ك
إصحاح
G2895
G2896. krázō
G2897
المعنى المختصر للكلمة
krázō: properly, to "croak" (as a raven) or scream, i.e. (genitive case) to call aloud (shriek, exclaim, intreat)
اللفظ الأصلي κράζω
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق krázō (krad-zo)
تكرار الورود في الكتاب 56 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها

a primary verb;

المعنى والشرح المفصل

properly, to "croak" (as a raven) or scream, i.e. (genitive case) to call aloud (shriek, exclaim, intreat)

الإنجليزية — KJV Translation Tags
cry (out)

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

ἔκραζον (6×) καὶ ; ἔκραξεν (5×) κράζει (4×) ἔκραξεν (3×) καὶ ; ἔκραζον (3×) ἔκραξαν (2×) κράξας (2×) κράζοντες (2×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (56 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
وَإِذَا هُمَا قَدْ صَرَخَا قَائِلَيْنِ: مَا لَنَا وَلَكَ يَا يَسُوعُ ابْنَ اللهِ. أَجِئْتَ إِلَى هُنَا قَبْلَ الْوَقْتِ لِتُعَذِّبَنَا.
καὶ ; ἰδοὺ ἔκραξαν λέγοντες· τί ἡμῖν καὶ ; σοί Ἰησοῦ, υἱὲ τοῦ ; θεοῦ; ἦλθες ὧδε πρὸ καιροῦ βασανίσαι ; ἡμᾶς;
وَفِيمَا يَسُوعُ مُجْتَازٌ مِنْ هُنَاكَ، تَبِعَهُ أَعْمَيَانِ يَصْرَخَانِ وَيَقُولاَنِ: ارْحَمْنَا يَا ابْنَ دَاوُدَ..
Καὶ τῷ ; Ἰησοῦ παράγοντι ἐκεῖθεν ἠκολούθησαν ; αὐτῷ τυφλοὶ ; δύο κράζοντες καὶ ; λέγοντες· ἡμᾶς, ; ἐλέησον υἱὲ Δαυίδ.
متى 14: 26 Mat.14.26
فَلَمَّا أَبْصَرَهُ التَّلاَمِيذُ مَاشِيًا عَلَى الْبَحْرِ اضْطَرَبُوا قَائِلِينَ: إِنَّهُ خَيَالٌ. وَمِنَ الْخَوْفِ صَرَخُوا.
καὶ; ἰδόντες ; αὐτὸν Οἱ ; μαθηταὶ περιπατοῦντα ἐπὶ τὴν; θάλασσαν ἐταράχθησαν λέγοντες ὅτι ; ἐστιν, φάντασμά καὶ ; ἀπὸ τοῦ ; φόβου ἔκραξαν.
متى 14: 30 Mat.14.30
وَلكِنْ لَمَّا رَأَى الرِّيحَ شَدِيدَةً خَافَ. وَإِذِ ابْتَدَأَ يَغْرَقُ، صَرَخَ قِائِلاً: يَا رَبُّ، نَجِّنِي..
δὲ βλέπων τὸν ; ἄνεμον ἰσχυρὸν ἐφοβήθη, καὶ ἀρξάμενος καταποντίζεσθαι ἔκραξεν λέγων· κύριε, σῶσόν ; με.¶
متى 15: 23 Mat.15.23
فَلَمْ يُجِبْهَا بِكَلِمَةٍ. فَتَقَدَّمَ تَلاَمِيذُهُ وَطَلَبُوا إِلَيْهِ قَائِلِينَ: اصْرِفْهَا، لأَنَّهَا تَصِيحُ وَرَاءَنَا.
δὲ ; οὐκ Ὁ ; ἀπεκρίθη λόγον. καὶ ; προσελθόντες οἱ ; μαθηταὶ ; αὐτοῦ ἠρώτουν αὐτὸν λέγοντες· ἀπόλυσον ; αὐτήν, ὅτι κράζει ὄπισθεν ; ἡμῶν.¶
متى 20: 30 Mat.20.30
وَإِذَا أَعْمَيَانِ جَالِسَانِ عَلَى الطَّرِيقِ. فَلَمَّا سَمِعَا أَنَّ يَسُوعَ مُجْتَازٌ صَرَخَا قَائِلَيْنِ: ارْحَمْنَا يَا سَيِّدُ، يَا ابْنَ دَاوُدَ.
καὶ ; ἰδοὺ τυφλοὶ ; δύο καθήμενοι παρὰ τὴν ; ὁδόν, ἀκούσαντες ὅτι Ἰησοῦς παράγει, ἔκραξαν λέγοντες· ἐλέησον ; ἡμᾶς κύριε υἱὸς Δαυίδ.¶
متى 20: 31 Mat.20.31
فَانْتَهَرَهُمَا الْجَمْعُ لِيَسْكُتَا، فَكَانَا يَصْرَخَانِ أَكْثَرَ قَائِلَيْنِ: ارْحَمْنَا يَا سَيِّدُ، يَا ابْنَ دَاوُدَ.
