ك
إصحاح
G2979
G2980. laléō
G2981
المعنى المختصر للكلمة
laléō: to talk, i.e. utter words
اللفظ الأصلي λαλέω
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق laléō (lal-eh-o)
تكرار الورود في الكتاب 242 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل

to talk, i.e. utter words

الإنجليزية — KJV Translation Tags
preach say speak (after) talk tell utter

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

ἐλάλησεν (18×) λαλῶν (12×) λαλεῖν (12×) λαλοῦντος (11×) ἐλάλησαν (9×) λαλῆσαι (7×) λαλεῖ (7×) ἐλάλουν (4×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (242 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
لِتَصْمُتْ نِسَاؤُكُمْ فِي الْكَنَائِسِ، لأَنَّهُ لَيْسَ مَأْذُونًا لَهُنَّ أَنْ يَتَكَلَّمْنَ، بَلْ يَخْضَعْنَ كَمَا يَقُولُ النَّامُوسُ أَيْضًا.
σιγάτωσαν· Αἱ ; γυναῖκες ; ὑμῶν ἐν ταῖς ; ἐκκλησίαις γὰρ οὐ ἐπιτέτραπται αὐταῖς λαλεῖν, ἀλλ᾽ ὑποτάσσεσθαι καθὼς λέγει. ὁ ; νόμος καὶ
وَلكِنْ إِنْ كُنَّ يُرِدْنَ أَنْ يَتَعَلَّمْنَ شَيْئًا، فَلْيَسْأَلْنَ رِجَالَهُنَّ فِي الْبَيْتِ، لأَنَّهُ قَبِيحٌ بِالنِّسَاءِ أَنْ تَتَكَلَّمَ فِي كَنِيسَةٍ.
δέ εἰ θέλουσιν, μαθεῖν τι ἐπερωτάτωσαν· ἰδίους ; ἄνδρας ἐν οἴκῳ γάρ αἰσχρὸν ; ἐστιν γυναιξὶν λαλεῖν ἐν ἐκκλησίᾳ.
إِذًا أَيُّهَا الإِخْوَةُ جِدُّوا لِلتَّنَبُّؤِ، وَلاَ تَمْنَعُوا التَّكَلُّمَ بِأَلْسِنَةٍ.
Ὥστε, ἀδελφοί ζηλοῦτε τὸ ; προφητεύειν, καὶ ; μὴ κωλύετε τὸ ; λαλεῖν γλώσσαις.
لأَنَّنَا لَسْنَا كَالْكَثِيرِينَ غَاشِّينَ كَلِمَةَ اللهِ، لكِنْ كَمَا مِنْ إِخْلاَصٍ، بَلْ كَمَا مِنَ اللهِ نَتَكَلَّمُ أَمَامَ اللهِ فِي الْمَسِيحِ.
γάρ οὐ ; ἐσμεν ὡς ; οἱ ; πολλοὶ καπηλεύοντες τὸν ; λόγον τοῦ ; θεοῦ, ἀλλ᾽ ὡς ἐξ εἰλικρινείας, ἀλλ᾽ ὡς ἐκ θεοῦ, λαλοῦμεν.¶ κατενώπιον τοῦ ; θεοῦ ἐν Χριστῷ
فَإِذْ لَنَا رُوحُ الإِيمَانِ عَيْنُهُ، حَسَبَ الْمَكْتُوب: آمَنْتُ لِذلِكَ تَكَلَّمْتُ، نَحْنُ أَيْضًا نُؤْمِنُ وَلِذلِكَ نَتَكَلَّمُ أَيْضًا.
δὲ Ἔχοντες τὸ ; πνεῦμα τῆς ; πίστεως αὐτὸ κατὰ τὸ ; γεγραμμένον· ἐπίστευσα, διὸ ἐλάλησα, ἡμεῖς καὶ πιστεύομεν, διὸ λαλοῦμεν· καὶ
فَإِذْ لَنَا رُوحُ الإِيمَانِ عَيْنُهُ، حَسَبَ الْمَكْتُوب: آمَنْتُ لِذلِكَ تَكَلَّمْتُ، نَحْنُ أَيْضًا نُؤْمِنُ وَلِذلِكَ نَتَكَلَّمُ أَيْضًا.
δὲ Ἔχοντες τὸ ; πνεῦμα τῆς ; πίστεως αὐτὸ κατὰ τὸ ; γεγραμμένον· ἐπίστευσα, διὸ ἐλάλησα, ἡμεῖς καὶ πιστεύομεν, διὸ λαλοῦμεν· καὶ
الَّذِي أَتَكَلَّمُ بِهِ لَسْتُ أَتَكَلَّمُ بِهِ بِحَسَبِ الرَّبِّ، بَلْ كَأَنَّهُ فِي غَبَاوَةٍ، فِي جَسَارَةِ الافْتِخَارِ هذِهِ.
