ك
إصحاح
G3305
G3306. ménō
G3307
المعنى المختصر للكلمة
ménō: to stay (in a given place, state, relation or expectancy)
اللفظ الأصلي μένω
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق ménō (men-o)
تكرار الورود في الكتاب 117 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها

a primary verb;

المعنى والشرح المفصل

to stay (in a given place, state, relation or expectancy)

الإنجليزية — KJV Translation Tags
abide continue dwell endure be present remain stand tarry (for) X thine own

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

μένει (20×) μείνῃ (6×) μείνατε (6×) μένειν (5×) ἔμεινεν (4×) μένων (4×) μένετε (3×) μένει· (3×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (117 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
متى 10: 11 Mat.10.11
وَأَيَّةُ مَدِينَةٍ أَوْ قَرْيَةٍ دَخَلْتُمُوهَا فَافْحَصُوا مَنْ فِيهَا مُسْتَحِقٌّ، وَأَقِيمُوا هُنَاكَ حَتَّى تَخْرُجُوا.
εἰς ; ἣν ; δ᾽ πόλιν ἢ κώμην εἰσέλθητε, ἐξετάσατε τίς ἐν ; αὐτῇ ἄξιός ; ἐστιν μείνατε κἀκεῖ ἕως ἂν ; ἐξέλθητε.
متى 11: 23 Mat.11.23
وَأَنْتِ يَا كَفْرَنَاحُومَ الْمُرْتَفِعَةَ إِلَى السَّمَاءِ. سَتُهْبَطِينَ إِلَى الْهَاوِيَةِ. لأَنَّهُ لَوْ صُنِعَتْ فِي سَدُومَ الْقُوَّاتُ الْمَصْنُوعَةُ فِيكِ لَبَقِيَتْ إِلَى الْيَوْمِ.
Καὶ ; σὺ Καφαρναούμ, ἡ; ὑψωθεῖσα ἕως τοῦ ; οὐρανοῦ καταβιβασθήσῃ ἕως ᾅδου ὅτι εἰ ἐγένοντο ἐν Σοδόμοις αἱ ; δυνάμεις αἱ ; γενόμεναι ἐν ; σοί, ἔμειναν μέχρι τῆς ; σήμερον.
متى 26: 38 Mat.26.38
فَقَالَ لَهُمْ: نَفْسِي حَزِينَةٌ جِدًّا حَتَّى الْمَوْتِ. اُمْكُثُوا ههُنَا وَاسْهَرُوا مَعِي.
Τότε ; λέγει αὐτοῖς ἡ ; ψυχή ; μου περίλυπός ; ἐστιν ἕως θανάτου· μείνατε ὧδε καὶ ; γρηγορεῖτε μετ᾽ ; ἐμοῦ.¶
وَقَالَ لَهُمْ: حَيْثُمَا دَخَلْتُمْ بَيْتًا فَأَقِيمُوا فِيهِ حَتَّى تَخْرُجُوا مِنْ هُنَاكَ.
καὶ ; ἔλεγεν αὐτοῖς· ὅπου ; ἐὰν εἰσέλθητε εἰς ; οἰκίαν, μένετε ἐκεῖ ἕως ἂν ; ἐξέλθητε ἐκεῖθεν.
فَقَالَ لَهُمْ: نَفْسي حَزِينَةٌ جِدًّا حَتَّى الْمَوْتِ. اُمْكُثُوا هُنَا وَاسْهَرُوا.
καὶ ; λέγει αὐτοῖς· ἡ ; ψυχή ; μου περίλυπός ; ἐστιν ἕως θανάτου. μείνατε ὧδε καὶ ; γρηγορεῖτε.
وَلَمَّا خَرَجَ إِلَى الأَرْضِ اسْتَقْبَلَهُ رَجُلٌ مِنَ الْمَدِينَةِ كَانَ فِيهِ شَيَاطِينُ مُنْذُ زَمَانٍ طَوِيل، وَكَانَ لاَ يَلْبَسُ ثَوْبًا، وَلاَ يُقِيمُ فِي بَيْتٍ، بَلْ فِي الْقُبُورِ.
