ك
إصحاح
G3766
G3767. oun
G3768
المعنى المختصر للكلمة
oun: (adverbially) certainly, or (conjunctionally) accordingly
اللفظ الأصلي οὖν
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق oun (oon)
تكرار الورود في الكتاب 422 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها

apparently a primary word;

المعنى والشرح المفصل

(adverbially) certainly, or (conjunctionally) accordingly

الإنجليزية — KJV Translation Tags
and (so, truly) but now (then) so (likewise then) then therefore verily wherefore

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

οὖν (91×) ἔλεγον ; οὖν (11×) Εἶπεν ; οὖν (11×) μὲν ; οὖν (10×) τί ; οὖν (9×) μὴ ; οὖν (9×) εἰ ; οὖν (9×) εἶπον ; οὖν (8×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (422 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
فَاصْنَعُوا أَثْمَارًا تَلِيقُ بِالتَّوْبَةِ. ولاَ تَبْتَدِئُوا تَقُولُونَ فِي أَنْفُسِكُمْ: لَنَا إِبْرَاهِيمُ أَبًا. لأَنِّي أَقُولُ لَكُمْ: إِنَّ اللهَ قَادِرٌ أَنْ يُقِيمَ مِنْ هذِهِ الْحِجَارَةِ أَوْلاَدًا لإِبْرَاهِيمَ.
ποιήσατε ; οὖν καρποὺς ἀξίους τῆς ; μετανοίας· καὶ ; μὴ ἄρξησθε λέγειν ἐν ἑαυτοῖς· ἔχομεν τὸν ; Ἀβραάμ. πατέρα γὰρ λέγω ὑμῖν ὅτι ὁ ; θεὸς δύναται ἐγεῖραι ἐκ τούτων τῶν ; λίθων τέκνα τῷ ; Ἀβραάμ.
وَالآنَ قَدْ وُضِعَتِ الْفَأْسُ عَلَى أَصْلِ الشَّجَرِ، فَكُلُّ شَجَرَةٍ لاَ تَصْنَعُ ثَمَرًا جَيِّدًا تُقْطَعُ وَتُلْقَى فِي النَّارِ.
δὲ ; καὶ ἤδη κεῖται· ἡ ; ἀξίνη πρὸς τὴν ; ῥίζαν τῶν ; δένδρων πᾶν ; οὖν δένδρον μὴ ποιοῦν καρπὸν καλὸν ἐκκόπτεται καὶ ; βάλλεται. εἰς πῦρ
وَسَأَلَهُ الْجُمُوعُ قائِلِينَ: فَمَاذَا نَفْعَلُ.
καὶ ; ἐπηρώτων ; αὐτὸν οἱ ; ὄχλοι λέγοντες· τί ; οὖν ποιήσομεν
ثُمَّ قَالَ لَهُمْ يَسُوعُ: أَسْأَلُكُمْ هَلْ يَحِلُّ فِي السَّبْتِ فِعْلُ الْخَيْرِ أَوْ فِعْلُ الشَّرِّ. تَخْلِيصُ نَفْسٍ أَوْ إِهْلاَكُهَا..
οὖν εἶπεν πρὸς ; αὐτούς· ὁ ; Ἰησοῦς Ἐπερωτήσω; ὑμᾶς εἰ ἔξεστιν τοῖς σάββασιν ἀγαθοποιῆσαι ἢ κακοποιῆσαι; σῶσαι ψυχὴν ἢ ἀπολέσαι;
فَكُونُوا رُحَمَاءَ كَمَا أَنَّ أَبَاكُمْ أَيْضًا رَحِيمٌ.
Γίνεσθε ; οὖν οἰκτίρμονες καθὼς ὁ ; πατὴρ ; ὑμῶν καὶ οἰκτίρμων ; ἐστίν.
ثُمَّ قَالَ الرَّبُّ: فَبِمَنْ أُشَبِّهُ أُنَاسَ هذَا الْجِيلِ. وَمَاذَا يُشْبِهُونَ.
δὲ Εἶπεν ὁ ; κύριος, τίνι ; οὖν ὁμοιώσω τοὺς ; ἀνθρώπους τῆς ; ταύτης γενεᾶς καὶ ; τίνι εἰσὶν ; ὅμοιοι;
فَانْظُرُوا كَيْفَ تَسْمَعُونَ، لأَنَّ مَنْ لَهُ سَيُعْطَى، وَمَنْ لَيْسَ لَهُ فَالَّذِي يَظُنُّهُ لَهُ يُؤْخَذُ مِنْهُ.
