المعنى المختصر للكلمة
laléō:
to talk, i.e. utter
words
اللفظ الأصلي
λαλέω
نوع الكلمة
اسم
طريقة النطق
laléō
(lal-eh-o)
تكرار الورود في الكتاب
242
مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل
to talk, i.e. utter words
الإنجليزية — KJV Translation Tags
preach
say
speak (after)
talk
tell
utter
أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك
أشكال الكلمة في النص الأصلي:
ἐλάλησεν (18×)
λαλῶν (12×)
λαλεῖν (12×)
λαλοῦντος (11×)
ἐλάλησαν (9×)
λαλῆσαι (7×)
λαλεῖ (7×)
ἐλάλουν (4×)
شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (242 آية)
شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
مرقس 14: 9
Mrk.14.9
اَلْحَقَّ أَقُولُ لَكُمْ: حَيْثُمَا يُكْرَزْ بِهذَا الإِنْجِيلِ فِي كُلِّ الْعَالَمِ، يُخْبَرْ أَيْضًا بِمَا فَعَلَتْهُ هذِهِ، تَذْكَارًا لَهَا.
ἀμὴν λέγω ὑμῖν· ὅπου ; ἂν κηρυχθῇ τὸ ; τοῦτο εὐαγγέλιον εἰς ὅλον τὸν ; κόσμον, λαληθήσεται καὶ ὃ ἐποίησεν αὕτη μνημόσυνον εἰς ; αὐτῆς.¶
مرقس 14: 43
Mrk.14.43
وَلِلْوَقْتِ فِيمَا هُوَ يَتَكَلَّمُ أَقْبَلَ يَهُوذَا، وَاحِدٌ مِنَ الاثْنَيْ عَشَرَ، وَمَعَهُ جَمْعٌ كَثِيرٌ بِسُيُوفٍ وَعِصِيٍّ مِنْ عِنْدِ رُؤَسَاءِ الْكَهَنَةِ وَالْكَتَبَةِ وَالشُّيُوخِ.
Καὶ ; εὐθὺς ἔτι αὐτοῦ λαλοῦντος παραγίνεται Ἰούδας, εἷς ; ὢν τῶν δώδεκα, καὶ ; μετ᾽ ; αὐτοῦ ὄχλος πολὺς μετὰ ; μαχαιρῶν καὶ ; ξύλων παρὰ τῶν ; ἀρχιερέων καὶ ; τῶν ; γραμματέων καὶ ; τῶν ; πρεσβυτέρων.
مرقس 16: 17
Mrk.16.17
وَهذِهِ الآيَاتُ تَتْبَعُ الْمُؤْمِنِينَ: يُخْرِجُونَ الشَّيَاطِينَ بِاسْمِي، وَيَتَكَلَّمُونَ بِأَلْسِنَةٍ جَدِيدَةٍ.
δὲ ; ταῦτα Σημεῖα παρακολουθήσει· τοῖς ; πιστεύσασιν ἐκβαλοῦσιν, δαιμόνια ἐν ; τῷ ; ὀνόματί ; μου λαλήσουσιν γλώσσαις καιναῖς,
لوقا 1: 20
Luk.1.20
وَهَا أَنْتَ تَكُونُ صَامِتًا وَلاَ تَقْدِرُ أَنْ تَتَكَلَّمَ، إِلَى الْيَوْمِ الَّذِي يَكُونُ فِيهِ هذَا، لأَنَّكَ لَمْ تُصَدِّقْ كَلاَمِي الَّذِي سَيَتِمُّ فِي وَقْتِهِ.
καὶ ; ἰδοὺ ἔσῃ σιωπῶν καὶ ; μὴ δυνάμενος λαλῆσαι ἄχρι ἡμέρας ἧς γένηται ταῦτα, ἀνθ᾽ ; ὧν οὐκ ἐπίστευσας τοῖς ; λόγοις ; μου οἵτινες πληρωθήσονται εἰς τὸν ; καιρὸν ; αὐτῶν.¶
لوقا 1: 45
Luk.1.45
فَطُوبَى لِلَّتِي آمَنَتْ أَنْ يَتِمَّ مَا قِيلَ لَهَا مِنْ قِبَلِ الرَّبِّ.
