ك
إصحاح
G2979
G2980. laléō
G2981
المعنى المختصر للكلمة
laléō: to talk, i.e. utter words
اللفظ الأصلي λαλέω
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق laléō (lal-eh-o)
تكرار الورود في الكتاب 242 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل

to talk, i.e. utter words

الإنجليزية — KJV Translation Tags
preach say speak (after) talk tell utter

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

ἐλάλησεν (18×) λαλῶν (12×) λαλεῖν (12×) λαλοῦντος (11×) ἐλάλησαν (9×) λαλῆσαι (7×) λαλεῖ (7×) ἐλάλουν (4×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (242 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
إِنَّهُ نَازِلٌ عِنْدَ سِمْعَانَ رَجُل دَبَّاغٍ بَيْتُهُ عِنْدَ الْبَحْرِ. هُوَ يَقُولُ لَكَ مَاذَا يَنْبَغِي أَنْ تَفْعَلَ.
οὗτος ξενίζεται παρά Σίμωνι τινι ; βυρσεῖ, ᾧ ; ἐστιν ; οἰκία παρὰ θάλασσαν οὗτος λαλήσει σοι τί σε ; δεῖ ποιεῖν.¶
فَلَمَّا انْطَلَقَ الْمَلاَكُ الَّذِي كَانَ يُكَلِّمُ كَرْنِيلِيُوسَ، نَادَى اثْنَيْنِ مِنْ خُدَّامِهِ، وَعَسْكَرِيًّا تَقِيًّا مِنَ الَّذِينَ كَانُوا يُلاَزِمُونَهُ،
Ὡς ; δὲ ἀπῆλθεν ὁ ; ἄγγελος ὁ λαλῶν τῷ ; Κορνηλίῳ φωνήσας δύο τῶν ; οἰκετῶν ; αὐτοῦ καὶ ; στρατιώτην εὐσεβῆ τῶν προσκαρτερούντων ; αὐτῷ,
فَبَيْنَمَا بُطْرُسُ يَتَكَلَّمُ بِهذِهِ الأُمُورِ حَلَّ الرُّوحُ الْقُدُسُ عَلَى جَمِيعِ الَّذِينَ كَانُوا يَسْمَعُونَ الْكَلِمَةَ.
Ἔτι τοῦ ; Πέτρου λαλοῦντος ταῦτα τὰ ; ῥήματα ἐπέπεσεν τὸ ; πνεῦμα τὸ ; ἅγιον ἐπὶ πάντας τοὺς ἀκούοντας τὸν ; λόγον.
لأَنَّهُمْ كَانُوا يَسْمَعُونَهُمْ يَتَكَلَّمُونَ بِأَلْسِنَةٍ وَيُعَظِّمُونَ اللهَ. حِينَئِذٍ أَجَابَ بُطْرُسُ:
γὰρ ἤκουον ; αὐτῶν λαλούντων γλώσσαις καὶ ; μεγαλυνόντων τὸν ; θεόν. τότε ἀπεκρίθη ὁ ; Πέτρος·
فَلَمَّا ابْتَدَأْتُ أَتَكَلَّمُ، حَلَّ الرُّوحُ الْقُدُسُ عَلَيْهِمْ كَمَا عَلَيْنَا أَيْضًا فِي الْبُدَاءَةِ.
ἐν ; δὲ ; τῷ ἄρξασθαί ; με λαλεῖν ἐπέπεσεν τὸ ; πνεῦμα τὸ ; ἅγιον ἐπ᾽ ; αὐτούς, ὥσπερ ἐφ᾽ ; ἡμᾶς καὶ ἐν ἀρχῇ.
أَمَّا الَّذِينَ تَشَتَّتُوا مِنْ جَرَّاءِ الضِّيقِ الَّذِي حَصَلَ بِسَبَبِ اسْتِفَانُوسَ فَاجْتَازُوا إِلَى فِينِيقِيَةَ وَقُبْرُسَ وَأَنْطَاكِيَةَ، وَهُمْ لاَ يُكَلِّمُونَ أَحَدًا بِالْكَلِمَةِ إِلاَّ الْيَهُودَ فَقَطْ.