Βλέπετε ; οὖν πῶς ἀκούετε· γὰρ ὃς ; ἂν ἔχῃ, δοθήσεται ; αὐτῷ, καὶ ; ὃς ; ἂν μὴ ἔχῃ, ὃ δοκεῖ ἔχειν ἀρθήσεται ἀπ᾽ ; αὐτοῦ.¶
فَقَالَ لَهُمْ: إِنَّ الْحَصَادَ كَثِيرٌ، وَلكِنَّ الْفَعَلَةَ قَلِيلُونَ. فَاطْلُبُوا مِنْ رَبِّ الْحَصَادِ أَنْ يُرْسِلَ فَعَلَةً إِلَى حَصَادِهِ.
ἔλεγεν ; οὖν πρὸς ; αὐτούς· ὁ ; μὲν θερισμὸς πολύς, οἱ ; δὲ ἐργάται ὀλίγοι· δεήθητε ; οὖν τοῦ κυρίου τοῦ ; θερισμοῦ ὅπως ἐκβάλλῃ ἐργάτας εἰς τὸν ; θερισμὸν ; αὐτοῦ.¶
فَقَالَ لَهُمْ: إِنَّ الْحَصَادَ كَثِيرٌ، وَلكِنَّ الْفَعَلَةَ قَلِيلُونَ. فَاطْلُبُوا مِنْ رَبِّ الْحَصَادِ أَنْ يُرْسِلَ فَعَلَةً إِلَى حَصَادِهِ.
ἔλεγεν ; οὖν πρὸς ; αὐτούς· ὁ ; μὲν θερισμὸς πολύς, οἱ ; δὲ ἐργάται ὀλίγοι· δεήθητε ; οὖν τοῦ κυρίου τοῦ ; θερισμοῦ ὅπως ἐκβάλλῃ ἐργάτας εἰς τὸν ; θερισμὸν ; αὐτοῦ.¶
فَأَيَّ هؤُلاَءِ الثَّلاَثَةِ تَرَى صَارَ قَرِيبًا لِلَّذِي وَقَعَ بَيْنَ اللُّصُوصِ.
τίς ; οὖν τούτων τῶν ; τριῶν δοκεῖ ; σοι γεγονέναι πλησίον τοῦ ἐμπεσόντος εἰς τοὺς ; λῃστάς;
فَقَالَ: الَّذِي صَنَعَ مَعَهُ الرَّحْمَةَ. فَقَالَ لَهُ يَسُوعُ: اذْهَبْ أَنْتَ أَيْضًا وَاصْنَعْ هكَذَا.
ὁ ; δὲ ; εἶπεν· ὁ ποιήσας μετ᾽ ; αὐτοῦ. τὸ ; ἔλεος εἶπεν ; οὖν αὐτῷ ὁ ; Ἰησοῦς· πορεύου, σὺ καὶ ποίει ὁμοίως.¶
وَأَمَّا مَرْثَا فَكَانَتْ مُرْتَبِكَةً فِي خِدْمَةٍ كَثِيرَةٍ. فَوَقَفَتْ وَقَالَتْ: يَا رَبُّ، أَمَا تُبَالِي بِأَنَّ أُخْتِي قَدْ تَرَكَتْنِي أَخْدُمُ وَحْدِي. فَقُلْ لَهَا أَنْ تُعِينَنِي.
δὲ ἡ ; Μάρθα περιεσπᾶτο περὶ διακονίαν. πολλὴν ἐπιστᾶσα ; δὲ εἶπεν· κύριε, οὐ μέλει ; σοι ὅτι ἡ ; ἀδελφή ; μου με ; κατέλιπεν διακονεῖν; μόνην εἰπὲ ; οὖν αὐτῇ ἵνα ; μοι ; συναντιλάβηται.¶
سِرَاجُ الْجَسَدِ هُوَ الْعَيْنُ، فَمَتَى كَانَتْ عَيْنُكَ بَسِيطَةً فَجَسَدُكَ كُلُّهُ يَكُونُ نَيِّرًا، وَمَتَى شِرِّيرَةً فَجَسَدُكَ يَكُونُ مُظْلِمًا.
Ὁ ; λύχνος τοῦ ; σώματός ἐστιν ὁ ; ὀφθαλμός ὅταν ; οὖν ὁ ; ὀφθαλμός ; σου ἁπλοῦς τὸ ; σῶμά ; σου ὅλον ᾖ, φωτεινόν ἐπὰν ; δὲ πονηρὸς τὸ ; σῶμά ; σου ᾖ, σκοτεινόν.
