ك
إصحاح
G5099
G5100. tìs
G5101
المعنى المختصر للكلمة
tìs: some or any person or object
اللفظ الأصلي τὶς
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق tìs (tis)
تكرار الورود في الكتاب 446 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها

an enclitic indefinite pronoun;

المعنى والشرح المفصل

some or any person or object

الإنجليزية — KJV Translation Tags
a (kind of) any (man, thing, thing at all) certain (thing) divers he (every) man one (X thing) ought + partly some (man, -body, - thing, -what) (+ that no-)thing what(-soever) X wherewith whom(-soever) whose(-soever)

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

τις (162×) τι (56×) τινες (46×) τινὲς (11×) τινος (11×) τινα (11×) ἄνθρωπός ; τις (7×) τινας (6×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (446 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
وَمَضَى قَوْمٌ مِنَ الَّذِينَ مَعَنَا إِلَى الْقَبْرِ، فَوَجَدُوا هكَذَا كَمَا قَالَتْ أَيْضًا النِّسَاءُ، وَأَمَّا هُوَ فَلَمْ يَرَوْهُ.
καὶ ; ἀπῆλθόν τινες τῶν σὺν ; ἡμῖν ἐπὶ τὸ ; μνημεῖον καὶ ; εὗρον οὕτως καθὼς εἶπον, καὶ αἱ ; γυναῖκες δὲ αὐτὸν οὐκ εἶδον.¶
فَقَالَ لَهُ نَثَنَائِيلُ: أَمِنَ النَّاصِرَةِ يُمْكِنُ أَنْ يَكُونَ شَيْءٌ صَالِحٌ. قَالَ لَهُ فِيلُبُّسُ: تَعَالَ وَانْظُرْ.
καὶ ; εἶπεν αὐτῷ Ναθαναήλ· ἐκ Ναζαρὲτ δύναταί εἶναι; τι ἀγαθὸν λέγει αὐτῷ Φίλιππος· ἔρχου καὶ ; ἴδε.¶
وَلأَنَّهُ لَمْ يَكُنْ مُحْتَاجًا أَنْ يَشْهَدَ أَحَدٌ عَنِ الإِنْسَانِ، لأَنَّهُ عَلِمَ مَا كَانَ فِي الإِنْسَانِ.
καὶ ; ὅτι οὐ εἶχεν χρείαν ἵνα μαρτυρήσῃ τις περὶ τοῦ ; ἀνθρώπου· γὰρ αὐτὸς ; ἐγίνωσκεν τί ἦν ἐν τῷ ; ἀνθρώπῳ.¶
أَجَابَ يَسُوعُ وَقَالَ لَهُ: الْحَقَّ الْحَقَّ أَقُولُ لَكَ: إِنْ كَانَ أَحَدٌ لاَ يُولَدُ مِنْ فَوْقُ لاَ يَقْدِرُ أَنْ يَرَى مَلَكُوتَ اللهِ.
Ἀπεκρίθη ὁ ; Ἰησοῦς καὶ ; εἶπεν αὐτῷ· ἀμὴν ἀμὴν λέγω σοι· ἐὰν τις μή γεννηθῇ ἄνωθεν, οὐ δύναται ἰδεῖν τὴν ; βασιλείαν τοῦ ; θεοῦ.¶
أَجَابَ يَسُوعُ: الْحَقَّ الْحَقَّ أَقُولُ لَكَ: إِنْ كَانَ أَحَدٌ لاَ يُولَدُ مِنَ الْمَاءِ وَالرُّوحِ لاَ يَقْدِرُ أَنْ يَدْخُلَ مَلَكُوتَ اللهِ.
