ك
إصحاح
G5099
G5100. tìs
G5101
المعنى المختصر للكلمة
tìs: some or any person or object
اللفظ الأصلي τὶς
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق tìs (tis)
تكرار الورود في الكتاب 446 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها

an enclitic indefinite pronoun;

المعنى والشرح المفصل

some or any person or object

الإنجليزية — KJV Translation Tags
a (kind of) any (man, thing, thing at all) certain (thing) divers he (every) man one (X thing) ought + partly some (man, -body, - thing, -what) (+ that no-)thing what(-soever) X wherewith whom(-soever) whose(-soever)

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

τις (162×) τι (56×) τινες (46×) τινὲς (11×) τινος (11×) τινα (11×) ἄνθρωπός ; τις (7×) τινας (6×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (446 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
وَلَمَّا تَجَاوَزْنَاهَا بِالْجَهْدِ جِئْنَا إِلَى مَكَانٍ يُقَالُ لَهُ الْمَوَانِي الْحَسَنَةُ الَّتِي بِقُرْبِهَا مَدِينَةُ لَسَائِيَةَ.
τε παραλεγόμενοι ; αὐτὴν μόλις ἤλθομεν εἰς τόπον ; τινὰ καλούμενον λιμένας, Καλοὺς ᾧ ; ἦν ἐγγὺς πόλις Λασαία.
فَجَرَيْنَا تَحْتَ جَزِيرَةٍ يُقَالُ لَهَا كَلَوْدِي وَبِالْجَهْدِ قَدِرْنَا أَنْ نَمْلِكَ الْقَارِبَ.
δέ ; ὑποδραμόντες νησίον ; τι καλούμενον Κλαύδην μόλις ἰσχύσαμεν περικρατεῖς ; γενέσθαι τῆς ; σκάφης,
وَلَمَّا صَارَ النَّهَارُ لَمْ يَكُونُوا يَعْرِفُونَ الأَرْضَ، وَلكِنَّهُمْ أَبْصَرُوا خَلِيجًا لَهُ شَاطِئٌ، فَأَجْمَعُوا أَنْ يَدْفَعُوا إِلَيْهِ السَّفِينَةَ إِنْ أَمْكَنَهُمْ.
ὅτε ; δὲ ἐγένετο, ἡμέρα οὐκ ἐπεγίνωσκον, τὴν ; γῆν δέ κατενόουν κόλπον ; τινα ἔχοντα αἰγιαλόν, ἐβουλεύσαντο εἰ ἐξῶσαι εἰς ; ὃν τὸ ; πλοῖον. δύναιντο,
فَكَانَ رَأْيُ الْعَسْكَرِ أَنْ يَقْتُلُوا الأَسْرَى لِئَلاَّ يَسْبَحَ أَحَدٌ مِنْهُمْ فَيَهْرُبَ.
δὲ ; ἐγένετο βουλὴ τῶν ; στρατιωτῶν ἵνα ἀποκτείνωσιν, τοὺς ; δεσμώτας μή ἐκκολυμβήσας τις διαφύγοι
وَالْبَاقِينَ بَعْضُهُمْ عَلَى أَلْوَاحٍ وَبَعْضُهُمْ عَلَى قِطَعٍ مِنَ السَّفِينَةِ. فَهكَذَا حَدَثَ أَنَّ الْجَمِيعَ نَجَوْا إِلَى الْبَرِّ.
καὶ ; τοὺς ; λοιποὺς οὓς ; μὲν ἐπὶ σανίσιν, οὓς ; δὲ ἐπί τινων ἀπὸ τοῦ ; πλοίου. καὶ ; οὕτως ἐγένετο πάντας διασωθῆναι ἐπὶ τὴν ; γῆν.
وَلكِنْ لَمَّا قَاوَمَ الْيَهُودُ، اضْطُرِرْتُ أَنْ أَرْفَعَ دَعْوَايَ إِلَى قَيْصَرَ، لَيْسَ كَأَنَّ لِي شَيْئًا لأَشْتَكِيَ بِهِ عَلَى أُمَّتِي.
δὲ ἀντιλεγόντων τῶν ; Ἰουδαίων ἠναγκάσθην ἐπικαλέσασθαι Καίσαρα οὐχ ὡς ἔχων τι κατηγορῆσαι τοῦ ; ἔθνους ; μου
فَقَالُوا لَهُ: نَحْنُ لَمْ نَقْبَلْ كِتَابَاتٍ فِيكَ مِنَ الْيَهُودِيَّةِ، وَلاَ أَحَدٌ مِنَ الإِخْوَةِ جَاءَ فَأَخْبَرَنَا أَوْ تَكَلَّمَ عَنْكَ بِشَيْءٍ رَدِيٍّ.