δὲ Ἐξελθόντι ; αὐτῷ ἐπὶ τὴν ; γῆν ὑπήντησεν ; αὐτῷ ἀνήρ ; τις ἐκ τῆς ; πόλεως εἶχεν; ὃς δαιμόνια. καὶ ; ἐκ χρόνων ἱκανῶν οὐκ ἐνεδιδύσκετο ἱμάτιον καὶ ; οὐκ ἔμενεν ἐν οἰκίᾳ ἀλλ᾽ ἐν τοῖς ; μνήμασιν.
وَأَيُّ بَيْتٍ دَخَلْتُمُوهُ فَهُنَاكَ أَقِيمُوا، وَمِنْ هُنَاكَ اخْرُجُوا.
καὶ ; εἰς ; ἣν ; ἂν οἰκίαν εἰσέλθητε, ἐκεῖ μένετε καὶ ἐκεῖθεν ἐξέρχεσθε.
وَأَقِيمُوا فِي ذلِكَ الْبَيْتِ آكِلِينَ وَشَارِبِينَ مِمَّا عِنْدَهُمْ، لأَنَّ الْفَاعِلَ مُسْتَحِقٌّ أُجْرَتَهُ. لاَ تَنْتَقِلُوا مِنْ بَيْتٍ إِلَى بَيْتٍ.
δὲ ; μένετε ἐν αὐτῇ τῇ ; οἰκίᾳ ἐσθίοντες καὶ ; πίνοντες τὰ παρ᾽ ; αὐτῶν· γὰρ ὁ ; ἐργάτης ἄξιος ; ἐστίν. τοῦ ; μισθοῦ ; αὐτοῦ μὴ μεταβαίνετε ἐξ οἰκίας εἰς οἰκίαν.
فَلَمَّا جَاءَ يَسُوعُ إِلَى الْمَكَانِ، نَظَرَ إِلَى فَوْقُ فَرَآهُ، وَقَالَ لَهُ: يَا زَكَّا، أَسْرِعْ وَانْزِلْ، لأَنَّهُ يَنْبَغِي أَنْ أَمْكُثَ الْيَوْمَ فِي بَيْتِكَ.
καὶ ; ὡς ἦλθεν ὁ ; Ἰησοῦς ἐπὶ τὸν ; τόπον, ἀναβλέψας εἶδεν ; αὐτόν καὶ ; εἶπεν πρὸς ; αὐτόν· Ζακχαῖε, σπεύσας κατάβηθι· γὰρ δεῖ με ; μεῖναι. σήμερον ἐν τῷ ; οἴκῳ ; σου
فَأَلْزَمَاهُ قَائِلَيْنِ: امْكُثْ مَعَنَا، لأَنَّهُ نَحْوُ الْمَسَاءِ وَقَدْ مَالَ النَّهَارُ. فَدَخَلَ لِيَمْكُثَ مَعَهُمَا.
καὶ ; παρεβιάσαντο ; αὐτὸν λέγοντες· μεῖνον μεθ᾽ ; ἡμῶν, ὅτι ; ἐστὶν πρὸς ἑσπέραν καὶ κέκλικεν ἡ ; ἡμέρα. καὶ ; εἰσῆλθεν τοῦ ; μεῖναι σὺν ; αὐτοῖς.
فَأَلْزَمَاهُ قَائِلَيْنِ: امْكُثْ مَعَنَا، لأَنَّهُ نَحْوُ الْمَسَاءِ وَقَدْ مَالَ النَّهَارُ. فَدَخَلَ لِيَمْكُثَ مَعَهُمَا.
καὶ ; παρεβιάσαντο ; αὐτὸν λέγοντες· μεῖνον μεθ᾽ ; ἡμῶν, ὅτι ; ἐστὶν πρὸς ἑσπέραν καὶ κέκλικεν ἡ ; ἡμέρα. καὶ ; εἰσῆλθεν τοῦ ; μεῖναι σὺν ; αὐτοῖς.
