ك
إصحاح
G3305
G3306. ménō
G3307
المعنى المختصر للكلمة
ménō: to stay (in a given place, state, relation or expectancy)
اللفظ الأصلي μένω
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق ménō (men-o)
تكرار الورود في الكتاب 117 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها

a primary verb;

المعنى والشرح المفصل

to stay (in a given place, state, relation or expectancy)

الإنجليزية — KJV Translation Tags
abide continue dwell endure be present remain stand tarry (for) X thine own

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

μένει (20×) μείνῃ (6×) μείνατε (6×) μένειν (5×) ἔμεινεν (4×) μένων (4×) μένετε (3×) μένει· (3×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (117 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
اَلْحَقَّ الْحَقَّ أَقُولُ لَكُمْ: إِنْ لَمْ تَقَعْ حَبَّةُ الْحِنْطَةِ فِي الأَرْضِ وَتَمُتْ فَهِيَ تَبْقَى وَحْدَهَا. وَلكِنْ إِنْ مَاتَتْ تَأْتِي بِثَمَرٍ كَثِيرٍ.
ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν· ἐὰν μὴ πεσὼν ὁ ; κόκκος τοῦ ; σίτου εἰς τὴν ; γῆν ἀποθάνῃ, αὐτὸς μένει· μόνος δὲ ἐὰν ἀποθάνῃ, φέρει. καρπὸν πολὺν
فَأَجَابَهُ الْجَمْعُ: نَحْنُ سَمِعْنَا مِنَ النَّامُوسِ أَنَّ الْمَسِيحَ يَبْقَى إِلَى الأَبَدِ، فَكَيْفَ تَقُولُ أَنْتَ إِنَّهُ يَنْبَغِي أَنْ يَرْتَفِعَ ابْنُ الإِنْسَانِ. مَنْ هُوَ هذَا ابْنُ الإِنْسَانِ.
Ἀπεκρίθη ; οὖν ; αὐτῷ ὁ ; ὄχλος· ἡμεῖς ἠκούσαμεν ἐκ τοῦ ; νόμου ὅτι ὁ ; χριστὸς μένει εἰς τὸν ; αἰῶνα, καὶ ; πῶς λέγεις σὺ ὅτι δεῖ ὑψωθῆναι τὸν ; υἱὸν τοῦ ; ἀνθρώπου; τίς ἐστιν οὗτος ὁ ; υἱὸς τοῦ ; ἀνθρώπου;¶
أَنَا قَدْ جِئْتُ نُورًا إِلَى الْعَالَمِ، حَتَّى كُلُّ مَنْ يُؤْمِنُ بِي لاَ يَمْكُثُ فِي الظُّلْمَةِ.
ἐγὼ ἐλήλυθα, φῶς εἰς τὸν ; κόσμον ἵνα πᾶς ; ὁ πιστεύων εἰς ; ἐμὲ μὴ μείνῃ. ἐν τῇ ; σκοτίᾳ
أَلَسْتَ تُؤْمِنُ أَنِّي أَنَا فِي الآبِ وَالآبَ فِيَّ. الْكَلاَمُ الَّذِي أُكَلِّمُكُمْ بِهِ لَسْتُ أَتَكَلَّمُ بِهِ مِنْ نَفْسِي، لكِنَّ الآبَ الْحَالَّ فِيَّ هُوَ يَعْمَلُ الأَعْمَالَ.
οὐ πιστεύεις ὅτι ἐγὼ ἐν τῷ ; πατρὶ καὶ ; ὁ ; πατὴρ ἐν ; ἐμοί τὰ ; ῥήματα ἃ ἐγὼ ; λαλῶ; ὑμῖν οὐ λαλῶ· ἀπ᾽ ἐμαυτοῦ δὲ ὁ ; πατὴρ ὁ ; μένων ἐν ; ἐμοὶ αὐτὸς ποιεῖ τὰ ; ἔργα
وَأَنَا أَطْلُبُ مِنَ الآبِ فَيُعْطِيكُمْ مُعَزِّيًا آخَرَ لِيَمْكُثَ مَعَكُمْ إِلَى الأَبَدِ،
κἀγὼ ἐρωτήσω τὸν ; πατέρα, καὶ ; δώσει ; ὑμῖν, παράκλητον ἄλλον ἵνα ; μένῃ μεθ᾽ ; ὑμῶν εἰς τὸν ; αἰῶνα
رُوحُ الْحَقِّ الَّذِي لاَ يَسْتَطِيعُ الْعَالَمُ أَنْ يَقْبَلَهُ، لأَنَّهُ لاَ يَرَاهُ وَلاَ يَعْرِفُهُ، وَأَمَّا أَنْتُمْ فَتَعْرِفُونَهُ لأَنَّهُ مَاكِثٌ مَعَكُمْ وَيَكُونُ فِيكُمْ.