δὲ ; εἶπαν· πρὸς ; αὐτὸν ἡμεῖς οὔτε ἐδεξάμεθα γράμματα περὶ ; σοῦ ἀπὸ τῆς ; Ἰουδαίας, οὔτε τις τῶν ; ἀδελφῶν παραγενόμενός ἀπήγγειλεν ἢ ἐλάλησέν περὶ ; σοῦ τι πονηρόν.
فَقَالُوا لَهُ: نَحْنُ لَمْ نَقْبَلْ كِتَابَاتٍ فِيكَ مِنَ الْيَهُودِيَّةِ، وَلاَ أَحَدٌ مِنَ الإِخْوَةِ جَاءَ فَأَخْبَرَنَا أَوْ تَكَلَّمَ عَنْكَ بِشَيْءٍ رَدِيٍّ.
δὲ ; εἶπαν· πρὸς ; αὐτὸν ἡμεῖς οὔτε ἐδεξάμεθα γράμματα περὶ ; σοῦ ἀπὸ τῆς ; Ἰουδαίας, οὔτε τις τῶν ; ἀδελφῶν παραγενόμενός ἀπήγγειλεν ἢ ἐλάλησέν περὶ ; σοῦ τι πονηρόν.
فَمَاذَا إِنْ كَانَ قَوْمٌ لَمْ يَكُونُوا أُمَنَاءَ. أَفَلَعَلَّ عَدَمَ أَمَانَتِهِمْ يُبْطِلُ أَمَانَةَ اللهِ.
τί γὰρ ; εἰ τινες; ἠπίστησάν μὴ ἡ ; ἀπιστία ; αὐτῶν καταργήσει; τὴν ; πίστιν τοῦ ; θεοῦ
أَمَا كَمَا يُفْتَرَى عَلَيْنَا، وَكَمَا يَزْعُمُ قَوْمٌ أَنَّنَا نَقُولُ: لِنَفْعَلِ السَّيِّآتِ لِكَيْ تَأْتِيَ الْخَيْرَاتُ. الَّذِينَ دَيْنُونَتُهُمْ عَادِلَةٌ.
καὶ ; μὴ καθὼς βλασφημούμεθα καὶ ; καθώς φασίν τινες ἡμᾶς λέγειν ποιήσωμεν τὰ ; κακὰ ἵνα ἔλθῃ τὰ ; ἀγαθά; ὧν τὸ ; κρίμα ἔνδικόν ; ἐστιν.¶
فَإِنَّهُ بِالْجَهْدِ يَمُوتُ أَحَدٌ لأَجْلِ بَارّ. رُبَّمَا لأَجْلِ الصَّالِحِ يَجْسُرُ أَحَدٌ أَيْضًا أَنْ يَمُوتَ.
γὰρ μόλις ἀποθανεῖται, τις ὑπὲρ δικαίου τάχα ὑπὲρ τοῦ ; ἀγαθοῦ τολμᾷ τις καὶ ἀποθανεῖν·
فَإِنَّهُ بِالْجَهْدِ يَمُوتُ أَحَدٌ لأَجْلِ بَارّ. رُبَّمَا لأَجْلِ الصَّالِحِ يَجْسُرُ أَحَدٌ أَيْضًا أَنْ يَمُوتَ.
γὰρ μόλις ἀποθανεῖται, τις ὑπὲρ δικαίου τάχα ὑπὲρ τοῦ ; ἀγαθοῦ τολμᾷ τις καὶ ἀποθανεῖν·
وَأَمَّا أَنْتُمْ فَلَسْتُمْ فِي الْجَسَدِ بَلْ فِي الرُّوحِ، إِنْ كَانَ رُوحُ اللهِ سَاكِنًا فِيكُمْ. وَلكِنْ إِنْ كَانَ أَحَدٌ لَيْسَ لَهُ رُوحُ الْمَسِيحِ، فَذلِكَ لَيْسَ لَهُ.
δὲ ὑμεῖς οὐκ ; ἐστὲ ἐν σαρκὶ ἀλλ᾽ ἐν πνεύματι, εἴπερ ; εἰ πνεῦμα θεοῦ οἰκεῖ ἐν ; ὑμῖν. δέ εἰ τις οὐκ ἔχει, πνεῦμα Χριστοῦ οὗτος οὐκ ἔστιν ; αὐτοῦ.