μὲν ; οὖν Οἱ διασπαρέντες ἀπὸ τῆς ; θλίψεως τῆς ; γενομένης ἐπὶ Στεφάνῳ διῆλθον ἕως Φοινίκης καὶ ; Κύπρου καὶ ; Ἀντιοχείας μηδενὶ ; λαλοῦντες τὸν ; λόγον εἰ ; μὴ Ἰουδαίοις.¶ μόνον
وَلكِنْ كَانَ مِنْهُمْ قَوْمٌ، وَهُمْ رِجَالٌ قُبْرُسِيُّونَ وَقَيْرَوَانِيُّونَ، الَّذِينَ لَمَّا دَخَلُوا أَنْطَاكِيَةَ كَانُوا يُخَاطِبُونَ الْيُونَانِيِّينَ مُبَشِّرِينَ بِالرَّبِّ يَسُوعَ.
δέ Ἦσαν ἐξ ; αὐτῶν τινες ἄνδρες Κύπριοι καὶ ; Κυρηναῖοι, οἵτινες εἰσελθόντες εἰς ; Ἀντιόχειαν ἐλάλουν πρὸς ; τοὺς ; Ἑλληνιστὰς εὐαγγελιζόμενοι τὸν ; κύριον Ἰησοῦν.
فَجَاهَرَ بُولُسُ وَبَرْنَابَا وَقَالاَ: كَانَ يَجِبُ أَنْ تُكَلَّمُوا أَنْتُمْ أَوَّلاً بِكَلِمَةِ اللهِ، وَلكِنْ إِذْ دَفَعْتُمُوهَا عَنْكُمْ، وَحَكَمْتُمْ أَنَّكُمْ غَيْرُ مُسْتَحِقِّينَ لِلْحَيَاةِ الأَبَدِيَّةِ، هُوَذَا نَتَوَجَّهُ إِلَى الأُمَمِ.
παρρησιασάμενοί ; δὲ ὁ ; Παῦλος καὶ ; ὁ ; Βαρναβᾶς εἶπαν· ἦν ἀναγκαῖον λαληθῆναι ὑμῖν πρῶτον τὸν ; λόγον τοῦ ; θεοῦ· ἐπειδὴ ; δὲ ἀπωθεῖσθε ; αὐτὸν καὶ ; κρίνετε ἑαυτοὺς οὐκ ἀξίους τῆς ; ζωῆς, αἰωνίου ἰδοὺ στρεφόμεθα εἰς τὰ ; ἔθνη.
وَحَدَثَ فِي إِيقُونِيَةَ أَنَّهُمَا دَخَلاَ مَعًا إِلَى مَجْمَعِ الْيَهُودِ وَتَكَلَّمَا، حَتَّى آمَنَ جُمْهُورٌ كَثِيرٌ مِنَ الْيَهُودِ وَالْيُونَانِيِّينَ.
Ἐγένετο ; δὲ ἐν Ἰκονίῳ αὐτοὺς εἰσελθεῖν κατὰ ; τὸ ; αὐτὸ εἰς τὴν ; συναγωγὴν τῶν ; Ἰουδαίων καὶ ; λαλῆσαι οὕτως ; ὥστε πιστεῦσαι πλῆθος. πολὺ Ἰουδαίων καὶ ; Ἑλλήνων
هذَا كَانَ يَسْمَعُ بُولُسَ يَتَكَلَّمُ، فَشَخَصَ إِلَيْهِ، وَإِذْ رَأَى أَنَّ لَهُ إِيمَانًا لِيُشْفَى،
οὗτος ἤκουεν τοῦ ; Παύλου λαλοῦντος, ὃς ; ἀτενίσας αὐτῷ καὶ ἰδὼν ὅτι ἔχει πίστιν τοῦ ; σωθῆναι,
وَتَكَلَّمَا بِالْكَلِمَةِ فِي بَرْجَةَ، ثُمَّ نَزَلاَ إِلَى أَتَّالِيَةَ.
καὶ ; λαλήσαντες τὸν ; λόγον ἐν Πέργῃ κατέβησαν εἰς Ἀττάλειαν·
وَبَعْدَ مَا اجْتَازُوا فِي فِرِيجِيَّةَ وَكُورَةِ غَلاَطِيَّةَ، مَنَعَهُمُ الرُّوحُ الْقُدُسُ أَنْ يَتَكَلَّمُوا بِالْكَلِمَةِ فِي أَسِيَّا.