τὸ ; πνεῦμα τῆς ; ἀληθείας, ὃ οὐ δύναται ὁ ; κόσμος λαβεῖν, ὅτι οὐ θεωρεῖ ; αὐτὸ οὐδὲ γινώσκει ; αὐτό· ὑμεῖς γινώσκετε ; αὐτό, ὅτι μένει παρ᾽ ; ὑμῖν καὶ ; ἔσται. ἐν ; ὑμῖν
بِهذَا كَلَّمْتُكُمْ وَأَنَا عِنْدَكُمْ.
Ταῦτα λελάληκα ; ὑμῖν παρ᾽ ; ὑμῖν ; μένων·
اُثْبُتُوا فِيَّ وَأَنَا فِيكُمْ. كَمَا أَنَّ الْغُصْنَ لاَ يَقْدِرُ أَنْ يَأْتِيَ بِثَمَرٍ مِنْ ذَاتِهِ إِنْ لَمْ يَثْبُتْ فِي الْكَرْمَةِ، كَذلِكَ أَنْتُمْ أَيْضًا إِنْ لَمْ تَثْبُتُوا فِيَّ.
μείνατε ἐν ; ἐμοὶ κἀγὼ ἐν ; ὑμῖν. καθὼς τὸ ; κλῆμα οὐ δύναται φέρειν καρπὸν ἀφ᾽ ἑαυτοῦ ἐὰν μὴ μείνῃ ἐν τῇ ; ἀμπέλῳ, οὕτως ὑμεῖς οὐδὲ ἐὰν μὴ μείνητε ἐν ; ἐμοὶ
اُثْبُتُوا فِيَّ وَأَنَا فِيكُمْ. كَمَا أَنَّ الْغُصْنَ لاَ يَقْدِرُ أَنْ يَأْتِيَ بِثَمَرٍ مِنْ ذَاتِهِ إِنْ لَمْ يَثْبُتْ فِي الْكَرْمَةِ، كَذلِكَ أَنْتُمْ أَيْضًا إِنْ لَمْ تَثْبُتُوا فِيَّ.
μείνατε ἐν ; ἐμοὶ κἀγὼ ἐν ; ὑμῖν. καθὼς τὸ ; κλῆμα οὐ δύναται φέρειν καρπὸν ἀφ᾽ ἑαυτοῦ ἐὰν μὴ μείνῃ ἐν τῇ ; ἀμπέλῳ, οὕτως ὑμεῖς οὐδὲ ἐὰν μὴ μείνητε ἐν ; ἐμοὶ
اُثْبُتُوا فِيَّ وَأَنَا فِيكُمْ. كَمَا أَنَّ الْغُصْنَ لاَ يَقْدِرُ أَنْ يَأْتِيَ بِثَمَرٍ مِنْ ذَاتِهِ إِنْ لَمْ يَثْبُتْ فِي الْكَرْمَةِ، كَذلِكَ أَنْتُمْ أَيْضًا إِنْ لَمْ تَثْبُتُوا فِيَّ.
μείνατε ἐν ; ἐμοὶ κἀγὼ ἐν ; ὑμῖν. καθὼς τὸ ; κλῆμα οὐ δύναται φέρειν καρπὸν ἀφ᾽ ἑαυτοῦ ἐὰν μὴ μείνῃ ἐν τῇ ; ἀμπέλῳ, οὕτως ὑμεῖς οὐδὲ ἐὰν μὴ μείνητε ἐν ; ἐμοὶ
أَنَا الْكَرْمَةُ وَأَنْتُمُ الأَغْصَانُ. الَّذِي يَثْبُتُ فِيَّ وَأَنَا فِيهِ هذَا يَأْتِي بِثَمَرٍ كَثِيرٍ، لأَنَّكُمْ بِدُونِي لاَ تَقْدِرُونَ أَنْ تَفْعَلُوا شَيْئًا.
