَيْهِ لِلْعِيدِ، أَوْ أَنْ يُعْطِيَ شَيْئًا لِلْفُقَرَاءِ.
γὰρ τινὲς ἐπεὶ τὸ ; γλωσσόκομον εἶχεν ὁ ; Ἰούδας, ἐδόκουν, ὁ ; Ἰησοῦς· ὅτι ; λέγει αὐτῷ ἀγόρασον ὧν χρείαν ; ἔχομεν εἰς ; τὴν ; ἑορτήν, ἢ ἵνα δῷ. τι τοῖς ; πτωχοῖς
إِنْ سَأَلْتُمْ شَيْئًا بِاسْمِي فَإِنِّي أَفْعَلُهُ.
ἐάν αἰτήσητέ τι ἐν ; τῷ ; ὀνόματί ; μου, ἐγὼ ποιήσω.¶
أَجَابَ يَسُوعُ وَقَالَ لَهُ: إِنْ أَحَبَّنِي أَحَدٌ يَحْفَظْ كَلاَمِي، وَيُحِبُّهُ أَبِي، وَإِلَيْهِ نَأْتِي، وَعِنْدَهُ نَصْنَعُ مَنْزِلاً.
Ἀπεκρίθη ὁ ; Ἰησοῦς καὶ ; εἶπεν αὐτῷ· ἐάν ἀγαπᾷ ; με, τις τηρήσει, τὸν ; λόγον ; μου καὶ ; ἀγαπήσει ; αὐτόν, ὁ ; πατήρ ; μου καὶ ; πρὸς ; αὐτὸν ἐλευσόμεθα καὶ ; παρ᾽ ; αὐτῷ ποιήσομεν μονὴν
إِنْ كَانَ أَحَدٌ لاَ يَثْبُتُ فِيَّ يُطْرَحُ خَارِجًا كَالْغُصْنِ، فَيَجِفُّ وَيَجْمَعُونَهُ وَيَطْرَحُونَهُ فِي النَّارِ، فَيَحْتَرِقُ.
ἐὰν τις μή μείνῃ ἐν ; ἐμοί, ἐβλήθη ἔξω ὡς ; τὸ ; κλῆμα καὶ ; ἐξηράνθη, καὶ ; συνάγουσιν ; αὐτὰ καὶ ; βάλλουσιν, εἰς τὸ ; πῦρ καὶ ; καίεται.
لَيْسَ لأَحَدٍ حُبٌّ أَعْظَمُ مِنْ هذَا: أَنْ يَضَعَ أَحَدٌ نَفْسَهُ لأَجْلِ أَحِبَّائِهِ.
οὐδεὶς ; ἔχει ἀγάπην μείζονα ταύτης ἵνα ; θῇ τις τὴν ; ψυχὴν ; αὐτοῦ ὑπὲρ τῶν ; φίλων ; αὐτοῦ.
اَلآنَ نَعْلَمُ أَنَّكَ عَالِمٌ بِكُلِّ شَيْءٍ، وَلَسْتَ تَحْتَاجُ أَنْ يَسْأَلَكَ أَحَدٌ. لِهذَا نُؤْمِنُ أَنَّكَ مِنَ اللهِ خَرَجْتَ.
νῦν οἴδαμεν ὅτι οἶδας πάντα καὶ ; οὐ χρείαν ; ἔχεις σε ; ἐρωτᾷ. ; ἵνα τίς ἐν ; τούτῳ πιστεύομεν ὅτι ἀπὸ θεοῦ ἐξῆλθες.
مَنْ غَفَرْتُمْ خَطَايَاهُ تُغْفَرُ لَهُ، وَمَنْ أَمْسَكْتُمْ أُمْسِكَتْ.
ἄν ; τινων ἀφῆτε τὰς ; ἁμαρτίας, ἀφιένται αὐτοῖς· ἄν ; τινων κρατῆτε, κεκράτηνται.¶
مَنْ غَفَرْتُمْ خَطَايَاهُ تُغْفَرُ لَهُ، وَمَنْ أَمْسَكْتُمْ أُمْسِكَتْ.