καὶ ; μακαρία ἡ πιστεύσασα ὅτι ἔσται ; τελείωσις τοῖς λελαλημένοις αὐτῇ παρὰ κυρίου.¶
لوقا 1: 55
Luk.1.55
كَمَا كَلَّمَ آبَاءَنَا. لإِبْراهِيمَ وَنَسْلِهِ إِلَى الأَبَدِ.
καθὼς ἐλάλησεν πρὸς ; τοὺς ; πατέρας ; ἡμῶν, τῷ ; Ἀβραὰμ καὶ ; τῷ ; σπέρματι ; αὐτοῦ εἰς τὸν ; αἰῶνα.¶
لوقا 1: 64
Luk.1.64
وَفِي الْحَالِ انْفَتَحَ فَمُهُ وَلِسَانُهُ وَتَكَلَّمَ وَبَارَكَ اللهَ.
δὲ παραχρῆμα Ἀνεῴχθη τὸ ; στόμα ; αὐτοῦ καὶ ; ἡ ; γλῶσσα ; αὐτοῦ καὶ ; ἐλάλει εὐλογῶν τὸν ; θεόν.
لوقا 1: 70
Luk.1.70
كَمَا تَكَلَّمَ بِفَمِ أَنْبِيَائِهِ الْقِدِّيسِينَ الَّذِينَ هُمْ مُنْذُ الدَّهْرِ،
καθὼς ἐλάλησεν διὰ ; στόματος τῶν ; προφητῶν ; αὐτοῦ· ἁγίων τῶν ἀπ᾽ ; αἰῶνος
لوقا 2: 17
Luk.2.17
فَلَمَّا رَأَوْهُ أَخْبَرُوا بِالْكَلاَمِ الَّذِي قِيلَ لَهُمْ عَنْ هذَا الصَّبِيِّ.
δὲ ἰδόντες διεγνώρισαν περὶ ; τοῦ ; ῥήματος τοῦ λαληθέντος αὐτοῖς περὶ τούτου. τοῦ ; παιδίου
لوقا 2: 18
Luk.2.18
وَكُلُّ الَّذِينَ سَمِعُوا تَعَجَّبُوا مِمَّا قِيلَ لَهُمْ مِنَ الرُّعَاةِ.
καὶ ; πάντες οἱ ἀκούσαντες ἐθαύμασαν περὶ ; τῶν λαληθέντων πρὸς ; αὐτούς.¶ ὑπὸ τῶν ; ποιμένων
لوقا 2: 20
Luk.2.20
ثُمَّ رَجَعَ الرُّعَاةُ وَهُمْ يُمَجِّدُونَ اللهَ وَيُسَبِّحُونَهُ عَلَى كُلِّ مَا سَمِعُوهُ وَرَأَوْهُ كَمَا قِيلَ لَهُمْ.
καὶ ἐπέστρεψαν οἱ ; ποιμένες δοξάζοντες τὸν ; θεὸν καὶ ; αἰνοῦντες ἐπὶ πᾶσιν οἷς ἤκουσαν καὶ ; εἶδον καθὼς ἐλαλήθη πρὸς ; αὐτούς.¶
لوقا 2: 33
Luk.2.33
وَكَانَ يُوسُفُ وَأُمُّهُ يَتَعَجَّبَانِ مِمَّا قِيلَ فِيهِ.
Καὶ ; ἦν Ἰωσὴφ αὐτοῦ ; καὶ ; ἡ ; μήτηρ θαυμάζοντες ἐπὶ ; τοῖς λαλουμένοις περὶ ; αὐτοῦ.
لوقا 2: 38
Luk.2.38
فَهِيَ فِي تِلْكَ السَّاعَةِ وَقَفَتْ تُسَبِّحُ الرَّبَّ، وَتَكَلَّمَتْ عَنْهُ مَعَ جَمِيعِ الْمُنْتَظِرِينَ فِدَاءً فِي أُورُشَلِيمَ.