اُنْظُرْ إِذًا لِئَلاَّ يَكُونَ النُّورُ الَّذِي فِيكَ ظُلْمَةً.
σκόπει οὖν μὴ ἐστίν. τὸ ; φῶς τὸ ἐν ; σοὶ σκότος
فَإِنْ كَانَ جَسَدُكَ كُلُّهُ نَيِّرًا لَيْسَ فِيهِ جُزْءٌ مُظْلِمٌ، يَكُونُ نَيِّرًا كُلُّهُ، كَمَا حِينَمَا يُضِيءُ لَكَ السِّرَاجُ بِلَمَعَانِهِ.
εἰ ; οὖν τὸ ; σῶμά ; σου ὅλον φωτεινὸν μὴ ἔχον μέρος ; τι σκοτεινόν, ἔσται φωτεινὸν ὅλον, ὡς ὅταν φωτίζῃ σε.¶ ὁ ; λύχνος τῇ ; ἀστραπῇ
بَلْ شُعُورُ رُؤُوسِكُمْ أَيْضًا جَمِيعُهَا مُحْصَاةٌ. فَلاَ تَخَافُوا. أَنْتُمْ أَفْضَلُ مِنْ عَصَافِيرَ كَثِيرَةٍ.
ἀλλὰ αἱ ; τρίχες τῆς ; κεφαλῆς ; ὑμῶν καὶ πᾶσαι ἠρίθμηνται. μὴ ; οὖν φοβεῖσθε· διαφέρετε.¶ στρουθίων πολλῶν
فَإِنْ كُنْتُمْ لاَ تَقْدِرُونَ وَلاَ عَلَى الأَصْغَرِ، فَلِمَاذَا تَهْتَمُّونَ بِالْبَوَاقِي.
εἰ ; οὖν οὐτὲ δύνασθε, ἐλάχιστον τί μεριμνᾶτε;¶ περὶ ; τῶν ; λοιπῶν
فَكُونُوا أَنْتُمْ إِذًا مُسْتَعِدِّينَ، لأَنَّهُ فِي سَاعَةٍ لاَ تَظُنُّونَ يَأْتِي ابْنُ الإِنْسَانِ.
καὶ ; γίνεσθε ὑμεῖς οὖν ἕτοιμοι, ὅτι ᾗ ὥρᾳ οὐ δοκεῖτε ἔρχεται.¶ ὁ ; υἱὸς τοῦ ; ἀνθρώπου
فَأَجابَ رَئِيسُ الْمَجْمَعِ، وَهُوَ مُغْتَاظٌ لأَنَّ يَسُوعَ أَبْرَأَ فِي السَّبْتِ، وَقَالَ لِلْجَمْعِ: هِيَ سِتَّةُ أَيَّامٍ يَنْبَغِي فِيهَا الْعَمَلُ، فَفِي هذِهِ ائْتُوا وَاسْتَشْفُوا، وَلَيْسَ فِي يَوْمِ السَّبْتِ.
Ἀποκριθεὶς ; δὲ ὁ ; ἀρχισυνάγωγος, ἀγανακτῶν ὅτι ὁ ; Ἰησοῦς, ἐθεράπευσεν τῷ σαββάτῳ ἔλεγεν τῷ ; ὄχλῳ ὅτι ; εἰσὶν ἓξ ἡμέραι δεῖ ἐν ; αἷς ἐργάζεσθαι· ἐν ; οὖν ταύταις ἐρχόμενοι θεραπεύεσθε καὶ ; μὴ τῇ ἡμέρᾳ τοῦ ; σαββάτου.¶
فَكَذلِكَ كُلُّ وَاحِدٍ مِنْكُمْ لاَ يَتْرُكُ جَمِيعَ أَمْوَالِهِ، لاَ يَقْدِرُ أَنْ يَكُونَ لِي تِلْمِيذًا.
Οὕτως ; οὖν πᾶς ἐξ ; ὑμῶν ὃς ; οὐκ ἀποτάσσεται πᾶσιν τοῖς ; ἑαυτοῦ ; ὑπάρχουσιν, οὐ δύναται εἶναί μου μαθητής.¶
فَإِنْ لَمْ تَكُونُوا أُمَنَاءَ فِي مَالِ الظُّلْمِ، فَمَنْ يَأْتَمِنُكُمْ عَلَى الْحَقِّ.