δὲ ; ἐπετίμησεν ; αὐτοῖς Ὁ ; ὄχλος ἵνα ; σιωπήσωσιν. οἱ ; δὲ ; ἔκραζον μεῖζον λέγοντες· ἐλέησον ; ἡμᾶς κύριε, υἱὸς Δαυίδ.¶
وَالْجُمُوعُ الَّذِينَ تَقَدَّمُوا وَالَّذِينَ تَبِعُوا كَانُوا يَصْرَخُونَ قَائِلِينَ: أُوصَنَّا لابْنِ دَاوُدَ. مُبَارَكٌ الآتِي بِاسْمِ الرَّبِّ. أُوصَنَّا فِي الأَعَالِي..
οἱ ; δὲ ; ὄχλοι οἱ προάγοντες καὶ ; οἱ ἀκολουθοῦντες ἔκραζον λέγοντες· ὡσαννὰ τῷ ; υἱῷ Δαυίδ, εὐλογημένος ὁ ; ἐρχόμενος ἐν ; ὀνόματι κυρίου, ὡσαννὰ ἐν τοῖς ; ὑψίστοις.¶
متى 21: 15 Mat.21.15
فَلَمَّا رَأَى رُؤَسَاءُ الْكَهَنَةِ وَالْكَتَبَةِ الْعَجَائِبَ الَّتِي صَنَعَ، وَالأَوْلاَدَ يَصْرَخُونَ فِي الْهَيْكَلِ وَيَقُولُونَ: أُوصَنَّا لابْنِ دَاوُدَ.، غَضِبُوا
δὲ ἰδόντες οἱ ; ἀρχιερεῖς καὶ ; οἱ ; γραμματεῖς τὰ ; θαυμάσια ἃ ; ἐποίησεν καὶ ; τοὺς ; παῖδας κράζοντας ἐν τῷ ; ἱερῷ καὶ ; λέγοντας· ὡσαννὰ τῷ ; υἱῷ Δαυίδ, ἠγανάκτησαν
متى 27: 23 Mat.27.23
فَقَالَ الْوَالِي: وَأَيَّ شَرّ عَمِلَ. فَكَانُوا يَزْدَادُونَ صُرَاخًا قَائِلِينَ: لِيُصْلَبْ.
ἔφη· ; δὲ ὁ ; ἡγεμὼν τί ; γὰρ κακὸν ἐποίησεν; δὲ περισσῶς ἔκραζον λέγοντες· σταυρωθήτω.¶
فَصَرَعَهُ الرُّوحُ النَّجِسُ وَصَاحَ بِصَوْتٍ عَظِيمٍ وَخَرَجَ مِنْهُ.
καὶ ; σπαράξαν ; αὐτὸν τὸ ; πνεῦμα τὸ ; ἀκάθαρτον καὶ ; κράξαν φωνῇ μεγάλῃ ἐξῆλθεν ἐξ ; αὐτοῦ.
وَالأَرْوَاحُ النَّجِسَةُ حِينَمَا نَظَرَتْهُ خَرَّتْ لَهُ وَصَرَخَتْ قَائِلَةً: إِنَّكَ أَنْتَ ابْنُ اللهِ..
καὶ ; τὰ ; πνεύματα τὰ ; ἀκάθαρτα, ὅταν αὐτὸν ; ἐθεώρει προσέπιπτεν αὐτῷ καὶ ; ἔκραζεν λέγοντα ὅτι σὺ ; εἶ ὁ ; υἱὸς τοῦ ; θεοῦ.
وَكَانَ دَائِمًا لَيْلاً وَنَهَارًا فِي الْجِبَالِ وَفِي الْقُبُورِ، يَصِيحُ وَيُجَرِّحُ نَفْسَهُ بِالْحِجَارَةِ.
διὰ ; καὶ διαπαντός νυκτὸς καὶ ; ἡμέρας ἐν τοῖς ; ὄρεσιν ἐν τοῖς ; μνήμασιν ἦν ; κράζων καὶ ; κατακόπτων ἑαυτὸν λίθοις.¶
وَصَرَخَ بِصَوْتٍ عَظِيمٍ وَقَالَ: مَا لِي وَلَكَ يَا يَسُوعُ ابْنَ اللهِ الْعَلِيِّ. أَسْتَحْلِفُكَ بِاللهِ أَنْ لاَ تُعَذِّبَنِي.