لَعَلِّي أُغِيرُ أَنْسِبَائِي وَأُخَلِّصُ أُنَاسًا مِنْهُمْ.
εἴ ; πως παραζηλώσω μου ; τὴν ; σάρκα καὶ ; σώσω τινὰς ἐξ ; αὐτῶν.
فَإِنْ كَانَ قَدْ قُطِعَ بَعْضُ الأَغْصَانِ، وَأَنْتَ زَيْتُونَةٌ بَرِّيَّةٌ طُعِّمْتَ فِيهَا، فَصِرْتَ شَرِيكًا فِي أَصْلِ الزَّيْتُونَةِ وَدَسَمِهَا،
εἰ ; δέ ἐξεκλάσθησαν, τινες τῶν ; κλάδων σὺ ; δὲ ἀγριέλαιος ; ὢν ἐνεκεντρίσθης ἐν ; αὐτοῖς καὶ ; ἐγένου, συγκοινωνὸς τῆς ῥίζης τῆς ; ἐλαίας καὶ ; τῆς ; πιότητος
إِنِّي عَالِمٌ وَمُتَيَقِّنٌ فِي الرَّبِّ يَسُوعَ أَنْ لَيْسَ شَيْءٌ نَجِسًا بِذَاتِهِ، إِلاَّ مَنْ يَحْسِبُ شَيْئًا نَجِسًا، فَلَهُ هُوَ نَجِسٌ.
Οἶδα καὶ ; πέπεισμαι ἐν κυρίῳ Ἰησοῦ ὅτι οὐδὲν κοινὸν δι᾽ ; ἑαυτοῦ, εἰ ; μὴ τῷ λογιζομένῳ τι κοινὸν ; εἶναι, ἐκείνῳ κοινόν·
لأَنِّي لاَ أَجْسُرُ أَنْ أَتَكَلَّمَ عَنْ شَيْءٍ مِمَّا لَمْ يَفْعَلْهُ الْمَسِيحُ بِوَاسِطَتِي لأَجْلِ إِطَاعَةِ الأُمَمِ، بِالْقَوْلِ وَالْفِعْلِ،
γὰρ οὐ τολμήσω λαλεῖν τι ὧν οὐ κατειργάσατο Χριστὸς δι᾽ ; ἐμοῦ εἰς ὑπακοὴν ἐθνῶν λόγῳ καὶ ; ἔργῳ,
لأَنَّ أَهْلَ مَكِدُونِيَّةَ وَأَخَائِيَةَ اسْتَحْسَنُوا أَنْ يَصْنَعُوا تَوْزِيعًا لِفُقَرَاءِ الْقِدِّيسِينَ الَّذِينَ فِي أُورُشَلِيمَ.
γὰρ Μακεδονία καὶ ; Ἀχαΐα εὐδόκησαν ποιήσασθαι κοινωνίαν ; τινὰ εἰς ; τοὺς ; πτωχοὺς τῶν ; ἁγίων τῶν ἐν Ἰερουσαλήμ·
حَتَّى لاَ يَقُولَ أَحَدٌ إِنِّي عَمَّدْتُ بِاسْمِي.
ἵνα μή εἴπῃ τις ὅτι ἐβάπτισα εἰς ; τὸ ; ἐμὸν ; ὄνομα
وَعَمَّدْتُ أَيْضًا بَيْتَ اسْتِفَانُوسَ. عَدَا ذلِكَ لَسْتُ أَعْلَمُ هَلْ عَمَّدْتُ أَحَدًا آخَرَ،
ἐβάπτισα ; δὲ καὶ οἶκον· τὸν ; Στεφανᾶ λοιπὸν οὐκ οἶδα εἴ ἐβάπτισα. τινα ἄλλον
لأَنِّي لَمْ أَعْزِمْ أَنْ أَعْرِفَ شَيْئًا بَيْنَكُمْ إلاَّ يَسُوعَ الْمَسِيحَ وَإِيَّاهُ مَصْلُوبًا.
γὰρ οὐ ἔκρινά εἰδέναι τοῦ ; τι ἐν ; ὑμῖν εἰ ; μὴ Ἰησοῦν Χριστὸν καὶ ; τοῦτον ἐσταυρωμένον.
لأَنَّهُ مَتَى قَالَ وَاحِدٌ: أَنَا لِبُولُسَ وَآخَرُ: أَنَا لأَبُلُّوسَ أَفَلَسْتُمْ جَسَدِيِّينَ.