λαλῶ, οὐ λαλῶ κατὰ κύριον ἀλλ᾽ ὡς ἐν ἀφροσύνῃ, ἐν τῇ ; ὑποστάσει τῆς ; καυχήσεως. ταύτῃ
الَّذِي أَتَكَلَّمُ بِهِ لَسْتُ أَتَكَلَّمُ بِهِ بِحَسَبِ الرَّبِّ، بَلْ كَأَنَّهُ فِي غَبَاوَةٍ، فِي جَسَارَةِ الافْتِخَارِ هذِهِ.
λαλῶ, οὐ λαλῶ κατὰ κύριον ἀλλ᾽ ὡς ἐν ἀφροσύνῃ, ἐν τῇ ; ὑποστάσει τῆς ; καυχήσεως. ταύτῃ
أَهُمْ خُدَّامُ الْمَسِيحِ. أَقُولُ كَمُخْتَلِّ الْعَقْلِ، فَأَنَا أَفْضَلُ: فِي الأَتْعَابِ أَكْثَرُ، فِي الضَّرَبَاتِ أَوْفَرُ، فِي السُّجُونِ أَكْثَرُ، فِي الْمِيتَاتِ مِرَارًا كَثِيرَةً.
εἰσιν; διάκονοι Χριστοῦ λαλῶ· παραφρονῶν ἐγώ. ὑπὲρ ἐν κόποις περισσοτέρως, ἐν πληγαῖς ὑπερβαλλόντως, ἐν φυλακαῖς περισσοτέρως, ἐν θανάτοις πολλάκις.
أَنَّهُ اخْتُطِفَ إِلَى الْفِرْدَوْسِ، وَسَمِعَ كَلِمَاتٍ لاَ يُنْطَقُ بِهَا، وَلاَ يَسُوغُ لإِنْسَانٍ أَنْ يَتَكَلَّمَ بِهَا.
ὅτι ἡρπάγη εἰς τὸν ; παράδεισον ἤκουσεν ῥήματα ἄρρητα οὐκ ἐξὸν ἀνθρώπῳ λαλῆσαι.
أَتَظُنُّونَ أَيْضًا أَنَّنَا نَحْتَجُّ لَكُمْ. أَمَامَ اللهِ فِي الْمَسِيحِ نَتَكَلَّمُ. وَلكِنَّ الْكُلَّ أَيُّهَا الأَحِبَّاءُ لأَجْلِ بُنْيَانِكُمْ.
δοκεῖτε Πάλιν ὅτι ἀπολογούμεθα. ὑμῖν Κατενώπιον τοῦ ; θεοῦ ἐν Χριστῷ λαλοῦμεν. δὲ τὰ ; πάντα, ἀγαπητοί, ὑπὲρ τῆς ; ὑμῶν ; οἰκοδομῆς.
إِذْ أَنْتُمْ تَطْلُبُونَ بُرْهَانَ الْمَسِيحِ الْمُتَكَلِّمِ فِيَّ، الَّذِي لَيْسَ ضَعِيفًا لَكُمْ بَلْ قَوِيٌّ فِيكُمْ.
ἐπεὶ ζητεῖτε δοκιμὴν Χριστοῦ τοῦ ; λαλοῦντος ἐν ; ἐμοὶ ὃς οὐκ ἀσθενεῖ εἰς ; ὑμᾶς ἀλλὰ δυνατεῖ ἐν ; ὑμῖν.
لِذلِكَ اطْرَحُوا عَنْكُمُ الْكَذِبَ، وَتَكَلَّمُوا بِالصِّدْقِ كُلُّ وَاحِدٍ مَعَ قَرِيبِهِ، لأَنَّنَا بَعْضَنَا أَعْضَاءُ الْبَعْضِ.
Διὸ ἀποθέμενοι τὸ ; ψεῦδος λαλεῖτε ἀλήθειαν ἕκαστος μετὰ τοῦ ; πλησίον ; αὐτοῦ, ὅτι ; ἐσμὲν ἀλλήλων ; μέλη.
مُكَلِّمِينَ بَعْضُكُمْ بَعْضًا بِمَزَامِيرَ وَتَسَابِيحَ وَأَغَانِيَّ رُوحِيَّةٍ، مُتَرَنِّمِينَ وَمُرَتِّلِينَ فِي قُلُوبِكُمْ لِلرَّبِّ.
λαλοῦντες ἑαυτοῖς ψαλμοῖς καὶ ; ὕμνοις καὶ ; ᾠδαῖς πνευματικαῖς, ᾄδοντες καὶ ; ψάλλοντες ἐν τῇ ; καρδίᾳ ; ὑμῶν τῷ ; κυρίῳ,
الَّذِي لأَجْلِهِ أَنَا سَفِيرٌ فِي سَلاَسِلَ، لِكَيْ أُجَاهِرَ فِيهِ كَمَا يَجِبُ أَنْ أَتَكَلَّمَ.
