ك
إصحاح
G3766
G3767. oun
G3768
المعنى المختصر للكلمة
oun: (adverbially) certainly, or (conjunctionally) accordingly
اللفظ الأصلي οὖν
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق oun (oon)
تكرار الورود في الكتاب 422 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها

apparently a primary word;

المعنى والشرح المفصل

(adverbially) certainly, or (conjunctionally) accordingly

الإنجليزية — KJV Translation Tags
and (so, truly) but now (then) so (likewise then) then therefore verily wherefore

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

οὖν (91×) ἔλεγον ; οὖν (11×) Εἶπεν ; οὖν (11×) μὲν ; οὖν (10×) τί ; οὖν (9×) μὴ ; οὖν (9×) εἰ ; οὖν (9×) εἶπον ; οὖν (8×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (422 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
اِسْهَرُوا إِذًا وَتَضَرَّعُوا فِي كُلِّ حِينٍ، لِكَيْ تُحْسَبُوا أَهْلاً لِلنَّجَاةِ مِنْ جَمِيعِ هذَا الْمُزْمِعِ أَنْ يَكُونَ، وَتَقِفُوا قُدَّامَ ابْنِ الإِنْسَانِ.
ἀγρυπνεῖτε οὖν δεόμενοι ἐν παντὶ καιρῷ ἵνα καταξιωθῆτε ἐκφυγεῖν πάντα ταῦτα τὰ ; μέλλοντα γίνεσθαι καὶ ; σταθῆναι ἔμπροσθεν τοῦ ; υἱοῦ τοῦ ; ἀνθρώπου.¶
فَقَالَ لَهُمْ: لكِنِ الآنَ، مَنْ لَهُ كِيسٌ فَلْيَأْخُذْهُ وَمِزْوَدٌ كَذلِكَ. وَمَنْ لَيْسَ لَهُ فَلْيَبِعْ ثَوْبَهُ وَيَشْتَرِ سَيْفًا.
εἶπεν ; οὖν αὐτοῖς· ἀλλὰ νῦν ὁ ἔχων βαλλάντιον ἀράτω, καὶ ; πήραν· ὁμοίως καὶ ; ὁ μὴ ἔχων πωλησάτω τὸ ; ἱμάτιον ; αὐτοῦ καὶ ; ἀγορασάτω μάχαιραν.
فَأَنَا أُؤَدِّبُهُ وَأُطْلِقُهُ.
οὖν παιδεύσας ; αὐτὸν ἀπολύσω.
فَقَالَ لَهُمْ ثَالِثَةً: فَأَيَّ شَرّ عَمِلَ هذَا. إِنِّي لَمْ أَجِدْ فِيهِ عِلَّةً لِلْمَوْتِ، فَأَنَا أُؤَدِّبُهُ وَأُطْلِقُهُ.
Ὁ ; δὲ ; εἶπεν πρὸς ; αὐτούς· τρίτον τί ; γὰρ κακὸν ἐποίησεν οὗτος; οὐδὲν εὗρον ἐν ; αὐτῷ. αἴτιον θανάτου οὖν παιδεύσας ; αὐτὸν ἀπολύσω.
فَسَأَلُوهُ: إِذًا مَاذَا. إِيلِيَّا أَنْتَ. فَقَالَ: لَسْتُ أَنَا. أَلنَّبِيُّ أَنْتَ. فَأَجَابَ: لاَ.
Καὶ ; ἠρώτησαν ; αὐτόν· οὖν; τί Ἠλίας σὺ ; εἶ; καὶ ; λέγει· οὐκ εἰμί. ὁ ; προφήτης εἶ ; σύ; καὶ ; ἀπεκρίθη· οὔ.
فَقَالُوا لَهُ: مَنْ أَنْتَ، لِنُعْطِيَ جَوَابًا لِلَّذِينَ أَرْسَلُونَا. مَاذَا تَقُولُ عَنْ نَفْسِكَ.