καὶ ; αὕτη ; αὐτῇ τῇ ὥρᾳ ἐπιστᾶσα ἀνθωμολογεῖτο τῷ ; κυρίῳ καὶ ; ἐλάλει περὶ ; αὐτοῦ πᾶσιν τοῖς ; προσδεχομένοις λύτρωσιν ἐν Ἰερουσαλήμ.¶
لوقا 2: 50
Luk.2.50
فَلَمْ يَفْهَمَا الْكَلاَمَ الَّذِي قَالَهُ لَهُمَا.
καὶ ; οὐ αὐτοὶ ; συνῆκαν τὸ ; ῥῆμα ὃ ἐλάλησεν αὐτοῖς.
لوقا 4: 41
Luk.4.41
وَكَانَتْ شَيَاطِينُ أَيْضًا تَخْرُجُ مِنْ كَثِيرِينَ وَهِيَ تَصْرُخُ وَتَقُولُ: أَنْتَ الْمَسِيحُ ابْنُ اللهِ. فَانْتَهَرَهُمْ وَلَمْ يَدَعْهُمْ يَتَكَلَّمُونَ، لأَنَّهُمْ عَرَفُوهُ أَنَّهُ الْمَسِيحُ.
δὲ δαιμόνια καὶ ἐξήρχετο ἀπὸ πολλῶν κράζοντα καὶ ; λέγοντα ὅτι ; σὺ ; εἶ ὁ ; χριστὸς ὁ ; υἱὸς τοῦ ; θεοῦ. καὶ ; ἐπιτιμῶν οὐκ εἴα ; αὐτὰ λαλεῖν ὅτι ᾔδεισαν ; αὐτὸν εἶναι.¶ τὸν ; χριστὸν
لوقا 5: 4
Luk.5.4
وَلَمَّا فَرَغَ مِنَ الْكَلاَمِ قَالَ لِسِمْعَانَ: ابْعُدْ إِلَى الْعُمْقِ وَأَلْقُوا شِبَاكَكُمْ لِلصَّيْدِ.
Ὡς ; δὲ ἐπαύσατο λαλῶν εἶπεν πρὸς ; τὸν ; Σίμωνα· ἐπανάγαγε εἰς τὸ ; βάθος, καὶ ; χαλάσατε τὰ ; δίκτυα ; ὑμῶν εἰς ; ἄγραν.
لوقا 5: 21
Luk.5.21
فَابْتَدَأَ الْكَتَبَةُ وَالْفَرِّيسِيُّونَ يُفَكِّرُونَ قَائِلِينَ مَنْ هذَا الَّذِي يَتَكَلَّمُ بِتَجَادِيفَ. مَنْ يَقْدِرُ أَنْ يَغْفِرَ خَطَايَا إِلاَّ اللهُ وَحْدَهُ.
καὶ ; ἤρξαντο οἱ ; γραμματεῖς καὶ ; οἱ ; Φαρισαῖοι διαλογίζεσθαι λέγοντες· τίς ἐστιν ; οὗτος ὃς λαλεῖ βλασφημίας; τίς δύναται ἀφιέναι ἁμαρτίας εἰ ; μὴ ὁ ; θεός;¶ μόνος
لوقا 6: 45
Luk.6.45
اَلإِنْسَانُ الصَّالِحُ مِنْ كَنْزِ قَلْبِهِ الصَّالِحِ يُخْرِجُ الصَّلاَحَ، وَالإِنْسَانُ الشِّرِّيرُ مِنْ كَنْزِ قَلْبِهِ الشِّرِّيرِ يُخْرِجُ الشَّرَّ. فَإِنَّهُ مِنْ فَضْلَةِ الْقَلْبِ يَتَكَلَّمُ فَمُهُ.
Ὁ ; ἄνθρωπος ἀγαθὸς ἐκ τοῦ ; θησαυροῦ τῆς ; καρδίας ; αὐτοῦ ἀγαθοῦ προφέρει τὸ ; ἀγαθόν, καὶ ; ὁ ; ἄνθρωπος πονηρὸς ἐκ τοῦ ; θησαυροῦ τῆς ; καρδίας ; αὑτοῦ πονηροῦ προφέρει τὸ ; πονηρόν· γὰρ ἐκ τοῦ ; περισσεύματος τῆς ; καρδίας λαλεῖ τὸ ; στόμα ; αὐτοῦ.