οὗ ὑπὲρ πρεσβεύω ἐν ἁλύσει, ἵνα παρρησιάσωμαι ἐν ; αὐτῷ ὡς δεῖ με ; λαλῆσαι.¶
وَأَكْثَرُ الإِخْوَةِ، وَهُمْ وَاثِقُونَ فِي الرَّبِّ بِوُثُقِي، يَجْتَرِئُونَ أَكْثَرَ عَلَى التَّكَلُّمِ بِالْكَلِمَةِ بِلاَ خَوْفٍ.
πλείονας τῶν ; ἀδελφῶν πεποιθότας ἐν κυρίῳ τοῖς ; δεσμοῖς ; μου τολμᾶν περισσοτέρως λαλεῖν. τὸν ; λόγον ἀφόβως
مُصَلِّينَ فِي ذلِكَ لأَجْلِنَا نَحْنُ أَيْضًا، لِيَفْتَحَ الرَّبُّ لَنَا بَابًا لِلْكَلاَمِ، لِنَتَكَلَّمَ بِسِرِّ الْمَسِيحِ، الَّذِي مِنْ أَجْلِهِ أَنَا مُوثَقٌ أَيْضًا،
προσευχόμενοι ἅμα περὶ ἡμῶν καὶ ἀνοίξῃ ὁ ; θεὸς ἡμῖν θύραν τοῦ ; λόγου λαλῆσαι τὸ ; μυστήριον τοῦ ; Χριστοῦ, ὃ δι᾽ δέδεμαι, καὶ
كَيْ أُظْهِرَهُ كَمَا يَجِبُ أَنْ أَتَكَلَّمَ.
ἵνα φανερώσω ὡς δεῖ με ; λαλῆσαι.¶
لأَنَّهُ مِنْ قِبَلِكُمْ قَدْ أُذِيعَتْ كَلِمَةُ الرَّبِّ، لَيْسَ فِي مَكِدُونِيَّةَ وَأَخَائِيَةَ فَقَطْ، بَلْ فِي كُلِّ مَكَانٍ أَيْضًا قَدْ ذَاعَ إِيمَانُكُمْ بِاللهِ، حَتَّى لَيْسَ لَنَا حَاجَةٌ أَنْ نَتَكَلَّمَ شَيْئًا.
γὰρ ἀφ᾽ ; ὑμῶν ἐξήχηται ὁ ; λόγος τοῦ ; κυρίου οὐ ἐν τῇ ; Μακεδονίᾳ καὶ ; ἐν ; τῇ ; Ἀχαΐᾳ, μόνον ἀλλ᾽ ἐν παντὶ τόπῳ καὶ ἐξελήλυθεν, ἡ ; πίστις ; ὑμῶν ἡ ; πρὸς ; τὸν ; θεὸν ὥστε μὴ ἔχειν ; ἡμᾶς χρείαν λαλεῖν τι.
بَلْ كَمَا اسْتُحْسِنَّا مِنَ اللهِ أَنْ نُؤْتَمَنَ عَلَى الإِنْجِيلِ، هكَذَا نَتَكَلَّمُ، لاَ كَأَنَّنَا نُرْضِي النَّاسَ بَلِ اللهَ الَّذِي يَخْتَبِرُ قُلُوبَنَا.
ἀλλὰ καθὼς δεδοκιμάσμεθα ὑπὸ τοῦ ; θεοῦ πιστευθῆναι τὸ ; εὐαγγέλιον, οὕτως λαλοῦμεν, οὐχ ὡς ἀρέσκοντες ἀνθρώποις ἀλλὰ τῷ ; θεῷ τῷ δοκιμάζοντι τὰς ; καρδίας ; ἡμῶν.
يَمْنَعُونَنَا عَنْ أَنْ نُكَلِّمَ الأُمَمَ لِكَيْ يَخْلُصُوا، حَتَّى يُتَمِّمُوا خَطَايَاهُمْ كُلَّ حِينٍ. وَلكِنْ قَدْ أَدْرَكَهُمُ الْغَضَبُ إِلَى النِّهَايَةِ.
κωλυόντων ; ἡμᾶς λαλῆσαι τοῖς ; ἔθνεσιν ἵνα σωθῶσιν, εἰς ; τὸ ; ἀναπληρῶσαι αὐτῶν ; τὰς ; ἁμαρτίας πάντοτε· δὲ ἔφθασεν ; ἐπ᾽ ; αὐτοὺς ἡ ; ὀργὴ εἰς τέλος.¶
وَمَعَ ذلِكَ أَيْضًا يَتَعَلَّمْنَ أَنْ يَكُنَّ بَطَّالاَتٍ، يَطُفْنَ فِي الْبُيُوتِ. وَلَسْنَ بَطَّالاَتٍ فَقَطْ بَلْ مِهْذَارَاتٌ أَيْضًا، وَفُضُولِيَّاتٌ، يَتَكَلَّمْنَ بِمَا لاَ يَجِبُ.