δὲ Διελθόντες τὴν ; Φρυγίαν καὶ ; τὴν ; χώραν Γαλατικὴν κωλυθέντες ὑπὸ ; τοῦ ; πνεύματος ἁγίου λαλῆσαι τὸν ; λόγον ἐν τῇ ; Ἀσίᾳ,
وَفِي يَوْمِ السَّبْتِ خَرَجْنَا إِلَى خَارِجِ الْمَدِينَةِ عِنْدَ نَهْرٍ، حَيْثُ جَرَتِ الْعَادَةُ أَنْ تَكُونَ صَلاَةٌ، فَجَلَسْنَا وَكُنَّا نُكَلِّمُ النِّسَاءَ اللَّوَاتِي اجْتَمَعْنَ.
τῇ ; τε ἡμέρᾳ τῶν ; σαββάτων ἐξήλθομεν ἔξω τῆς ; πόλεως παρὰ ποταμὸν οὗ ἐνομίζετο εἶναι, προσευχὴ καὶ ; καθίσαντες ἐλαλοῦμεν γυναιξίν.¶ ταῖς συνελθούσαις
فَكَانَتْ تَسْمَعُ امْرَأَةٌ اسْمُهَا لِيدِيَّةُ، بَيَّاعَةُ أُرْجُوَانٍ مِنْ مَدِينَةِ ثَيَاتِيرَا، مُتَعَبِّدَةٌ للهِ، فَفَتَحَ الرَّبُّ قَلْبَهَا لِتُصْغِيَ إِلَى مَا كَانَ يَقُولُهُ بُولُسُ.
Καί ἤκουεν τις ; γυνὴ ὀνόματι Λυδία, πορφυρόπωλις πόλεως Θυατείρων σεβομένη τὸν ; θεόν, διήνοιξεν ὁ ; κύριος τὴν ; καρδίαν προσέχειν τοῖς λαλουμένοις ὑπὸ ; τοῦ ; Παύλου.
فَأَخَذُوهُ وَذَهَبُوا بِهِ إِلَى أَرِيُوسَ بَاغُوسَ، قَائِلِينَ: هَلْ يُمْكِنُنَا أَنْ نَعْرِفَ مَا هُوَ هذَا التَّعْلِيمُ الْجَدِيدُ الَّذِي تَتَكَلَّمُ بِهِ.
Ἐπιλαβόμενοί ; τε ; αὐτοῦ ἤγαγον ἐπὶ Ἄρειον πάγον λέγοντες· δυνάμεθα γνῶναι τίς αὕτη διδαχή; ἡ ; καινὴ τὸν σοῦ ; λαλουμένη ὑπὸ
فَقَالَ الرَّبُّ لِبُولُسَ بِرُؤْيَا فِي اللَّيْلِ: لاَ تَخَفْ، بَلْ تَكَلَّمْ وَلاَ تَسْكُتْ،
Εἶπεν ; δὲ ὁ ; κύριος τῷ ; Παύλῳ· δι᾽ ; ὁράματος ἐν νυκτὶ μὴ φοβοῦ ἀλλὰ λάλει καὶ ; μὴ σιωπήσῃς,
كَانَ هذَا خَبِيرًا فِي طَرِيقِ الرَّبِّ. وَكَانَ وَهُوَ حَارٌّ بِالرُّوحِ يَتَكَلَّمُ وَيُعَلِّمُ بِتَدْقِيق مَا يَخْتَصُّ بِالرَّبِّ. عَارِفًا مَعْمُودِيَّةَ يُوحَنَّا فَقَطْ.
ἦν οὗτος κατηχημένος τὴν ὁδὸν τοῦ ; κυρίου, καὶ ζέων τῷ ; πνεύματι ἐλάλει καὶ ; ἐδίδασκεν ἀκριβῶς τὰ ; περὶ τοῦ ; κυρίου ἐπιστάμενος τὸ ; βάπτισμα Ἰωάννου· μόνον
وَمِنْكُمْ أَنْتُمْ سَيَقُومُ رِجَالٌ يَتَكَلَّمُونَ بِأُمُورٍ مُلْتَوِيَةٍ لِيَجْتَذِبُوا التَّلاَمِيذَ وَرَاءَهُمْ.
καὶ ; ἐξ ; ὑμῶν αὐτῶν ἀναστήσονται ἄνδρες λαλοῦντες διεστραμμένα τοῦ ; ἀποσπᾶν τοὺς ; μαθητὰς ὀπίσω ; αὐτῶν.