ἐγώ ; εἰμι ἡ ; ἄμπελος, ὑμεῖς τὰ ; κλήματα. ὁ μένων ἐν ; ἐμοὶ κἀγὼ ἐν ; αὐτῷ, οὗτος φέρει καρπὸν πολύν· ὅτι χωρὶς ; ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν.
إِنْ كَانَ أَحَدٌ لاَ يَثْبُتُ فِيَّ يُطْرَحُ خَارِجًا كَالْغُصْنِ، فَيَجِفُّ وَيَجْمَعُونَهُ وَيَطْرَحُونَهُ فِي النَّارِ، فَيَحْتَرِقُ.
ἐὰν τις μή μείνῃ ἐν ; ἐμοί, ἐβλήθη ἔξω ὡς ; τὸ ; κλῆμα καὶ ; ἐξηράνθη, καὶ ; συνάγουσιν ; αὐτὰ καὶ ; βάλλουσιν, εἰς τὸ ; πῦρ καὶ ; καίεται.
إِنْ ثَبَتُّمْ فِيَّ وَثَبَتَ كَلاَمِي فِيكُمْ تَطْلُبُونَ مَا تُرِيدُونَ فَيَكُونُ لَكُمْ.
ἐὰν μείνητε ἐν ; ἐμοὶ καὶ ; μείνῃ, τὰ ; ῥήματά ; μου ἐν ; ὑμῖν αἰτήσεσθε ὃ θέλητε καὶ ; γενήσεται ὑμῖν.
إِنْ ثَبَتُّمْ فِيَّ وَثَبَتَ كَلاَمِي فِيكُمْ تَطْلُبُونَ مَا تُرِيدُونَ فَيَكُونُ لَكُمْ.
ἐὰν μείνητε ἐν ; ἐμοὶ καὶ ; μείνῃ, τὰ ; ῥήματά ; μου ἐν ; ὑμῖν αἰτήσεσθε ὃ θέλητε καὶ ; γενήσεται ὑμῖν.
كَمَا أَحَبَّنِي الآبُ كَذلِكَ أَحْبَبْتُكُمْ أَنَا. اُثْبُتُوا فِي مَحَبَّتِي.
καθὼς ἠγάπησέν ; με ὁ ; πατήρ, κἀγὼ ; ὑμᾶς ; ἠγάπησα· μείνατε ἐν τῇ ; ἀγάπῃ ; τῇ ; ἐμῇ.
إِنْ حَفِظْتُمْ وَصَايَايَ تَثْبُتُونَ فِي مَحَبَّتِي، كَمَا أَنِّي أَنَا قَدْ حَفِظْتُ وَصَايَا أَبِي وَأَثْبُتُ فِي مَحَبَّتِهِ.
ἐὰν τηρήσητε, τὰς ; ἐντολάς ; μου μενεῖτε ἐν τῇ ; ἀγάπῃ ; μου· καθὼς ἐγὼ τετήρηκα, τὰς ; ἐντολὰς τοῦ ; πατρός ; μου καὶ ; μένω ἐν αὐτοῦ ; τῇ ; ἀγάπῃ.¶
إِنْ حَفِظْتُمْ وَصَايَايَ تَثْبُتُونَ فِي مَحَبَّتِي، كَمَا أَنِّي أَنَا قَدْ حَفِظْتُ وَصَايَا أَبِي وَأَثْبُتُ فِي مَحَبَّتِهِ.
ἐὰν τηρήσητε, τὰς ; ἐντολάς ; μου μενεῖτε ἐν τῇ ; ἀγάπῃ ; μου· καθὼς ἐγὼ τετήρηκα, τὰς ; ἐντολὰς τοῦ ; πατρός ; μου καὶ ; μένω ἐν αὐτοῦ ; τῇ ; ἀγάπῃ.¶
كَلَّمْتُكُمْ بِهذَا لِكَيْ يَثْبُتَ فَرَحِي فِيكُمْ وَيُكْمَلَ فَرَحُكُمْ.
λελάληκα ; ὑμῖν Ταῦτα ἵνα μείνῃ ἡ ; χαρὰ ; ἡ ; ἐμὴ ἐν ; ὑμῖν καὶ ; πληρωθῇ. ἡ ; χαρὰ ; ὑμῶν
لَيْسَ أَنْتُمُ اخْتَرْتُمُونِي بَلْ أَنَا اخْتَرْتُكُمْ، وَأَقَمْتُكُمْ لِتَذْهَبُوا وَتَأْتُوا بِثَمَرٍ، وَيَدُومَ ثَمَرُكُمْ، لِكَيْ يُعْطِيَكُمُ الآبُ كُلَّ مَا طَلَبْتُمْ بِاسْمِي.