وَشَهِدَ يُوحَنَّا قَائلاً: إِنِّي قَدْ رَأَيْتُ الرُّوحَ نَازِلاً مِثْلَ حَمَامَةٍ مِنَ السَّمَاءِ فَاسْتَقَرَّ عَلَيْهِ.
καὶ ; ἐμαρτύρησεν Ἰωάννης λέγων ὅτι ; τεθέαμαι τὸ ; πνεῦμα καταβαῖνον ὡσεὶ περιστερὰν ἐξ οὐρανοῦ, καὶ ; ἔμεινεν ἐπ᾽ ; αὐτόν.
وَأَنَا لَمْ أَكُنْ أَعْرِفُهُ، لكِنَّ الَّذِي أَرْسَلَنِي لأُعَمِّدَ بِالْمَاءِ، ذَاكَ قَالَ لِي: الَّذِي تَرَى الرُّوحَ نَازِلاً وَمُسْتَقِرًّا عَلَيْهِ، فَهذَا هُوَ الَّذِي يُعَمِّدُ بِالرُّوحِ الْقُدُسِ.
κἀγὼ οὐκ ᾔδειν ; αὐτόν, ἀλλ᾽ ὁ πέμψας ; με βαπτίζειν ἐν ; ὕδατι, ἐκεῖνός εἶπεν· μοι ὃν ; ἂν ἴδῃς τὸ ; πνεῦμα καταβαῖνον καὶ ; μένον ἐπ᾽ ; αὐτόν, οὗτός ἐστιν ὁ ; βαπτίζων ἐν ; πνεύματι ἁγίῳ.
فَالْتَفَتَ يَسُوعُ وَنَظَرَهُمَا يَتْبَعَانِ، فَقَالَ لَهُمَا: مَاذَا تَطْلُبَانِ. فَقَالاَ: رَبِّي، الَّذِي تَفْسِيرُهُ: يَا مُعَلِّمُ، أَيْنَ تَمْكُثُ.
Στραφεὶς ; δὲ ὁ ; Ἰησοῦς καὶ ; θεασάμενος ; αὐτοὺς ἀκολουθοῦντας λέγει αὐτοῖς· τί ζητεῖτε; οἱ ; δὲ ; εἶπαν ; αὐτῷ· ῥαββί, ὃ ἑρμηνευόμενον διδάσκαλε, ποῦ μένεις;
فَقَالَ لَهُمَا: تَعَالَيَا وَانْظُرَا. فَأَتَيَا وَنَظَرَا أَيْنَ كَانَ يَمْكُثُ، وَمَكَثَا عِنْدَهُ ذلِكَ الْيَوْمَ. وَكَانَ نَحْوَ السَّاعَةِ الْعَاشِرَةِ.
λέγει αὐτοῖς· ἔρχεσθε καὶ ; ἴδετε ἦλθαν καὶ ; εἶδαν ποῦ μένει, καὶ ; ἔμειναν παρ᾽ ; αὐτῷ ἐκείνην· τὴν ; ἡμέραν δέ ; ἦν ὡς ὥρα δεκάτη.
فَقَالَ لَهُمَا: تَعَالَيَا وَانْظُرَا. فَأَتَيَا وَنَظَرَا أَيْنَ كَانَ يَمْكُثُ، وَمَكَثَا عِنْدَهُ ذلِكَ الْيَوْمَ. وَكَانَ نَحْوَ السَّاعَةِ الْعَاشِرَةِ.
λέγει αὐτοῖς· ἔρχεσθε καὶ ; ἴδετε ἦλθαν καὶ ; εἶδαν ποῦ μένει, καὶ ; ἔμειναν παρ᾽ ; αὐτῷ ἐκείνην· τὴν ; ἡμέραν δέ ; ἦν ὡς ὥρα δεκάτη.