ἄν ; τινων ἀφῆτε τὰς ; ἁμαρτίας, ἀφιένται αὐτοῖς· ἄν ; τινων κρατῆτε, κεκράτηνται.¶
وَالأَمْلاَكُ وَالْمُقْتَنَيَاتُ كَانُوا يَبِيعُونَهَا وَيَقْسِمُونَهَا بَيْنَ الْجَمِيعِ، كَمَا يَكُونُ لِكُلِّ وَاحِدٍ احْتِيَاجٌ.
καὶ ; τὰ ; κτήματα καὶ ; τὰς ; ὑπάρξεις ἐπίπρασκον διεμέριζον ; αὐτὰ ; καὶ πᾶσιν καθότι ἄν εἶχεν· τις χρείαν
فَلاَحَظَهُمَا مُنْتَظِرًا أَنْ يَأْخُذَ مِنْهُمَا شَيْئًا.
ὁ ; δὲ ; ἐπεῖχεν ; αὐτοῖς προσδοκῶν λαβεῖν.¶ παρ᾽ ; αὐτῶν τι
وَكَانَ لِجُمْهُورِ الَّذِينَ آمَنُوا قَلْبٌ وَنَفْسٌ وَاحِدَةٌ، وَلَمْ يَكُنْ أَحَدٌ يَقُولُ إِنَّ شَيْئًا مِنْ أَمْوَالِهِ لَهُ، بَلْ كَانَ عِنْدَهُمْ كُلُّ شَيْءٍ مُشْتَرَكًا.
δὲ ; ἦν Τοῦ ; πλήθους τῶν πιστευσάντων ἡ ; καρδία καὶ ; ἡ ; ψυχὴ μία· καὶ ; οὐδὲ εἷς ἔλεγεν τι τῶν ; ὑπαρχόντων ; αὐτῶν ἴδιον ; εἶναι, ἀλλ᾽ ἦν αὐτοῖς ἅπαντα κοινά.
إِذْ لَمْ يَكُنْ فِيهِمْ أَحَدٌ مُحْتَاجًا، لأَنَّ كُلَّ الَّذِينَ كَانُوا أَصْحَابَ حُقُول أَوْ بُيُوتٍ كَانُوا يَبِيعُونَهَا، وَيَأْتُونَ بِأَثْمَانِ الْمَبِيعَاتِ،
οὐδὲ ; γὰρ ὑπῇρχεν ἐν ; αὐτοῖς· τις ἐνδεής γὰρ ὅσοι κτήτορες χωρίων ἢ οἰκιῶν ὑπῆρχον πωλοῦντες ἔφερον τὰς ; τιμὰς τῶν ; πιπρασκομένων
وَيَضَعُونَهَا عِنْدَ أَرْجُلِ الرُّسُلِ، فَكَانَ يُوزَّعُ عَلَى كُلِّ أَحَدٍ كَمَا يَكُونُ لَهُ احْتِيَاجٌ.
ἐτίθουν ; καὶ παρὰ τοὺς ; πόδας τῶν ; ἀποστόλων, δὲ διεδίδετο ἑκάστῳ τις καθότι ἄν εἶχεν.¶ χρείαν
وَرَجُلٌ اسْمُهُ حَنَانِيَّا، وَامْرَأَتُهُ سَفِّيرَةُ، بَاعَ مُلْكًا
Ἀνὴρ ; δέ ; τις ὀνόματι Ἁνανίας σὺν ; τῇ ; γυναικὶ ; αὐτοῦ Σαπφίρῃ ἐπώλησεν κτῆμα
وَاخْتَلَسَ مِنَ الثَّمَنِ، وَامْرَأَتُهُ لَهَا خَبَرُ ذلِكَ، وَأَتَى بِجُزْءٍ وَوَضَعَهُ عِنْدَ أَرْجُلِ الرُّسُلِ.
καὶ ; ἐνοσφίσατο ἀπὸ τῆς ; τιμῆς, καὶ ; τῆς ; γυναικός ; αὐτοῦ, συνειδυίης ἐνέγκας μέρος ; τι ἔθηκεν.¶ παρὰ πόδας ; τοὺς τῶν ; ἀποστόλων
ثُمَّ جَاءَ وَاحِدٌ وَأَخْبَرَهُمْ قَائِلاً: هُوَذَا الرِّجَالُ الَّذِينَ وَضَعْتُمُوهُمْ فِي السِّجْنِ هُمْ فِي الْهَيْكَلِ وَاقِفِينَ يُعَلِّمُونَ الشَّعْبَ..