Οὐχ ὑμεῖς με ; ἐξελέξασθε, ἀλλ᾽ ἐγὼ ἐξελεξάμην ; ὑμᾶς καὶ ; ἔθηκα ; ὑμᾶς ἵνα ; ὑμεῖς ; ὑπάγητε καὶ ; φέρητε, καρπὸν καὶ ; μένῃ· ὁ ; καρπὸς ; ὑμῶν ἵνα δῷ ; ὑμῖν.¶ τὸν ; πατέρα ὅ ; τι ; ἂν αἰτήσητε ἐν ; τῷ ; ὀνόματί ; μου,
ثُمَّ إِذْ كَانَ اسْتِعْدَادٌ، فَلِكَيْ لاَ تَبْقَى الأَجْسَادُ عَلَى الصَّلِيبِ فِي السَّبْتِ، لأَنَّ يَوْمَ ذلِكَ السَّبْتِ كَانَ عَظِيمًا، سَأَلَ الْيَهُودُ بِيلاَطُسَ أَنْ تُكْسَرَ سِيقَانُهُمْ وَيُرْفَعُوا.
οὖν ἐπεὶ ἦν, παρασκευὴ ἵνα μὴ μείνῃ τὰ ; σώματα ἐπὶ τοῦ ; σταυροῦ ἐν τῷ ; σαββάτῳ, γὰρ ἡ ; ἡμέρα ἐκείνου τοῦ ; σαββάτου, ἦν μεγάλη ἠρώτησαν Οἱ ; Ἰουδαῖοι, τὸν ; Πιλᾶτον ἵνα κατεαγῶσιν αὐτῶν ; τὰ ; σκέλη καὶ ; ἀρθῶσιν.
قَالَ لَهُ يَسُوعُ: إِنْ كُنْتُ أَشَاءُ أَنَّهُ يَبْقَى حَتَّى أَجِيءَ، فَمَاذَا لَكَ. اتْبَعْنِي أَنْتَ..
λέγει αὐτῷ ὁ ; Ἰησοῦς· ἐὰν θέλω αὐτὸν μένειν ἕως ἔρχομαι, τί πρὸς ; σέ; μοι ; ἀκολούθει.¶ σύ
فَذَاعَ هذَا الْقَوْلُ بَيْنَ الإِخْوَةِ: إِنَّ ذلِكَ التِّلْمِيذَ لاَ يَمُوتُ. وَلكِنْ لَمْ يَقُلْ لَهُ يَسُوعُ إِنَّهُ لاَ يَمُوتُ، بَلْ: إِنْ كُنْتُ أَشَاءُ أَنَّهُ يَبْقَى حَتَّى أَجِيءَ، فَمَاذَا لَكَ..
Ἐξῆλθεν ; οὖν οὗτος ὁ ; λόγος εἰς τοὺς ; ἀδελφοὺς ὅτι ἐκεῖνος ὁ ; μαθητὴς οὐκ ἀποθνῄσκει· καὶ ; δὲ οὐκ εἶπεν αὐτῷ ὁ ; Ἰησοῦς ὅτι οὐκ ἀποθνῄσκει, ἀλλ᾽ ἐὰν θέλω αὐτὸν μένειν ἕως ἔρχομαι, τί πρὸς ; σέ;
أَلَيْسَ وَهُوَ بَاق كَانَ يَبْقَى لَكَ. وَلَمَّا بِيعَ، أَلَمْ يَكُنْ فِي سُلْطَانِكَ. فَمَا بَالُكَ وَضَعْتَ فِي قَلْبِكَ هذَا الأَمْرَ. أَنْتَ لَمْ تَكْذِبْ عَلَى النَّاسِ بَلْ عَلَى اللهِ.
οὐχὶ μένον ἔμενεν ; σοὶ καὶ πραθὲν ὑπῆρχεν; ἐν τῇ ; σῇ ; ἐξουσίᾳ τί ; ὅτι ἔθου ἐν τῇ ; καρδίᾳ ; σου τοῦτο; τὸ ; πρᾶγμα οὐκ ; ἐψεύσω ἀνθρώποις ἀλλὰ τῷ ; θεῷ.