فَقَالَ بُولُسُ: أَنَا رَجُلٌ يَهُودِيٌّ طَرْسُوسِيٌّ، مِنْ أَهْلِ مَدِينَةٍ غَيْرِ دَنِيَّةٍ مِنْ كِيلِيكِيَّةَ. وَأَلْتَمِسُ مِنْكَ أَنْ تَأْذَنَ لِي أَنْ أُكَلِّمَ الشَّعْبَ.
Εἶπεν ; δὲ ὁ ; Παῦλος· ἐγὼ ; εἰμι ἄνθρωπος Ἰουδαῖος Ταρσεὺς πολίτης, ; πόλεως οὐκ ἀσήμου τῆς ; Κιλικίας δέομαι ; δέ σου· ἐπίτρεψόν μοι πρὸς λαλῆσαι τὸν ; λαόν.
فَقُلْتُ: مَاذَا أَفْعَلُ يَا رَبُّ. فَقَالَ لِي الرَّبُّ: قُمْ وَاذْهَبْ إِلَى دِمَشْقَ، وَهُنَاكَ يُقَالُ لَكَ عَنْ جَمِيعِ مَا تَرَتَّبَ لَكَ أَنْ تَفْعَلَ.
εἶπον ; δέ· τί ποιήσω κύριε; ὁ ; δὲ ; εἶπεν πρός ; με· κύριος ἀναστὰς πορεύου εἰς Δαμασκόν, κἀκεῖ λαληθήσεται σοι περὶ πάντων ὧν τέτακταί σοι ποιῆσαι.
وَلَمَّا قَالَ هذَا حَدَثَتْ مُنَازَعَةٌ بَيْنَ الْفَرِّيسِيِّينَ وَالصَّدُّوقِيِّينَ، وَانْشَقَّتِ الْجَمَاعَةُ،
δὲ λαλήσαντος Τοῦτο ἐγένετο στάσις τῶν Φαρισαίων καὶ ; τῶν ; Σαδδουκαίων, καὶ ; ἐσχίσθη τὸ ; πλῆθος.
فَأَخَذَهُ وَأَحْضَرَهُ إِلَى الأَمِيرِ وَقَالَ: اسْتَدْعَانِي الأَسِيرُ بُولُسُ، وَطَلَبَ أَنْ أُحْضِرَ هذَا الشَّابَّ إِلَيْكَ، وَهُوَ عِنْدَهُ شَيْءٌ لِيَقُولَهُ لَكَ.
ὁ ; μὲν ; οὖν ; παραλαβὼν ; αὐτὸν ἤγαγεν πρὸς τὸν ; χιλίαρχον καὶ ; φησίν· προσκαλεσάμενός ; με ὁ ; δέσμιος Παῦλος ἠρώτησεν ἀγαγεῖν τοῦτον τὸν ; νεανίαν πρὸς ; σὲ ἔχοντά τι λαλῆσαί σοι.
فَإِذْ حَصَلْتُ عَلَى مَعُونَةٍ مِنَ اللهِ، بَقِيتُ إِلَى هذَا الْيَوْمِ، شَاهِدًا لِلصَّغِيرِ وَالْكَبِيرِ. وَأَنَا لاَ أَقُولُ شَيْئًا غَيْرَ مَا تَكَلَّمَ الأَنْبِيَاءُ وَمُوسَى أَنَّهُ عَتِيدٌ أَنْ يَكُونَ:
οὖν ; τυχὼν ἐπικουρίας παρὰ τοῦ ; θεοῦ ἕστηκα ἄχρι ταύτης τῆς ; ἡμέρας μαρτυρούμενος μικρῷ τε ; καὶ ; μεγάλῳ, οὐδὲν ; λέγων ἐκτὸς ὧν ἐλάλησαν τε ; οἱ ; προφῆται καὶ ; Μωϋσῆς, μελλόντων γίνεσθαι
لأَنَّهُ مِنْ جِهَةِ هذِهِ الأُمُورِ، عَالِمٌ الْمَلِكُ الَّذِي أُكَلِّمُهُ جِهَارًا، إِذْ أَنَا لَسْتُ أُصَدِّقُ أَنْ يَخْفَى عَلَيْهِ شَيْءٌ مِنْ ذلِكَ، لأَنَّ هذَا لَمْ يُفْعَلْ فِي زَاوِيَةٍ.