ἅμα ; δὲ καὶ μανθάνουσιν ἀργαὶ περιερχόμεναι οἰκίας. οὐ ἀργαί, μόνον ἀλλὰ φλύαροι καὶ καὶ ; περίεργοι, λαλοῦσαι τὰ μὴ δέοντα.¶
وَأَمَّا أَنْتَ فَتَكَلَّمْ بِمَا يَلِيقُ بِالتَّعْلِيمِ الصَّحِيحِ:
δὲ Σὺ λάλει ἃ πρέπει διδασκαλίᾳ.¶ τῇ ; ὑγιαινούσῃ
تَكَلَّمْ بِهذِهِ، وَعِظْ، وَوَبِّخْ بِكُلِّ سُلْطَانٍ. لاَ يَسْتَهِنْ بِكَ أَحَدٌ.
λάλει Ταῦτα παρακάλει ἔλεγχε ; μετὰ μετὰ ; πάσης ἐπιταγῆς. μηδείς ; περιφρονείτω.¶ ; σου
اَللهُ، بَعْدَ مَا كَلَّمَ الآبَاءَ بِالأَنْبِيَاءِ قَدِيمًا، بِأَنْوَاعٍ وَطُرُق كَثِيرَةٍ،
ὁ ; θεὸς λαλήσας τοῖς ; πατράσιν ἐν ; τοῖς ; προφήταις πάλαι Πολυμερῶς καὶ ; πολυτρόπως
كَلَّمَنَا فِي هذِهِ الأَيَّامِ الأَخِيرَةِ فِي ابْنِهِ، الَّذِي جَعَلَهُ وَارِثًا لِكُلِّ شَيْءٍ، الَّذِي بِهِ أَيْضًا عَمِلَ الْعَالَمِينَ،
ἐλάλησεν ἐπ᾽ τούτων τῶν ; ἡμερῶν ἐσχάτων ἐν υἱῷ ὃν ἔθηκεν κληρονόμον πάντων, οὗ δι᾽ καὶ ἐποίησεν τοὺς ; αἰῶνας,
لأَنَّهُ إِنْ كَانَتِ الْكَلِمَةُ الَّتِي تَكَلَّمَ بِهَا مَلاَئِكَةٌ قَدْ صَارَتْ ثَابِتَةً، وَكُلُّ تَعَدٍّ وَمَعْصِيَةٍ نَالَ مُجَازَاةً عَادِلَةً،
γὰρ Εἰ ὁ ; λόγος λαληθεὶς δι᾽ ; ἀγγέλων ἐγένετο βέβαιος, καὶ ; πᾶσα παράβασις καὶ ; παρακοὴ ἔλαβεν μισθαποδοσίαν, ἔνδικον
فَكَيْفَ نَنْجُو نَحْنُ إِنْ أَهْمَلْنَا خَلاَصًا هذَا مِقْدَارُهُ. قَدِ ابْتَدَأَ الرَّبُّ بِالتَّكَلُّمِ بِهِ، ثُمَّ تَثَبَّتَ لَنَا مِنَ الَّذِينَ سَمِعُوا،
πῶς ἐκφευξόμεθα ἡμεῖς ἀμελήσαντες σωτηρίας; τηλικαύτης ἥτις ἀρχὴν διὰ ; τοῦ ; κυρίου λαβοῦσα ; λαλεῖσθαι ἐβεβαιώθη εἰς ; ἡμᾶς ὑπὸ τῶν ἀκουσάντων
فَإِنَّهُ لِمَلاَئِكَةٍ لَمْ يُخْضِعِ الْعَالَمَ الْعَتِيدَ الَّذِي نَتَكَلَّمُ عَنْهُ.
γὰρ ἀγγέλοις οὐ ὑπέταξεν τὴν ; οἰκουμένην τὴν ; μέλλουσαν περὶ ; ἧς λαλοῦμεν·
وَمُوسَى كَانَ أَمِينًا فِي كُلِّ بَيْتِهِ كَخَادِمٍ، شَهَادَةً لِلْعَتِيدِ أَنْ يُتَكَلَّمَ بِهِ.
καὶ ; Μωϋσῆς μὲν ; πιστὸς ἐν ὅλῳ τῷ ; οἴκῳ ; αὐτοῦ ὡς ; θεράπων εἰς ; μαρτύριον τῶν ; λαληθησομένων,