وَمَكَثَ أَيَّامًا كَثِيرَةً فِي يَافَا، عِنْدَ سِمْعَانَ رَجُل دَبَّاغٍ.
δὲ ; μεῖναι ἡμέρας ἱκανὰς ἐν Ἰόππῃ παρά Σίμωνι τινι ; βυρσεῖ.¶
فَلَمَّا اعْتَمَدَتْ هِيَ وَأَهْلُ بَيْتِهَا طَلَبَتْ قَائِلَةً: إِنْ كُنْتُمْ قَدْ حَكَمْتُمْ أَنِّي مُؤْمِنَةٌ بِالرَّبِّ، فَادْخُلُوا بَيْتِي وَامْكُثُوا. فَأَلْزَمَتْنَا.
ὡς ; δὲ ἐβαπτίσθη καὶ ; ὁ ; οἶκος ; αὐτῆς, παρεκάλεσεν λέγουσα· εἰ κεκρίκατέ με πιστὴν ; εἶναι, τῷ ; κυρίῳ εἰσελθόντες εἰς ; τὸν ; μου ; οἶκόν μείνατε καὶ ; παρεβιάσατο ; ἡμᾶς.¶
وَلِكَوْنِهِ مِنْ صِنَاعَتِهِمَا أَقَامَ عِنْدَهُمَا وَكَانَ يَعْمَلُ، لأَنَّهُمَا كَانَا فِي صِنَاعَتِهِمَا خِيَامِيَّيْنِ.
καὶ ; διὰ ; εἶναι τὸ ; ὁμότεχνον ἔμενεν παρ᾽ ; αὐτοῖς καὶ ; ἠργάζετο· γὰρ ἦσαν τὴν; τέχνην σκηνοποιοὶ
وَإِذْ كَانُوا يَطْلُبُونَ أَنْ يَمْكُثَ عِنْدَهُمْ زَمَانًا أَطْوَلَ لَمْ يُجِبْ.
δὲ αὐτῶν ἐρωτώντων μεῖναι παρ᾽ ; αὐτοῖς χρόνον πλείονα οὐκ ἐπένευσεν·
ثُمَّ سَافَرْنَا مِنْ هُنَاكَ فِي الْبَحْرِ وَأَقْبَلْنَا فِي الْغَدِ إِلَى مُقَابِلِ خِيُوسَ. وَفِي الْيَوْمِ الآخَرِ وَصَلْنَا إِلَى سَامُوسَ، وَأَقَمْنَا فِي تُرُوجِيلِيُّونَ، ثُمَّ فِي الْيَوْمِ التَّالِي جِئْنَا إِلَى مِيلِيتُسَ،
κἀκεῖθεν ; ἀποπλεύσαντες κατηντήσαμεν τῇ ; ἐπιούσῃ ἀντικρύ Χίου, τῇ ; δὲ ; ἑτέρᾳ παρεβάλομεν εἰς Σάμον καὶ ; μείναντες ἐν Τρωγυλλίῳ, τῇ ; δὲ ; ἐχομένῃ ἤλθομεν εἰς Μίλητον.
غَيْرَ أَنَّ الرُّوحَ الْقُدُسَ يَشْهَدُ فِي كُلِّ مَدِينَةٍ قَائِلاً: إِنَّ وُثُقًا وَشَدَائِدَ تَنْتَظِرُنِي.
πλὴν ὅτι τὸ ; πνεῦμα τὸ ; ἅγιον διαμαρτύρεταί κατὰ πόλιν λέγον ὅτι δεσμὰ καὶ ; θλίψεις με ; μένουσιν.
وَلَمَّا أَكْمَلْنَا السَّفَرَ مِنْ صُورَ، أَقْبَلْنَا إِلَى بُتُولِمَايِسَ، فَسَلَّمْنَا عَلَى الإِخْوَةِ وَمَكَثْنَا عِنْدَهُمْ يَوْمًا وَاحِدًا.
δὲ ἡμεῖς ; διανύσαντες τὸν ; πλοῦν ἀπὸ Τύρου κατηντήσαμεν εἰς Πτολεμαΐδα, καὶ ; ἀσπασάμενοι τοὺς ; ἀδελφοὺς ἐμείναμεν παρ᾽ ; αὐτοῖς.¶ ἡμέραν μίαν