γὰρ περὶ τούτων ἐπίσταται ὁ ; βασιλεύς, πρὸς ; ὃν λαλῶ· παρρησιαζόμενος οὐ ; πείθομαι λανθάνειν ; οὐθέν· αὐτόν τι τούτων γάρ τοῦτο. οὐ ; ἐστιν πεπραγμένον ἐν γωνίᾳ
وَانْصَرَفُوا وَهُمْ يُكَلِّمُونَ بَعْضُهُمْ بَعْضًا قَائِلِينَ: إِنَّ هذَا الإِنْسَانَ لَيْسَ يَفْعَلُ شَيْئًا يَسْتَحِقُّ الْمَوْتَ أَوِ الْقُيُودَ.
ἀναχωρήσαντες ; καὶ ἐλάλουν πρὸς ; ἀλλήλους λέγοντες ὅτι οὗτος. ἄνθρωπος οὐδὲν ; πράσσει ἄξιόν θανάτου ἢ δεσμῶν
لِذلِكَ سُرُّوا أَيُّهَا الرِّجَالُ، لأَنِّي أُومِنُ بِاللهِ أَنَّهُ يَكُونُ هكَذَا كَمَا قِيلَ لِي.
διὸ εὐθυμεῖτε ἄνδρες· γὰρ πιστεύω τῷ ; θεῷ ὅτι ἔσται οὕτως καθ᾽ ; ὃν ; τρόπον λελάληταί μοι.
فَقَالُوا لَهُ: نَحْنُ لَمْ نَقْبَلْ كِتَابَاتٍ فِيكَ مِنَ الْيَهُودِيَّةِ، وَلاَ أَحَدٌ مِنَ الإِخْوَةِ جَاءَ فَأَخْبَرَنَا أَوْ تَكَلَّمَ عَنْكَ بِشَيْءٍ رَدِيٍّ.
δὲ ; εἶπαν· πρὸς ; αὐτὸν ἡμεῖς οὔτε ἐδεξάμεθα γράμματα περὶ ; σοῦ ἀπὸ τῆς ; Ἰουδαίας, οὔτε τις τῶν ; ἀδελφῶν παραγενόμενός ἀπήγγειλεν ἢ ἐλάλησέν περὶ ; σοῦ τι πονηρόν.
فَانْصَرَفُوا وَهُمْ غَيْرُ مُتَّفِقِينَ بَعْضُهُمْ مَعَ بَعْضٍ، لَمَّا قَالَ بُولُسُ كَلِمَةً وَاحِدَةً: إِنَّهُ حَسَنًا كَلَّمَ الرُّوحُ الْقُدُسُ آبَاءَنَا بِإِشَعْيَاءَ النَّبِيِّ
δὲ ; ἀπελύοντο ἀσύμφωνοι ; ὄντες πρὸς ; ἀλλήλους εἰπόντος τοῦ ; Παύλου ῥῆμα ἕν, ὅτι ; καλῶς ἐλάλησεν πνεῦμα ; τὸ τὸ ; ἅγιον τοὺς ; πατέρας ; ἡμῶν διὰ ; Ἠσαΐου τοῦ ; προφήτου
وَنَحْنُ نَعْلَمُ أَنَّ كُلَّ مَا يَقُولُهُ النَّامُوسُ فَهُوَ يُكَلِّمُ بِهِ الَّذِينَ فِي النَّامُوسِ، لِكَيْ يَسْتَدَّ كُلُّ فَمٍ، وَيَصِيرَ كُلُّ الْعَالَمِ تَحْتَ قِصَاصٍ مِنَ اللهِ.
οἴδαμεν ὅτι ὅσα λέγει ὁ ; νόμος λαλεῖ, τοῖς ἐν τῷ ; νόμῳ ἵνα φραγῇ, πᾶν στόμα καὶ ; γένηται πᾶς ὁ ; κόσμος ὑπόδικος τῷ ; θεῷ.
أَمْ تَجْهَلُونَ أَيُّهَا الإِخْوَةُ لأَنِّي أُكَلِّمُ الْعَارِفِينَ بِالنَّامُوسِ أَنَّ النَّامُوسَ يَسُودُ عَلَى الإِنْسَانِ مَا دَامَ حَيًّا.
Ἢ ἀγνοεῖτε, ἀδελφοί, γὰρ λαλῶ, γινώσκουσιν νόμον ὅτι ὁ ; νόμος κυριεύει τοῦ ἀνθρώπου ὅσον χρόνον ζῇ;