γὰρ ὅταν λέγῃ τις· ἐγὼ ; μέν ; εἰμι Παύλου, ἕτερος ; δὲ ἐγὼ Ἀπολλῶ, οὐχὶ; ἐστε;¶ σαρκικοί
إِذًا لَيْسَ الْغَارِسُ شَيْئًا وَلاَ السَّاقِي، بَلِ اللهُ الَّذِي يُنْمِي.
ὥστε οὔτε ὁ ; φυτεύων ἐστίν ; τι οὔτε ὁ ; ποτίζων, ἀλλ᾽ θεός· ὁ αὐξάνων
وَلكِنْ إِنْ كَانَ أَحَدُ يَبْنِي عَلَى هذَا الأَسَاسِ: ذَهَبًا، فِضَّةً، حِجَارَةً كَرِيمَةً، خَشَبًا، عُشْبًا، قَشًّا،
δέ εἰ τις ἐποικοδομεῖ ἐπὶ τοῦτον τὸν ; θεμέλιον χρυσόν, ἄργυρον, λίθους τιμίους, ξύλα, χόρτον, καλάμην,
إِنْ بَقِيَ عَمَلُ أَحَدٍ قَدْ بَنَاهُ عَلَيْهِ فَسَيَأْخُذُ أُجْرَةً.
εἴ μενεῖ τὸ ; ἔργον τινος ὃ ; ἐποικοδόμησεν, λήμψεται· μισθὸν
إِنِ احْتَرَقَ عَمَلُ أَحَدٍ فَسَيَخْسَرُ، وَأَمَّا هُوَ فَسَيَخْلُصُ، وَلكِنْ كَمَا بِنَارٍ.
εἴ κατακαήσεται, τὸ ; ἔργον τινος ζημιωθήσεται, δὲ αὐτὸς σωθήσεται οὕτως ; δὲ ὡς διὰ ; πυρός.¶
إِنْ كَانَ أَحَدٌ يُفْسِدُ هَيْكَلَ اللهِ فَسَيُفْسِدُهُ اللهُ، لأَنَّ هَيْكَلَ اللهِ مُقَدَّسٌ الَّذِي أَنْتُمْ هُوَ.
εἴ τις φθείρει, τὸν ; ναὸν τοῦ ; θεοῦ φθερεῖ ; τοῦτον ὁ ; θεός· γὰρ ὁ ; ναὸς τοῦ ; θεοῦ ἅγιός ; ἐστιν, οἵτινές ὑμεῖς.¶ ἐστε
لاَ يَخْدَعَنَّ أَحَدٌ نَفْسَهُ. إِنْ كَانَ أَحَدٌ يَظُنُّ أَنَّهُ حَكِيمٌ بَيْنَكُمْ فِي هذَا الدَّهْرِ، فَلْيَصِرْ جَاهِلاً لِكَيْ يَصِيرَ حَكِيمًا.
Μηδεὶς ; ἐξαπατάτω· ἑαυτὸν εἴ τις δοκεῖ σοφὸς ; εἶναι ἐν ; ὑμῖν ἐν τούτῳ, τῷ ; αἰῶνι γενέσθω μωρὸς ἵνα γένηται σοφός.
ثُمَّ يُسْأَلُ فِي الْوُكَلاَءِ لِكَيْ يُوجَدَ الإِنْسَانُ أَمِينًا.
Ὃ δὲ; λοιπὸν ζητεῖται ἐν τοῖς ; οἰκονόμοις ἵνα εὑρεθῇ. τις πιστός
إِذًا لاَ تَحْكُمُوا فِي شَيْءٍ قَبْلَ الْوَقْتِ، حَتَّى يَأْتِيَ الرَّبُّ الَّذِي سَيُنِيرُ خَفَايَا الظَّلاَمِ وَيُظْهِرُ آرَاءَ الْقُلُوبِ. وَحِينَئِذٍ يَكُونُ الْمَدْحُ لِكُلِّ وَاحِدٍ مِنَ اللهِ.
ὥστε μὴ κρίνετε τι πρὸ καιροῦ ἂν ; ἕως ἔλθῃ ὁ ; κύριος, ὃς φωτίσει τὰ ; κρυπτὰ τοῦ ; σκότους καὶ ; φανερώσει τὰς ; βουλὰς τῶν ; καρδιῶν· καὶ ; τότε γενήσεται ὁ ; ἔπαινος ἑκάστῳ ἀπὸ τοῦ ; θεοῦ.¶