εἶπαν ; οὖν αὐτῷ· τίς εἶ; ἵνα ; δῶμεν ἀπόκρισιν τοῖς πέμψασιν ; ἡμᾶς· τί λέγεις περὶ σεαυτοῦ;
فَسَأَلُوهُ وَقَالُوا لَهُ: فَمَا بَالُكَ تُعَمِّدُ إِنْ كُنْتَ لَسْتَ الْمَسِيحَ، وَلاَ إِيلِيَّا، وَلاَ النَّبِيَّ.
καὶ ; ἠρώτησαν ; αὐτὸν καὶ ; εἶπαν αὐτῷ· τί ; οὖν βαπτίζεις εἰ σὺ οὐκ ; εἶ ὁ ; χριστὸς οὔτε Ἠλίας οὔτε ὁ ; προφήτης;
فَأَجَابَ الْيَهُودُ وَقَالوُا لَهُ: أَيَّةَ آيَةٍ تُرِينَا حَتَّى تَفْعَلَ هذَا.
ἀπεκρίθησαν ; οὖν οἱ ; Ἰουδαῖοι καὶ ; εἶπαν αὐτῷ· τί σημεῖον δεικνύεις ; ἡμῖν ὅτι ποιεῖς;¶ ταῦτα
فَقَالَ الْيَهُودُ: فِي سِتٍّ وَأَرْبَعِينَ سَنَةً بُنِيَ هذَا الْهَيْكَلُ، أَفَأَنْتَ فِي ثَلاَثَةِ أَيَّامٍ تُقِيمُهُ.
εἶπαν ; οὖν οἱ ; Ἰουδαῖοι· τεσσεράκοντα ; καὶ ; ἓξ ἔτεσιν οἰκοδομήθη οὗτος, ὁ ; ναὸς καὶ ; σὺ ἐν τρισὶν ἡμέραις ἐγερεῖς ; αὐτόν;
وَحَدَثَتْ مُبَاحَثَةٌ مِنْ تَلاَمِيذِ يُوحَنَّا مَعَ يَهُودٍ مِنْ جِهَةِ التَّطْهِيرِ.
ἐγένετο ; οὖν ζήτησις ἐκ τῶν ; μαθητῶν Ἰωάννου μετὰ Ἰουδαίων περὶ καθαρισμοῦ.
مَنْ لَهُ الْعَرُوسُ فَهُوَ الْعَرِيسُ، وَأَمَّا صَدِيقُ الْعَرِيسِ الَّذِي يَقِفُ وَيَسْمَعُهُ فَيَفْرَحُ فَرَحًا مِنْ أَجْلِ صَوْتِ الْعَرِيسِ. إِذًا فَرَحِي هذَا قَدْ كَمَلَ.
Ὁ ; ἔχων τὴν ; νύμφην ἐστίν. νυμφίος δὲ ὁ ; φίλος τοῦ ; νυμφίου, ὁ ἑστηκὼς καὶ ; ἀκούων ; αὐτοῦ, χαίρει χαρᾷ διὰ τὴν ; φωνὴν τοῦ ; νυμφίου. οὖν ἡ ; χαρὰ ; ἡ ; ἐμὴ αὕτη πεπλήρωται.
فَلَمَّا عَلِمَ الرَّبُّ أَنَّ الْفَرِّيسِيِّينَ سَمِعُوا أَنَّ يَسُوعَ يُصَيِّرُ وَيُعَمِّدُ تَلاَمِيذَ أَكْثَرَ مِنْ يُوحَنَّا،
Ὡς ; οὖν ἔγνω ὁ ; κύριος ὅτι οἱ ; Φαρισαῖοι ἤκουσαν ὅτι Ἰησοῦς ποιεῖ καὶ ; βαπτίζει μαθητὰς πλείονας ἢ Ἰωάννης,
فَأَتَى إِلَى مَدِينَةٍ مِنَ السَّامِرَةِ يُقَالُ لَهَا سُوخَارُ، بِقُرْبِ الضَّيْعَةِ الَّتِي وَهَبَهَا يَعْقُوبُ لِيُوسُفَ ابْنِهِ.