Ἀπεκρίθη ὁ ; Ἰησοῦς· ἀμὴν ἀμὴν λέγω σοι, ἐὰν τις μή γεννηθῇ ἐξ ὕδατος καὶ ; πνεύματος, οὐ δύναται εἰσελθεῖν εἰς ; τὴν ; βασιλείαν τοῦ ; θεοῦ.¶
فَقَالَ التَّلاَمِيذُ بَعْضُهُمْ لِبَعْضٍ: أَلَعَلَّ أَحَدًا أَتَاهُ بِشَيْءٍ لِيَأْكُلَ.
ἔλεγον ; οὖν οἱ ; μαθηταὶ πρὸς ; ἀλλήλους· μή τις ἤνεγκεν ; αὐτῷ φαγεῖν;
أَجَابَهُ فِيلُبُّسُ: لاَ يَكْفِيهِمْ خُبْزٌ بِمِئَتَيْ دِينَارٍ لِيَأْخُذَ كُلُّ وَاحِدٍ مِنْهُمْ شَيْئًا يَسِيرًا.
ἀπεκρίθη ; αὐτῷ Φίλιππος· οὐκ ἀρκοῦσιν ἄρτοι διακοσίων δηναρίων λάβῃ.¶ ἕκαστος αὐτῶν τι βραχύ
فَلَمَّا شَبِعُوا، قَالَ لِتَلاَمِيذِهِ: اجْمَعُوا الْكِسَرَ الْفَاضِلَةَ لِكَيْ لاَ يَضِيعَ شَيْءٌ.
δὲ ; ὡς ἐνεπλήσθησαν λέγει τοῖς ; μαθηταῖς ; αὐτοῦ· συναγάγετε τὰ ; κλάσματα περισσεύσαντα ἵνα μή ἀπόληται. τι
لَيْسَ أَنَّ أَحَدًا رَأَى الآبَ إِلاَّ الَّذِي مِنَ اللهِ. هذَا قَدْ رَأَى الآبَ.
οὐχ ὅτι τις ἑώρακέν τὸν ; πατέρα εἰ ; μὴ ὁ ὢν ; παρὰ τοῦ ; θεοῦ, οὗτος ἑώρακεν τὸν ; πατέρα.¶
هذَا هُوَ الْخُبْزُ النَّازِلُ مِنَ السَّمَاءِ، لِكَيْ يَأْكُلَ مِنْهُ الإِنْسَانُ وَلاَ يَمُوتَ.
οὗτός ἐστιν ὁ ; ἄρτος ὁ ; καταβαίνων, ἐκ τοῦ ; οὐρανοῦ ἵνα φάγῃ ἐξ ; αὐτοῦ τις καὶ ; μὴ ἀποθάνῃ.¶
أَنَا هُوَ الْخُبْزُ الْحَيُّ الَّذِي نَزَلَ مِنَ السَّمَاءِ. إِنْ أَكَلَ أَحَدٌ مِنْ هذَا الْخُبْزِ يَحْيَا إِلَى الأَبَدِ. وَالْخُبْزُ الَّذِي أَنَا أُعْطِي هُوَ جَسَدِي الَّذِي أَبْذِلُهُ مِنْ أَجْلِ حَيَاةِ الْعَالَمِ.
Ἐγώ εἰμι ὁ ; ἄρτος ὁ ; ζῶν ὁ καταβάς· ἐκ τοῦ ; οὐρανοῦ ἐάν φάγῃ τις ἐκ τούτου τοῦ ; ἄρτου, ζήσεται εἰς τὸν ; αἰῶνα. καὶ ; ὁ ; ἄρτος ὃν ἐγὼ δώσω ἐστιν ἡ ; σάρξ ; μού ἣν ἐγὼ ; δώσω ὑπὲρ τῆς ; ζωῆς.¶ τοῦ ; κόσμου
وَلكِنْ مِنْكُمْ قَوْمٌ لاَ يُؤْمِنُونَ. لأَنَّ يَسُوعَ مِنَ الْبَدْءِ عَلِمَ مَنْ هُمُ الَّذِينَ لاَ يُؤْمِنُونَ، وَمَنْ هُوَ الَّذِي يُسَلِّمُهُ.