παραγενόμενος ; δέ τις ἀπήγγειλεν ; αὐτοῖς λέγων ὅτι ; ἰδοὺ οἱ ; ἄνδρες οὓς ἔθεσθε ἐν τῇ ; φυλακῇ, εἰσὶν ἐν τῷ ; ἱερῷ ἑστῶτες καὶ ; διδάσκοντες λαόν.¶
فَقَامَ فِي الْمَجْمَعِ رَجُلٌ فَرِّيسِيٌّ اسْمُهُ غَمَالاَئِيلُ، مُعَلِّمٌ لِلنَّامُوسِ، مُكَرَّمٌ عِنْدَ جَمِيعِ الشَّعْبِ، وَأَمَرَ أَنْ يُخْرَجَ الرُّسُلُ قَلِيلاً.
Ἀναστὰς ; δέ ἐν τῷ ; συνεδρίῳ τις Φαρισαῖος ὀνόματι Γαμαλιήλ, νομοδιδάσκαλος τίμιος παντὶ τῷ ; λαῷ, ἐκέλευσεν ποιῆσαι, ; ἔξω τοὺς ; ἀποστόλους βραχὺ
لأَنَّهُ قَبْلَ هذِهِ الأَيَّامِ قَامَ ثُودَاسُ قَائِلاً عَنْ نَفْسِهِ إِنَّهُ شَيْءٌ، الَّذِي الْتَصَقَ بِهِ عَدَدٌ مِنَ الرِّجَالِ نَحْوُ أَرْبَعِمِئَةٍ، الَّذِي قُتِلَ، وَجَمِيعُ الَّذِينَ انْقَادُوا إِلَيْهِ تَبَدَّدُوا وَصَارُوا لاَ شَيْءَ.
γὰρ πρὸ τούτων τῶν ; ἡμερῶν ἀνέστη Θευδᾶς λέγων ἑαυτόν, εἶναί τινα ᾧ προσεκολλήθη ἀριθμὸς ἀνδρῶν ὡσεὶ τετρακοσίων· ὃς ἀνῃρέθη, καὶ ; πάντες ὅσοι ἐπείθοντο αὐτῷ διελύθησαν καὶ ; ἐγένοντο εἰς ; οὐδέν.
فَنَهَضَ قَوْمٌ مِنَ الْمَجْمَعِ الَّذِي يُقَالُ لَهُ مَجْمَعُ اللِّيبَرْتِينِيِّينَ وَالْقَيْرَوَانِيِّينَ وَالإِسْكَنْدَرِيِّينَ، وَمِنَ الَّذِينَ مِنْ كِيلِيكِيَّا وَأَسِيَّا، يُحَاوِرُونَ اسْتِفَانُوسَ.
ἀνέστησαν ; δέ τινες τῶν ; ἐκ τῆς ; συναγωγῆς τῆς λεγομένης Λιβερτίνων καὶ ; Κυρηναίων καὶ ; Ἀλεξανδρέων καὶ τῶν ἀπὸ Κιλικίας καὶ ; Ἀσίας, συζητοῦντες τῷ ; Στεφάνῳ·
وَإِذْ رَأَى وَاحِدًا مَظْلُومًا حَامَى وَأَنْصَفَ الْمَغْلُوبَ، إِذْ قَتَلَ الْمِصْرِيَّ.
καὶ ; ἰδών τινα ἀδικούμενον ἠμύνατο καὶ ; ἐποίησεν ; ἐκδίκησιν τῷ ; καταπονουμένῳ πατάξας Αἰγύπτιον. ; τὸν
وَكَانَ قَبْلاً فِي الْمَدِينَةِ رَجُلٌ اسْمُهُ سِيمُونُ، يَسْتَعْمِلُ السِّحْرَ وَيُدْهِشُ شَعْبَ السَّامِرَةِ، قِائِلاً إِنَّهُ شَيْءٌ عَظِيمٌ..
δέ ; προϋπῆρχεν ἐν τῇ ; πόλει Ἀνὴρ ; τις ὀνόματι Σίμων μαγεύων καὶ ; ἐξιστάνων τὸ ; ἔθνος τῆς ; Σαμαρείας λέγων εἶναί ; τινα ; ἑαυτὸν μέγαν·