καὶ ; κράξας φωνῇ μεγάλῃ εἶπεν τί ἐμοὶ καὶ ; σοί, Ἰησοῦ, υἱὲ τοῦ ; θεοῦ τοῦ ; ὑψίστου; ὁρκίζω ; σε τὸν ; θεόν, μή με ; βασανίσῃς.
فَلِلْوَقْتِ صَرَخَ أَبُو الْوَلَدِ بِدُمُوعٍ وَقَالَ: أُومِنُ يَا سَيِّدُ، فَأَعِنْ عَدَمَ إِيمَانِي.
καὶ ; εὐθὺς κράξας ὁ ; πατὴρ τοῦ ; παιδίου μετὰ ; δακρύων ἔλεγεν· πιστεύω κύριε· βοήθει μου ; τῇ ; ἀπιστίᾳ.¶
فَصَرَخَ وَصَرَعَهُ شَدِيدًا وَخَرَجَ. فَصَارَ كَمَيْتٍ، حَتَّى قَالَ كَثِيرُونَ: إِنَّهُ مَاتَ..
καὶ ; κράξαν καὶ ; σπαράξαν; αὐτόν πολλὰ ἐξῆλθεν, καὶ ; ἐγένετο ὡσεὶ ; νεκρὸς ὥστε λέγειν πολλοὺς ὅτι ἀπέθανεν.
فَلَمَّا سَمِعَ أَنَّهُ يَسُوعُ النَّاصِرِيُّ، ابْتَدَأَ يَصْرُخُ وَيَقُولُ: يَا يَسُوعُ ابْنَ دَاوُدَ، ارْحَمْنِي.
καὶ ἀκούσας ὅτι ; ἐστιν, Ἰησοῦς ὁ ; Ναζωραῖός ἤρξατο κράζειν καὶ ; λέγειν· ὁ ; Ἰησοῦ, υἱὲ Δαυὶδ ἐλέησόν ; με.
فَانْتَهَرَهُ كَثِيرُونَ لِيَسْكُتَ، فَصَرَخَ أَكْثَرَ كَثِيرًا: يَا ابْنَ دَاوُدَ، ارْحَمْنِي..
καὶ ; ἐπετίμων ; αὐτῷ πολλοὶ ἵνα ; σιωπήσῃ. δὲ ; ἔκραζεν· πολλῷ μᾶλλον υἱὲ Δαυίδ, ἐλέησόν ; με.
وَالَّذِينَ تَقَدَّمُوا، وَالَّذِينَ تَبِعُوا كَانُوا يَصْرُخُونَ قَائِلِينَ: أُوصَنَّا. مُبَارَكٌ الآتِي بِاسْمِ الرَّبِّ.
καὶ ; οἱ προάγοντες καὶ ; οἱ ἀκολουθοῦντες ἔκραζον λέγοντες· ὡσαννά, εὐλογημένος ὁ ; ἐρχόμενος ἐν ; ὀνόματι κυρίου,
فَصَرَخُوا أَيْضًا: اصْلِبْهُ.
οἱ ; δὲ ; ἔκραξαν· πάλιν σταύρωσον ; αὐτόν.
فَقَالَ لَهُمْ بِيلاَطُسُ: وَأَيَّ شَرّ عَمِلَ. فَازْدَادُوا جِدًّا صُرَاخًا: اصْلِبْهُ.
δὲ ; ἔλεγεν αὐτοῖς· ὁ ; Πιλᾶτος τί ; γὰρ κακόν; ἐποίησεν οἱ ; δὲ ; περισσοτέρως ἔκραξαν· σταύρωσον ; αὐτόν.
رَأَى قَائِدُ الْمِئَةِ الْوَاقِفُ مُقَابِلَهُ أَنَّهُ صَرَخَ هكَذَا وَأَسْلَمَ الرُّوحَ، قَالَ: حَقًّا كَانَ هذَا الإِنْسَانُ ابْنَ اللهِ.
ἰδὼν ὁ ; κεντυρίων ὁ ; παρεστηκὼς ἐξ ; ἐναντίας ; αὐτοῦ ὅτι κράξας οὕτως ἐξέπνευσεν, εἶπεν· ἀληθῶς ἦν. οὗτος ὁ ; ἄνθρωπος υἱὸς θεοῦ
وَكَانَتْ شَيَاطِينُ أَيْضًا تَخْرُجُ مِنْ كَثِيرِينَ وَهِيَ تَصْرُخُ وَتَقُولُ: أَنْتَ الْمَسِيحُ ابْنُ اللهِ. فَانْتَهَرَهُمْ وَلَمْ يَدَعْهُمْ يَتَكَلَّمُونَ، لأَنَّهُمْ عَرَفُوهُ أَنَّهُ الْمَسِيحُ.