ἀλλ᾽ εἰσὶν ; ἐξ ; ὑμῶν τινες οἳ ; οὐ πιστεύουσιν. γὰρ ὁ ; Ἰησοῦς ἐξ ἀρχῆς ᾔδει τίνες εἰσὶν οἱ μὴ πιστεύοντες καὶ ; τίς ἐστιν ὁ παραδώσων ; αὐτόν.
لأَنَّهُ لَيْسَ أَحَدٌ يَعْمَلُ شَيْئًا فِي الْخَفَاءِ وَهُوَ يُرِيدُ أَنْ يَكُونَ عَلاَنِيَةً. إِنْ كُنْتَ تَعْمَلُ هذِهِ الأَشْيَاءَ فَأَظْهِرْ نَفْسَكَ لِلْعَالَمِ.
γάρ οὐδεὶς ποιεῖ τι ἐν κρυπτῷ καὶ ; ζητεῖ αὐτὸς ; εἶναι· ἐν ; παρρησίᾳ εἰ ποιεῖς, ταῦτα φανέρωσον σεαυτὸν τῷ ; κόσμῳ.
إِنْ شَاءَ أَحَدٌ أَنْ يَعْمَلَ مَشِيئَتَهُ يَعْرِفُ التَّعْلِيمَ، هَلْ هُوَ مِنَ اللهِ، أَمْ أَتَكَلَّمُ أَنَا مِنْ نَفْسِي.
ἐάν θέλῃ τις ποιεῖν, τὸ ; θέλημα ; αὐτοῦ γνώσεται περὶ ; τῆς ; διδαχῆς πότερον ἐστιν ἐκ τοῦ ; θεοῦ ἢ λαλῶ. ἐγὼ ἀπ᾽ ἐμαυτοῦ
فَقَالَ قَوْمٌ مِنْ أَهْلِ أُورُشَلِيمَ: أَلَيْسَ هذَا هُوَ الَّذِي يَطْلُبُونَ أَنْ يَقْتُلُوهُ.
ἔλεγον ; οὖν τινες ἐκ τῶν ; Ἱεροσολυμιτῶν· οὐχ οὗτός ἐστιν ὃν ζητοῦσιν ἀποκτεῖναι;
وَفِي الْيَوْمِ الأَخِيرِ الْعَظِيمِ مِنَ الْعِيدِ وَقَفَ يَسُوعُ وَنَادَى قِائِلاً: إِنْ عَطِشَ أَحَدٌ فَلْيُقْبِلْ إِلَيَّ وَيَشْرَبْ.
Ἐν ; δὲ τῇ ; ἡμέρᾳ ἐσχάτῃ τῇ ; μεγάλῃ τῆς ἑορτῆς εἱστήκει ὁ ; Ἰησοῦς καὶ ; ἔκραξεν λέγων· ἐάν διψᾷ, τις ἐρχέσθω πρός ; με καὶ ; πινέτω.
أَلَعَلَّ أَحَدًا مِنَ الرُّؤَسَاءِ أَوْ مِنَ الْفَرِّيسِيِّينَ آمَنَ بِهِ.
μή τις ἐκ τῶν ; ἀρχόντων ἢ ἐκ τῶν ; Φαρισαίων; ἐπίστευσεν εἰς ; αὐτὸν
فَقَالُوا لَهُ: مَنْ أَنْتَ. فَقَالَ لَهُمْ يَسُوعُ: مِنَ الْبَدْءِ مَا أُكَلِّمُكُمْ أَيْضًا بِهِ.
ἔλεγον ; οὖν αὐτῷ· τίς ; εἶ; σὺ καὶ ; εἶπεν αὐτοῖς ὁ ; Ἰησοῦς· τὴν ; ἀρχὴν ὅ λαλῶ ; ὑμῖν. καὶ τι
اَلْحَقَّ الْحَقَّ أَقُولُ لَكُمْ: إِنْ كَانَ أَحَدٌ يَحْفَظُ كَلاَمِي فَلَنْ يَرَى الْمَوْتَ إِلَى الأَبَدِ.
Ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν· ἐάν τις τὸν ; τηρήσῃ, τὸν ; ἐμὸν ; λόγον θάνατον ; οὐ θεωρήσῃ θάνατον εἰς τὸν ; αἰῶνα.¶
فَقَالَ لَهُ الْيَهُودُ: الآنَ عَلِمْنَا أَنَّ بِكَ شَيْطَانًا. قَدْ مَاتَ إِبْرَاهِيمُ وَالأَنْبِيَاءُ، وَأَنْتَ تَقُولُ: إِنْ كَانَ أَحَدٌ يَحْفَظُ كَلاَمِي فَلَنْ يَذُوقَ الْمَوْتَ إِلَى الأَبَدِ.
Εἶπον ; οὖν αὐτῷ οἱ ; Ἰουδαῖοι· νῦν ἐγνώκαμεν ὅτι ἔχεις. δαιμόνιον ἀπέθανεν Ἀβραὰμ καὶ ; οἱ ; προφῆται, καὶ ; σὺ λέγεις· ἐάν τις τηρήσῃ, τὸν ; λόγον ; μου οὐ ; μὴ γεύσεται θανάτου εἰς τὸν ; αἰῶνα.
فَقَالَ قَوْمٌ مِنَ الْفَرِّيسِيِّينَ: هذَا الإِنْسَانُ لَيْسَ مِنَ اللهِ، لأَنَّهُ لاَ يَحْفَظُ السَّبْتَ. آخَرُونَ قَالُوا: كَيْفَ يَقْدِرُ إِنْسَانٌ خَاطِئٌ أَنْ يَعْمَلَ مِثْلَ هذِهِ الآيَاتِ. وَكَانَ بَيْنَهُمُ انْشِقَاقٌ.
ἔλεγον ; οὖν τινές· ἐκ τῶν ; Φαρισαίων οὗτος ὁ ; ἄνθρωπος, οὐκ ; ἔστιν παρὰ τοῦ ; θεοῦ ὅτι οὐ τηρεῖ. τὸ ; σάββατον ἄλλοι ἔλεγον· πῶς δύναται ἄνθρωπος ἁμαρτωλὸς ποιεῖν; τοιαῦτα σημεῖα καὶ ; ἦν ἐν ; αὐτοῖς. σχίσμα
قَالَ أَبَوَاهُ هذَا لأَنَّهُمَا كَانَا يَخَافَانِ مِنَ الْيَهُودِ، لأَنَّ الْيَهُودَ كَانُوا قَدْ تَعَاهَدُوا أَنَّهُ إِنِ اعْتَرَفَ أَحَدٌ بِأَنَّهُ الْمَسِيحُ يُخْرَجُ مِنَ الْمَجْمَعِ.
εἶπαν οἱ ; γονεῖς ; αὐτοῦ, Ταῦτα ὅτι ἐφοβοῦντο τοὺς ; Ἰουδαίους· γὰρ οἱ ; Ἰουδαῖοι ἤδη συνετέθειντο ἵνα ἐάν ὁμολογήσῃ τις αὐτὸν χριστόν, ἀποσυνάγωγος ; γένηται.
وَنَعْلَمُ أَنَّ اللهَ لاَ يَسْمَعُ لِلْخُطَاةِ. وَلكِنْ إِنْ كَانَ أَحَدٌ يَتَّقِي اللهَ وَيَفْعَلُ مَشِيئَتَهُ، فَلِهذَا يَسْمَعُ.
οἴδαμεν ; δὲ ὅτι ὁ ; θεὸς οὐκ ἀκούει, ἁμαρτωλῶν ἀλλ᾽ ἐάν ᾖ τις θεοσεβὴς καὶ ; ποιῇ, τὸ ; θέλημα ; αὐτοῦ τούτου ἀκούει.