وَبَعْدَ هذَا انْحَدَرَ إِلَى كَفْرِنَاحُومَ، هُوَ وَأُمُّهُ وَإِخْوَتُهُ وَتَلاَمِيذُهُ، وَأَقَامُوا هُنَاكَ أَيَّامًا لَيْسَتْ كَثِيرَةً
Μετὰ τοῦτο κατέβη εἰς Καφαρναοὺμ αὐτὸς καὶ ; ἡ ; μήτηρ ; αὐτοῦ καὶ ; οἱ ; ἀδελφοὶ ; αὐτοῦ καὶ ; οἱ ; μαθηταὶ ; αὐτοῦ, καὶ ; ἔμειναν ἐκεῖ ἡμέρας.¶ οὐ πολλὰς
الَّذِي يُؤْمِنُ بِالابْنِ لَهُ حَيَاةٌ أَبَدِيَّةٌ، وَالَّذِي لاَ يُؤْمِنُ بِالابْنِ لَنْ يَرَى حَيَاةً بَلْ يَمْكُثُ عَلَيْهِ غَضَبُ اللهِ.
ὁ πιστεύων εἰς ; τὸν ; υἱὸν ἔχει ζωὴν αἰώνιον· ὁ ; δὲ ἀπειθῶν τῷ ; υἱῷ οὐκ ὄψεται ζωήν, ἀλλ᾽ μένει ἐπ᾽ ; αὐτόν.¶ ἡ ; ὀργὴ τοῦ ; θεοῦ
فَلَمَّا جَاءَ إِلَيْهِ السَّامِرِيُّونَ سَأَلُوهُ أَنْ يَمْكُثَ عِنْدَهُمْ، فَمَكَثَ هُنَاكَ يَوْمَيْنِ.
ὡς ; οὖν ἦλθον πρὸς ; αὐτὸν οἱ ; Σαμαρῖται, ἠρώτων ; αὐτὸν μεῖναι παρ᾽ ; αὐτοῖς. καὶ ; ἔμεινεν ἐκεῖ δύο ; ἡμέρας.
فَلَمَّا جَاءَ إِلَيْهِ السَّامِرِيُّونَ سَأَلُوهُ أَنْ يَمْكُثَ عِنْدَهُمْ، فَمَكَثَ هُنَاكَ يَوْمَيْنِ.
ὡς ; οὖν ἦλθον πρὸς ; αὐτὸν οἱ ; Σαμαρῖται, ἠρώτων ; αὐτὸν μεῖναι παρ᾽ ; αὐτοῖς. καὶ ; ἔμεινεν ἐκεῖ δύο ; ἡμέρας.
وَلَيْسَتْ لَكُمْ كَلِمَتُهُ ثَابِتَةً فِيكُمْ، لأَنَّ الَّذِي أَرْسَلَهُ هُوَ لَسْتُمْ أَنْتُمْ تُؤْمِنُونَ بِهِ.
καὶ ; οὐκ ἔχετε τὸν ; λόγον ; αὐτοῦ μένοντα, ἐν ; ὑμῖν ὅτι ὃν ἀπέστειλεν ἐκεῖνος, οὐ ὑμεῖς πιστεύετε.¶ τούτῳ
اِعْمَلُوا لاَ لِلطَّعَامِ الْبَائِدِ، بَلْ لِلطَّعَامِ الْبَاقِي لِلْحَيَاةِ الأَبَدِيَّةِ الَّذِي يُعْطِيكُمُ ابْنُ الإِنْسَانِ، لأَنَّ هذَا اللهُ الآبُ قَدْ خَتَمَهُ.
ἐργάζεσθε μὴ τὴν ; βρῶσιν τὴν ; ἀπολλυμένην ἀλλὰ τὴν ; βρῶσιν τὴν ; μένουσαν εἰς ; ζωὴν αἰώνιον ἣν ὑμῖν ; δώσει· ὁ ; υἱὸς τοῦ ; ἀνθρώπου γὰρ τοῦτον ὁ ; θεός. ὁ ; πατὴρ ἐσφράγισεν
مَنْ يَأْكُلْ جَسَدِي وَيَشْرَبْ دَمِي يَثْبُتْ فِيَّ وَأَنَا فِيهِ.