δὲ δαιμόνια καὶ ἐξήρχετο ἀπὸ πολλῶν κράζοντα καὶ ; λέγοντα ὅτι ; σὺ ; εἶ ὁ ; χριστὸς ὁ ; υἱὸς τοῦ ; θεοῦ. καὶ ; ἐπιτιμῶν οὐκ εἴα ; αὐτὰ λαλεῖν ὅτι ᾔδεισαν ; αὐτὸν εἶναι.¶ τὸν ; χριστὸν
وَهَا رُوحٌ يَأْخُذُهُ فَيَصْرُخُ بَغْتَةً، فَيَصْرَعُهُ مُزْبِدًا، وَبِالْجَهْدِ يُفَارِقُهُ مُرَضِّضًا إِيَّاهُ.
καὶ ; ἰδοὺ πνεῦμα λαμβάνει ; αὐτὸν καὶ ; κράζει ἐξαίφνης καὶ ; σπαράσσει ; αὐτὸν μετὰ ; ἀφροῦ καὶ ; μόγις ἀποχωρεῖ ; ἀπ᾽ ; αὐτοῦ συντρῖβον αὐτόν.
فَانْتَهَرَهُ الْمُتَقَدِّمُونَ لِيَسْكُتَ، أَمَّا هُوَ فَصَرَخَ أَكْثَرَ كَثِيرًا: يَا ابْنَ دَاوُدَ، ارْحَمْنِي..
Καὶ ; ἐπετίμων ; αὐτῷ οἱ ; προάγοντες ἵνα ; σιωπήσῃ δὲ αὐτὸς ἔκραζεν· πολλῷ μᾶλλον υἱὲ Δαυίδ, ἐλέησόν ; με.¶
فَأَجَابَ وَقَالَ لَهُمْ: أَقُولُ لَكُمْ: إِنَّهُ إِنْ سَكَتَ هؤُلاَءِ فَالْحِجَارَةُ تَصْرُخُ..
καὶ ; ἀποκριθεὶς εἶπεν αὐτοῖς· λέγω ὑμῖν ὅτι ἐὰν σιωπήσωσιν οὗτοι οἱ ; λίθοι κεκράξονται
يُوحَنَّا شَهِدَ لَهُ وَنَادَى قِائِلاً: هذَا هُوَ الَّذِي قُلْتُ عَنْهُ: إِنَّ الَّذِي يَأْتِي بَعْدِي صَارَ قُدَّامِي، لأَنَّهُ كَانَ قَبْلِي.
Ἰωάννης μαρτυρεῖ περὶ ; αὐτοῦ καὶ ; κέκραγεν λέγων· οὗτος ἦν ὃν ; εἶπον· ὁ ἐρχόμενος ὀπίσω ; μου γέγονεν, ἔμπροσθέν ; μου ὅτι ἦν. πρῶτός ; μου
وَفِي الْيَوْمِ الأَخِيرِ الْعَظِيمِ مِنَ الْعِيدِ وَقَفَ يَسُوعُ وَنَادَى قِائِلاً: إِنْ عَطِشَ أَحَدٌ فَلْيُقْبِلْ إِلَيَّ وَيَشْرَبْ.
Ἐν ; δὲ τῇ ; ἡμέρᾳ ἐσχάτῃ τῇ ; μεγάλῃ τῆς ἑορτῆς εἱστήκει ὁ ; Ἰησοῦς καὶ ; ἔκραξεν λέγων· ἐάν διψᾷ, τις ἐρχέσθω πρός ; με καὶ ; πινέτω.
فَأَخَذُوا سُعُوفَ النَّخْلِ وَخَرَجُوا لِلِقَائِهِ، وَكَانُوا يَصْرُخُونَ: أُوصَنَّا. مُبَارَكٌ الآتِي بِاسْمِ الرَّبِّ. مَلِكُ إِسْرَائِيلَ.
ἔλαβον τὰ ; βαΐα τῶν ; φοινίκων καὶ ; ἐξῆλθον εἰς ; ὑπάντησιν ; αὐτῷ καὶ ἔκραζον ὡσαννά, εὐλογημένος ὁ ; ἐρχόμενος ἐν ; ὀνόματι κυρίου ὁ ; βασιλεὺς τοῦ ; Ἰσραήλ.¶
فَنَادَى يَسُوعُ وَقَالَ: الَّذِي يُؤْمِنُ بِي، لَيْسَ يُؤْمِنُ بِي بَلْ بِالَّذِي أَرْسَلَنِي.
δὲ ; ἔκραξεν Ἰησοῦς καὶ ; εἶπεν· ὁ πιστεύων εἰς ; ἐμὲ οὐ πιστεύει εἰς ; ἐμὲ ἀλλ᾽ εἰς ; τὸν πέμψαντά ; με·