εἰ ; οὖν οὐκ ἐγένεσθε, πιστοὶ ἐν τῷ ; μαμωνᾷ ἀδίκῳ τίς πιστεύσει; ; ὑμῖν τὸ ; ἀληθινὸν
فَقَالَ: أَسْأَلُكَ إِذًا، يَا أَبَتِ، أَنْ تُرْسِلَهُ إِلَى بَيْتِ أَبِي،
Εἶπεν ; δέ· ἐρωτῶ ; σε οὖν, πάτερ, ἵνα πέμψῃς ; αὐτὸν εἰς τὸν ; οἶκον τοῦ ; πατρός ; μου·
فَقَالَ: إِنْسَانٌ شَرِيفُ الْجِنْسِ ذَهَبَ إِلَى كُورَةٍ بَعِيدَةٍ لِيَأْخُذَ لِنَفْسِهِ مُلْكًا وَيَرْجعَ.
Εἶπεν ; οὖν· ἄνθρωπός ; τις εὐγενὴς ἐπορεύθη εἰς χώραν μακρὰν λαβεῖν ἑαυτῷ βασιλείαν καὶ ; ὑποστρέψαι.
فَتَآمَرُوا فِيمَا بَيْنَهُمْ قَائِلِينَ: إِنْ قُلْنَا: مِنَ السَّمَاءِ، يَقُولُ: فَلِمَاذَا لَمْ تُؤْمِنُوا بِهِ.
οἱ ; δὲ ; συνελογίσαντο πρὸς ἑαυτοὺς λέγοντες ὅτι ; ἐὰν εἴπωμεν· ἐξ οὐρανοῦ, ἐρεῖ· διὰ ; τί ; οὖν οὐκ ἐπιστεύσατε αὐτῷ;
فَأَخْرَجُوهُ خَارِجَ الْكَرْمِ وَقَتَلُوهُ. فَمَاذَا يَفْعَلُ بِهِمْ صَاحِبُ الْكَرْمِ.
καὶ ; ἐκβαλόντες ; αὐτὸν ἔξω τοῦ ; ἀμπελῶνος ἀπέκτειναν. τί ; οὖν ποιήσει αὐτοῖς ὁ ; κύριος τοῦ ; ἀμπελῶνος;
فَنَظَرَ إِلَيْهِمْ وَقَالَ: إِذًا مَا هُوَ هذَا الْمَكْتُوبُ: الْحَجَرُ الَّذِي رَفَضَهُ الْبَنَّاؤُونَ هُوَ قَدْ صَارَ رَأْسَ الزَّاوِيَةِ.
ὁ ; δὲ ; ἐμβλέψας αὐτοῖς εἶπεν· οὖν τί ἐστιν τοῦτο· τὸ ; γεγραμμένον λίθον ὃν ἀπεδοκίμασαν οἱ ; οἰκοδομοῦντες, οὗτος ἐγενήθη εἰς ; κεφαλὴν γωνίας;
فَإِذًا دَاوُدُ يَدْعُوهُ رَبًّا. فَكَيْفَ يَكُونُ ابْنَهُ..
οὖν Δαυὶδ αὐτὸν ; καλεῖ, κύριον καὶ ; πῶς ἐστιν;¶ αὐτοῦ ; υἱός
فَسَأَلُوهُ قَائِلِينَ: يَا مُعَلِّمُ، مَتَى يَكُونُ هذَا. ومَا هِيَ الْعَلاَمَةُ عِنْدَمَا يَصِيرُ هذَا.
Ἐπηρώτησαν ; δὲ λέγοντες· διδάσκαλε, πότε ; οὖν ἔσται ταῦτα καὶ ; τί τὸ ; σημεῖον ὅταν ; μέλλῃ γίνεσθαι;¶ ταῦτα
فَقَالَ: انْظُرُوا. لاَ تَضِلُّوا. فَإِنَّ كَثِيرِينَ سَيَأْتُونَ بِاسْمِي قَائِلِينَ: إِنِّي أَنَا هُوَ. وَالزَّمَانُ قَدْ قَرُبَ. فَلاَ تَذْهَبُوا وَرَاءَهُمْ.
Ὁ ; δὲ ; εἶπεν· βλέπετε μὴ πλανηθῆτε· γὰρ πολλοὶ ἐλεύσονται ἐπὶ ; τῷ ; ὀνόματί ; μου λέγοντες ὃτι· ἐγώ εἰμι, καὶ ; ὁ ; καιρὸς ἤγγικεν. μὴ ; οὖν πορευθῆτε ὀπίσω ; αὐτῶν.
فَضَعُوا فِي قُلُوبِكُمْ أَنْ لاَ تَهْتَمُّوا مِنْ قَبْلُ لِكَيْ تَحْتَجُّوا،
Θέσθε; οὖν εἰς τὰς; καρδίας; ὑμῶν μὴ προμελετᾶν ἀπολογηθῆναι·