مُنْذُ الدَّهْرِ لَمْ يُسْمَعْ أَنَّ أَحَدًا فَتَحَ عَيْنَيْ مَوْلُودٍ أَعْمَى.
ἐκ τοῦ ; αἰῶνος οὐκ ἠκούσθη ὅτι τις ἠνέῳξέν ὀφθαλμοὺς γεγεννημένου. τυφλοῦ
أَنَا هُوَ الْبَابُ. إِنْ دَخَلَ بِي أَحَدٌ فَيَخْلُصُ وَيَدْخُلُ وَيَخْرُجُ وَيَجِدُ مَرْعًى.
ἐγώ εἰμι ἡ ; θύρα· ἐάν εἰσέλθῃ, δι᾽ ; ἐμοῦ τις σωθήσεται καὶ ; εἰσελεύσεται καὶ ; ἐξελεύσεται καὶ ; εὑρήσει. νομὴν
وَأَنَا أُعْطِيهَا حَيَاةً أَبَدِيَّةً، وَلَنْ تَهْلِكَ إِلَى الأَبَدِ، وَلاَ يَخْطَفُهَا أَحَدٌ مِنْ يَدِي.
κἀγὼ δίδωμι ; αὐτοῖς ζωὴν αἰώνιον, καὶ ; οὐ ; μὴ ἀπόλωνται εἰς τὸν ; αἰῶνα, καὶ ; οὐχ ἁρπάσει ; αὐτὰ τις ἐκ τῆς ; χειρός ; μου.
وَكَانَ إِنْسَانٌ مَرِيضًا وَهُوَ لِعَازَرُ، مِنْ بَيْتِ عَنْيَا مِنْ قَرْيَةِ مَرْيَمَ وَمَرْثَا أُخْتِهَا.
Ἦν ; δέ τις ἀσθενῶν, Λάζαρος ἀπὸ Βηθανίας ἐκ τῆς ; κώμης Μαρίας καὶ ; Μάρθας τῆς ; ἀδελφῆς ; αὐτῆς·
أَجَابَ يَسُوعُ: أَلَيْسَتْ سَاعَاتُ النَّهَارِ اثْنَتَيْ عَشْرَةَ. إِنْ كَانَ أَحَدٌ يَمْشِي فِي النَّهَارِ لاَ يَعْثُرُ لأَنَّهُ يَنْظُرُ نُورَ هذَا الْعَالَمِ،
Ἀπεκρίθη ὁ ; Ἰησοῦς· οὐχὶ ; εἰσιν ὧραί τῆς ; ἡμέρας; δώδεκα ἐάν τις περιπατῇ ἐν τῇ ; ἡμέρᾳ, οὐ προσκόπτει, ὅτι βλέπει. τὸ ; φῶς τούτου τοῦ ; κόσμου
وَلكِنْ إِنْ كَانَ أَحَدٌ يَمْشِي فِي اللَّيْلِ يَعْثُرُ، لأَنَّ النُّورَ لَيْسَ فِيهِ.
δέ ἐὰν τις περιπατῇ ἐν τῇ ; νυκτί, προσκόπτει, ὅτι τὸ ; φῶς οὐκ ; ἔστιν ἐν ; αὐτῷ.
وَقَالَ بَعْضٌ مِنْهُمْ: أَلَمْ يَقْدِرْ هذَا الَّذِي فَتَحَ عَيْنَيِ الأَعْمَى أَنْ يَجْعَلَ هذَا أَيْضًا لاَ يَمُوتُ..
δὲ ; εἶπαν· τινὲς ἐξ ; αὐτῶν οὐκ ἐδύνατο οὗτος ὁ ἀνοίξας τοὺς ; ὀφθαλμοὺς τοῦ ; τυφλοῦ ἵνα ποιῆσαι οὗτος καὶ μὴ ἀποθάνῃ;¶