ἔρχεται ; οὖν εἰς πόλιν τῆς ; Σαμαρείας λεγομένην Συχάρ, πλησίον τοῦ ; χωρίου ὃ ἔδωκεν Ἰακὼβ τῷ ; Ἰωσὴφ τῷ ; υἱῷ ; αὐτοῦ·
وَكَانَتْ هُنَاكَ بِئْرُ يَعْقُوبَ. فَإِذْ يَسُوعُ قَدْ تَعِبَ مِنَ السَّفَرِ، جَلَسَ هكَذَا عَلَى الْبِئْرِ، وَكَانَ نَحْوَ السَّاعَةِ السَّادِسَةِ.
ἦν ; δὲ ἐκεῖ πηγὴ τοῦ ; Ἰακώβ.¶ οὖν Ὁ ; Ἰησοῦς κεκοπιακὼς ἐκ τῆς ; ὁδοιπορίας ἐκαθέζετο οὕτως ἐπὶ τῇ ; πηγῇ· ἦν ὡσεὶ ὥρα ἕκτη.¶
فَقَالَتْ لَهُ الْمَرْأَةُ السَّامِرِيَّةُ: كَيْفَ تَطْلُبُ مِنِّي لِتَشْرَبَ، وَأَنْتَ يَهُودِيٌّ وَأَنَا امْرَأَةٌ سَامِرِيَّةٌ. لأَنَّ الْيَهُودَ لاَ يُعَامِلُونَ السَّامِرِيِّينَ.
λέγει ; οὖν αὐτῷ ἡ ; γυνὴ ἡ ; Σαμαρῖτις· πῶς αἰτεῖς παρ᾽ ; ἐμοῦ πεῖν σὺ Ἰουδαῖος ; ὢν οὔσης; γυναικὸς Σαμαρίτιδος γὰρ Ἰουδαῖοι οὐ συγχρῶνται Σαμαρίταις.¶
قَالَتْ لَهُ الْمَرْأَةُ: يَا سَيِّدُ، لاَ دَلْوَ لَكَ وَالْبِئْرُ عَمِيقَةٌ. فَمِنْ أَيْنَ لَكَ الْمَاءُ الْحَيُّ.
λέγει αὐτῷ ἡ ; γυνή· κύριε, οὔτε ἄντλημα ἔχεις, καὶ ; τὸ ; φρέαρ ἐστὶν ; βαθύ· πόθεν ; οὖν ἔχεις τὸ ; ὕδωρ τὸ ; ζῶν;
فَتَرَكَتِ الْمَرْأَةُ جَرَّتَهَا وَمَضَتْ إِلَى الْمَدِينَةِ وَقَالَتْ لِلنَّاسِ:
Ἀφῆκεν ; οὖν τὴν ; γυνὴ ὑδρίαν ; αὐτῆς καὶ ; ἀπῆλθεν εἰς τὴν ; πόλιν λέγει τοῖς ; ἀνθρώποις·
فَخَرَجُوا مِنَ الْمَدِينَةِ وَأَتَوْا إِلَيْهِ.
ἐξῆλθον ; οὖν ἐκ τῆς ; πόλεως καὶ ; ἤρχοντο πρὸς ; αὐτόν.¶
فَقَالَ التَّلاَمِيذُ بَعْضُهُمْ لِبَعْضٍ: أَلَعَلَّ أَحَدًا أَتَاهُ بِشَيْءٍ لِيَأْكُلَ.
ἔλεγον ; οὖν οἱ ; μαθηταὶ πρὸς ; ἀλλήλους· μή τις ἤνεγκεν ; αὐτῷ φαγεῖν;
فَلَمَّا جَاءَ إِلَيْهِ السَّامِرِيُّونَ سَأَلُوهُ أَنْ يَمْكُثَ عِنْدَهُمْ، فَمَكَثَ هُنَاكَ يَوْمَيْنِ.