ὁ τρώγων μου ; τὴν ; σάρκα καὶ ; πίνων μου ; τὸ ; αἷμα μένει ἐν ; ἐμοὶ κἀγὼ ἐν ; αὐτῷ.
قَالَ لَهُمْ هذَا وَمَكَثَ فِي الْجَلِيلِ.
δὲ ; εἰπὼν αὐτοῖς ταῦτα ἔμεινεν ἐν τῇ ; Γαλιλαίᾳ.¶
فَقَالَ يَسُوعُ لِلْيَهُودِ الَّذِينَ آمَنُوا بِهِ: إِنَّكُمْ إِنْ ثَبَتُّمْ فِي كَلاَمِي فَبِالْحَقِيقَةِ تَكُونُونَ تَلاَمِيذِي،
Ἔλεγεν ; οὖν ὁ ; Ἰησοῦς Ἰουδαίους· ; πρὸς τοὺς ; πεπιστευκότας αὐτῷ ὑμεῖς ἐὰν μείνητε ἐν τῷ ; λόγῳ ; τῷ ; ἐμῷ, ἀληθῶς ἐστε, μαθηταί ; μού
وَالْعَبْدُ لاَ يَبْقَى فِي الْبَيْتِ إِلَى الأَبَدِ، أَمَّا الابْنُ فَيَبْقَى إِلَى الأَبَدِ.
ὁ ; δὲ ; δοῦλος οὐ μένει ἐν τῇ ; οἰκίᾳ εἰς τὸν ; αἰῶνα· δὲ ὁ ; υἱὸς μένει εἰς τὸν ; αἰῶνα.
وَالْعَبْدُ لاَ يَبْقَى فِي الْبَيْتِ إِلَى الأَبَدِ، أَمَّا الابْنُ فَيَبْقَى إِلَى الأَبَدِ.
ὁ ; δὲ ; δοῦλος οὐ μένει ἐν τῇ ; οἰκίᾳ εἰς τὸν ; αἰῶνα· δὲ ὁ ; υἱὸς μένει εἰς τὸν ; αἰῶνα.
قَالَ لَهُمْ يَسُوعُ: لَوْ كُنْتُمْ عُمْيَانًا لَمَا كَانَتْ لَكُمْ خَطِيَّةٌ. وَلكِنِ الآنَ تَقُولُونَ إِنَّنَا نُبْصِرُ، فَخَطِيَّتُكُمْ بَاقِيَةٌ.
εἶπεν αὐτοῖς ὁ ; Ἰησοῦς· εἰ ἦτε, τυφλοὶ ἂν ; οὐκ εἴχετε ἁμαρτίαν. δὲ νῦν λέγετε ὅτι ; βλέπομεν, ἡ ; οὖν ; ἁμαρτία ; ὑμῶν μένει.¶
وَمَضَى أَيْضًا إِلَى عَبْرِ الأُرْدُنِّ إِلَى الْمَكَانِ الَّذِي كَانَ يُوحَنَّا يُعَمِّدُ فِيهِ أَوَّلاً وَمَكَثَ هُنَاكَ.
καὶ ; ἀπῆλθεν πάλιν πέραν τοῦ ; Ἰορδάνου εἰς τὸν ; τόπον ὅπου ἦν Ἰωάννης τὸ ; βαπτίζων, πρῶτον καὶ ; ἔμεινεν ἐκεῖ.
فَلَمَّا سَمِعَ أَنَّهُ مَرِيضٌ مَكَثَ حِينَئِذٍ فِي الْمَوْضِعِ الَّذِي كَانَ فِيهِ يَوْمَيْنِ.
ὡς ; οὖν ἤκουσεν ὅτι ἀσθενεῖ, ἔμεινεν τότε ἐν τόπῳ ᾧ ἦν δύο ; ἡμέρας.