لوقا 7: 15
Luk.7.15
فَجَلَسَ الْمَيْتُ وَابْتَدَأَ يَتَكَلَّمُ، فَدَفَعَهُ إِلَى أُمِّهِ.
καὶ ; ἀνεκάθισεν ὁ ; νεκρὸς καὶ ; ἤρξατο λαλεῖν. καὶ ; ἔδωκεν ; αὐτὸν τῇ μητρὶ ; αὐτοῦ.
لوقا 8: 49
Luk.8.49
وَبَيْنَمَا هُوَ يَتَكَلَّمُ، جَاءَ وَاحِدٌ مِنْ دَارِ رَئِيسِ الْمَجْمَعِ قَائِلاً لَهُ: قَدْ مَاتَتِ ابْنَتُكَ. لاَ تُتْعِبِ الْمُعَلِّمَ.
Ἔτι αὐτοῦ λαλοῦντος ἔρχεταί τις παρὰ τοῦ ; ἀρχισυναγώγου λέγων αὐτῷ ὅτι ; τέθνηκεν ἡ ; θυγάτηρ ; σου· μὴ σκύλλε τὸν ; διδάσκαλον.
لوقا 11: 14
Luk.11.14
وَكَانَ يُخْرِجُ شَيْطَانًا، وَكَانَ ذلِكَ أَخْرَسَ. فَلَمَّا أُخْرِجَ الشَّيْطَانُ تَكَلَّمَ الأَخْرَسُ، فَتَعَجَّبَ الْجُمُوعُ.
Καὶ ; ἦν ἐκβάλλων δαιμόνιον καὶ ; αὐτὸ ; ἦν κωφόν. ἐγένετο ; δὲ ἐξελθόντος τοῦ ; δαιμονίου ἐλάλησεν ὁ ; κωφός, καὶ ; ἐθαύμασαν οἱ ; ὄχλοι.¶
لوقا 11: 37
Luk.11.37
وَفِيمَا هُوَ يَتَكَلَّمُ سَأَلَهُ فَرِّيسِيٌّ أَنْ يَتَغَدَّى عِنْدَهُ، فَدَخَلَ وَاتَّكَأَ.
Ἐν ; δὲ τῷ ; λαλῆσαι ἠρωτᾷ; αὐτὸν Φαρισαῖος ; τις ὅπως ἀριστήσῃ παρ᾽ ; αὐτῷ. εἰσελθὼν ; δὲ ἀνέπεσεν.
لوقا 12: 3
Luk.12.3
لِذلِكَ كُلُّ مَا قُلْتُمُوهُ فِي الظُّلْمَةِ يُسْمَعُ فِي النُّورِ، وَمَا كَلَّمْتُمْ بِهِ الأُذْنَ فِي الْمَخَادِعِ يُنَادَى بِهِ عَلَى السُّطُوحِ.
ἀνθ᾽ ; ὧν ὅσα ὃ ; εἴπατε ἐν τῇ ; σκοτίᾳ ἀκουσθήσεται, ἐν τῷ ; φωτὶ καὶ ; ὃ ἐλαλήσατε πρὸς ; τὸ ; οὖς ἐν τοῖς ; ταμείοις κηρυχθήσεται ἐπὶ τῶν ; δωμάτων.¶
لوقا 22: 47
Luk.22.47
وَبَيْنَمَا هُوَ يَتَكَلَّمُ إِذَا جَمْعٌ، وَالَّذِي يُدْعَى يَهُوذَا، أَحَدُ الاثْنَيْ عَشَرَ، يَتَقَدَّمُهُمْ، فَدَنَا مِنْ يَسُوعَ لِيُقَبِّلَهُ.