ὡς ; οὖν ἦλθον πρὸς ; αὐτὸν οἱ ; Σαμαρῖται, ἠρώτων ; αὐτὸν μεῖναι παρ᾽ ; αὐτοῖς. καὶ ; ἔμεινεν ἐκεῖ δύο ; ἡμέρας.
فَلَمَّا جَاءَ إِلَى الْجَلِيلِ قَبِلَهُ الْجَلِيلِيُّونَ، إِذْ كَانُوا قَدْ عَايَنُوا كُلَّ مَا فَعَلَ فِي أُورُشَلِيمَ فِي الْعِيدِ، لأَنَّهُمْ هُمْ أَيْضًا جَاءُوا إِلَى الْعِيدِ.
Ὅτε ; οὖν ἦλθεν εἰς τὴν ; Γαλιλαίαν, ἐδέξαντο ; αὐτὸν οἱ ; Γαλιλαῖοι ἑωρακότες πάντα ἃ ἐποίησεν ἐν Ἱεροσολύμοις ἐν τῇ ; ἑορτῇ· γὰρ αὐτοὶ καὶ ἦλθον εἰς τὴν ; ἑορτήν.¶
فَجَاءَ يَسُوعُ أَيْضًا إِلَى قَانَا الْجَلِيلِ، حَيْثُ صَنَعَ الْمَاءَ خَمْرًا. وَكَانَ خَادِمٌ لِلْمَلِكِ ابْنُهُ مَرِيضٌ فِي كَفْرِنَاحُومَ.
Ἦλθεν ; οὖν ὁ ; Ἰησοῦς πάλιν εἰς τὴν ; Κανὰ τῆς ; Γαλιλαίας, ὅπου ἐποίησεν τὸ ; ὕδωρ οἶνον. καὶ ; ἦν τις ; βασιλικὸς οὗ ; ὁ ; υἱὸς ἠσθένει ἐν Καφαρναούμ.
فَقَالَ لَهُ يَسُوعُ: لاَ تُؤْمِنُونَ إِنْ لَمْ تَرَوْا آيَاتٍ وَعَجَائِبَ
εἶπεν ; οὖν πρὸς ; αὐτόν· ὁ ; Ἰησοῦς οὐ ; μὴ πιστεύσητε. ἐὰν μὴ ἴδητε, σημεῖα καὶ ; τέρατα
فَفَهِمَ الأَبُ أَنَّهُ فِي تِلْكَ السَّاعَةِ الَّتِي قَالَ لَهُ فِيهَا يَسُوعُ: إِنَّ ابْنَكَ حَيٌّ. فَآمَنَ هُوَ وَبَيْتُهُ كُلُّهُ.
Ἔγνω ; οὖν ὁ ; πατὴρ ὅτι ἐν ἐκείνῃ τῇ ; ὥρᾳ ᾗ εἶπεν αὐτῷ ἐν ὁ ; Ἰησοῦς ὅτι· ὁ ; υἱός ; σου ζῇ. καὶ ; ἐπίστευσεν αὐτὸς καὶ ; ἡ ; οἰκία ; αὐτοῦ ὅλη.¶
لأَنَّ مَلاَكًا كَانَ يَنْزِلُ أَحْيَانًا فِي الْبِرْكَةِ وَيُحَرِّكُ الْمَاءَ. فَمَنْ نَزَلَ أَوَّلاً بَعْدَ تَحْرِيكِ الْمَاءِ كَانَ يَبْرَأُ مِنْ أَيِّ مَرَضٍ اعْتَرَاهُ.
γὰρ ἄγγελος κατέβαινεν κατὰ ; καιρὸν ἐν τῇ ; κολυμβήθρᾳ, καὶ ; ἐτάρασσε τὸ ; ὕδωρ· ὁ ; οὖν ἐμβὰς πρῶτος μετὰ τὴν ; ταραχὴν τοῦ ; ὕδατος, ἐγίνετο, ὑγιὴς ᾧ δήποτε νοσήματι.¶ κατειχετο
فَقَالَ الْيَهُودُ لِلَّذِي شُفِيَ: إِنَّهُ سَبْتٌ. لاَ يَحِلُّ لَكَ أَنْ تَحْمِلَ سَرِيرَكَ.
ἔλεγον ; οὖν οἱ ; Ἰουδαῖοι τῷ τεθεραπευμένῳ· ἐστιν, σάββατόν οὐκ ἔξεστίν σοι ἆραι τὸν ; κράβαττόν ; σου.¶
فَسَأَلُوهُ: مَنْ هُوَ الإِنْسَانُ الَّذِي قَالَ لَكَ: احْمِلْ سَرِيرَكَ وَامْشِ..
ἠρώτησαν ; οὖν τίς αὐτόν· ; ἐστιν ὁ ; ἄνθρωπος ὁ ; εἰπών σοι· ἆρον τὸν ; κράββατον ; σου καὶ ; περιπάτει;
فَمِنْ أَجْلِ هذَا كَانَ الْيَهُودُ يَطْلُبُونَ أَكْثَرَ أَنْ يَقْتُلُوهُ، لأَنَّهُ لَمْ يَنْقُضِ السَّبْتَ فَقَطْ، بَلْ قَالَ أَيْضًا إِنَّ اللهَ أَبُوهُ، مُعَادِلاً نَفْسَهُ بِاللهِ.
οὖν διὰ τοῦτο οἱ ; Ἰουδαῖοι ἐζήτουν μᾶλλον αὐτὸν ; ἀποκτεῖναι, ὅτι οὐ ἔλυεν τὸ ; σάββατον, μόνον ἀλλὰ ἔλεγεν καὶ τὸν ; θεὸν πατέρα ; ἴδιον ἴσον ; ποιῶν ἑαυτὸν τῷ ; θεῷ.
فَأَجَابَ يَسُوعُ وَقَالَ لَهُمُ: الْحَقَّ الْحَقَّ أَقُولُ لَكُمْ: لاَ يَقْدِرُ الابْنُ أَنْ يَعْمَلَ مِنْ نَفْسِهِ شَيْئًا إِلاَّ مَا يَنْظُرُ الآبَ يَعْمَلُ. لأَنْ مَهْمَا عَمِلَ ذَاكَ فَهذَا يَعْمَلُهُ الابْنُ كَذلِكَ.
ἀπεκρίνατο ; οὖν ὁ ; Ἰησοῦς καὶ ; εἶπεν αὐτοῖς· ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν· οὐ δύναται ὁ ; υἱὸς ποιεῖν ἀφ᾽ ἑαυτοῦ οὐδέν, ἐὰν ; μή βλέπῃ τὸν ; πατέρα ποιοῦντα. γὰρ ἃ ; ἂν ποιῇ, ἐκεῖνος ταῦτα ; καὶ ποιεῖ. ὁ ; υἱὸς ὁμοίως
فَرَفَعَ يَسُوعُ عَيْنَيْهِ وَنَظَرَ أَنَّ جَمْعًا كَثِيرًا مُقْبِلٌ إِلَيْهِ، فَقَالَ لِفِيلُبُّسَ: مِنْ أَيْنَ نَبْتَاعُ خُبْزًا لِيَأْكُلَ هؤُلاَءِ.
Ἐπάρας ; οὖν ὁ ; Ἰησοῦς τοὺς ; ὀφθαλμοὺς καὶ ; θεασάμενος ὅτι ὄχλος πολὺς ἔρχεται πρὸς ; αὐτὸν λέγει πρὸς ; τὸν ; Φίλιππον· πόθεν ἀγοράσομεν ἄρτους, ἵνα ; φάγωσιν οὗτοι;