δέ ; Ἔτι αὐτοῦ λαλοῦντος ἰδοὺ ὄχλος, καὶ ; ὁ λεγόμενος Ἰούδας εἷς τῶν ; δώδεκα προήρχετο ; αὐτῶν καὶ ; ἤγγισεν τῷ ; Ἰησοῦ φιλῆσαι ; αὐτόν.
لوقا 22: 60
Luk.22.60
فَقَالَ بُطْرُسُ: يَا إِنْسَانُ، لَسْتُ أَعْرِفُ مَا تَقُولُ.. وَفِي الْحَالِ بَيْنَمَا هُوَ يَتَكَلَّمُ صَاحَ الدِّيكُ.
εἶπεν ; δὲ ὁ ; Πέτρος· ἄνθρωπε, οὐκ οἶδα ὃ λέγεις. καὶ παραχρῆμα ἔτι αὐτοῦ λαλοῦντος ἐφώνησεν ὁ ; ἀλέκτωρ.
لوقا 24: 25
Luk.24.25
فَقَالَ لَهُمَا: أَيُّهَا الْغَبِيَّانِ وَالْبَطِيئَا الْقُلُوبِ فِي الإِيمَانِ بِجَمِيعِ مَا تَكَلَّمَ بِهِ الأَنْبِيَاءُ.
Καὶ ; αὐτὸς ; εἶπεν πρὸς ; αὐτούς· ὦ ; ἀνόητοι καὶ ; βραδεῖς τῇ ; καρδίᾳ τοῦ ; πιστεύειν ἐπὶ ; πᾶσιν οἷς ἐλάλησαν οἱ ; προφῆται·
لوقا 24: 36
Luk.24.36
وَفِيمَا هُمْ يَتَكَلَّمُونَ بِهذَا وَقَفَ يَسُوعُ نَفْسُهُ فِي وَسْطِهِمْ، وَقَالَ لَهُمْ: سَلاَمٌ لَكُمْ.
δὲ αὐτῶν λαλούντων Ταῦτα ἔστη ὁ ; Ἰησοῦς αὐτὸς ἐν μέσῳ ; αὐτῶν καὶ ; λέγει αὐτοῖς· εἰρήνη ὑμῖν.
يوحنا 1: 37
Jhn.1.37
فَسَمِعَهُ التِّلْمِيذَانِ يَتَكَلَّمُ، فَتَبِعَا يَسُوعَ.
καὶ ; ἤκουσαν ; αὐτοῦ οἱ ; δύο ; μαθηταὶ λαλοῦντος καὶ ; ἠκολούθησαν τῷ ; Ἰησοῦ.¶
يوحنا 3: 11
Jhn.3.11
اَلْحَقَّ الْحَقَّ أَقُولُ لَكَ: إِنَّنَا إِنَّمَا نَتَكَلَّمُ بِمَا نَعْلَمُ وَنَشْهَدُ بِمَا رَأَيْنَا، وَلَسْتُمْ تَقْبَلُونَ شَهَادَتَنَا.
ἀμὴν ἀμὴν λέγω σοι ὅτι λαλοῦμεν ὃ οἴδαμεν καὶ ; μαρτυροῦμεν, ὃ ἑωράκαμεν καὶ ; οὐ λαμβάνετε. τὴν ; μαρτυρίαν ; ἡμῶν
يوحنا 3: 31
Jhn.3.31
اَلَّذِي يَأْتِي مِنْ فَوْقُ هُوَ فَوْقَ الْجَمِيعِ، وَالَّذِي مِنَ الأَرْضِ هُوَ أَرْضِيٌّ، وَمِنَ الأَرْضِ يَتَكَلَّمُ. اَلَّذِي يَأْتِي مِنَ السَّمَاءِ هُوَ فَوْقَ الْجَمِيعِ،
ὁ ἐρχόμενος ἄνωθεν ἐστίν. ἐπάνω πάντων ὁ ; ὢν ἐκ τῆς ; γῆς ἐστιν ἐκ ; γῆς ; τῆς καὶ ; ἐκ τῆς ; γῆς λαλεῖ. ὁ ἐρχόμενος ἐκ τοῦ ; οὐρανοῦ ἐστίν· ἐπάνω πάντων