ك
إصحاح
G2895
G2896. krázō
G2897
المعنى المختصر للكلمة
krázō: properly, to "croak" (as a raven) or scream, i.e. (genitive case) to call aloud (shriek, exclaim, intreat)
اللفظ الأصلي κράζω
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق krázō (krad-zo)
تكرار الورود في الكتاب 56 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها

a primary verb;

المعنى والشرح المفصل

properly, to "croak" (as a raven) or scream, i.e. (genitive case) to call aloud (shriek, exclaim, intreat)

الإنجليزية — KJV Translation Tags
cry (out)

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

ἔκραζον (6×) καὶ ; ἔκραξεν (5×) κράζει (4×) ἔκραξεν (3×) καὶ ; ἔκραζον (3×) ἔκραξαν (2×) κράξας (2×) κράζοντες (2×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (56 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
مِنْ هذَا كَانَ بِيلاَطُسُ يَطْلُبُ أَنْ يُطْلِقَهُ، وَلكِنَّ الْيَهُودَ كَانُوا يَصْرُخُونَ قَائِلِينَ: إِنْ أَطْلَقْتَ هذَا فَلَسْتَ مُحِبًّا لِقَيْصَرَ. كُلُّ مَنْ يَجْعَلُ نَفْسَهُ مَلِكًا يُقَاوِمُ قَيْصَرَ..
ἐκ τούτου ὁ ; Πιλᾶτος ἐζήτει ἀπολῦσαι ; αὐτόν.¶ δὲ Οἱ ; Ἰουδαῖοι ἔκραζον λέγοντες· ἐὰν ἀπολύσῃς, τοῦτον οὐκ ; εἶ φίλος τοῦ ; Καίσαρος. πᾶς ποιῶν αὐτόν βασιλέα ἀντιλέγει τῷ ; Καίσαρι.¶
ثُمَّ جَثَا عَلَى رُكْبَتَيْهِ وَصَرَخَ بِصَوْتٍ عَظِيمٍ: يَا رَبُّ، لاَ تُقِمْ لَهُمْ هذِهِ الْخَطِيَّةَ. وَإِذْ قَالَ هذَا رَقَدَ.
θεὶς τὰ ; γόνατα ἔκραξεν φωνῇ μεγάλῃ· κύριε, μὴ στήσῃς αὐτοῖς ταύτην τὴν ; ἁμαρτίαν. καὶ ; εἰπὼν τοῦτο ἐκοιμήθη.
فَلَمَّا سَمِعَ الرَّسُولاَنِ، بَرْنَابَا وَبُولُسُ، مَزَّقَا ثِيَابَهُمَا، وَانْدَفَعَا إِلَى الْجَمْعِ صَارِخَيْنِ
δὲ Ἀκούσαντες οἱ ; ἀπόστολοι Βαρναβᾶς καὶ ; Παῦλος διαρρήξαντες τὰ ; ἱμάτια ; αὐτῶν εἰσεπήδησαν εἰς τὸν ; ὄχλον κράζοντες
هذِهِ اتَّبَعَتْ بُولُسَ وَإِيَّانَا وَصَرَخَتْ قَائِلَةً: هؤُلاَءِ النَّاسُ هُمْ عَبِيدُ اللهِ الْعَلِيِّ، الَّذِينَ يُنَادُونَ لَكُمْ بِطَرِيقِ الْخَلاَصِ.
αὕτη κατακολουθήσασα τῷ ; Παύλῳ καὶ ; ἡμῖν ἔκραζεν λέγουσα· οὗτοι οἱ ; ἄνθρωποι δοῦλοι τοῦ ; θεοῦ τοῦ ; ὑψίστου οἵτινες εἰσίν, ; καταγγέλλουσιν ὑμῖν ὁδὸν σωτηρίας.
فَلَمَّا سَمِعُوا امْتَلأُوا غَضَبًا، وَطَفِقُوا يَصْرُخُونَ قَائِلِينَ: عَظِيمَةٌ هِيَ أَرْطَامِيسُ الأَفَسُسِيِّينَ..
δὲ Ἀκούσαντες καὶ ; γενόμενοι ; πλήρεις θυμοῦ ἔκραζον λέγοντες· μεγάλη Ἄρτεμις Ἐφεσίων.
وَكَانَ الْبَعْضُ يَصْرُخُونَ بِشَيْءٍ وَالْبَعْضُ بِشَيْءٍ آخَرَ، لأَنَّ الْمَحْفِلَ كَانَ مُضْطَرِبًا، وَأَكْثَرُهُمْ لاَ يَدْرُونَ لأَيِّ شَيْءٍ كَانُوا قَدِ اجْتَمَعُوا.
μὲν ; οὖν ἄλλοι ἔκραζον· τι ἄλλο γὰρ ἡ ; ἐκκλησία ἦν συγκεχυμένη, καὶ ; οἱ ; πλείους οὐκ ᾔδεισαν τίνος ἕνεκα συνεληλύθεισαν.
فَلَمَّا عَرَفُوا أَنَّهُ يَهُودِيٌّ، صَارَ صَوْتٌ وَاحِدٌ مِنَ الْجَمِيعِ صَارِخِينَ نَحْوَ مُدَّةِ سَاعَتَيْنِ: عَظِيمَةٌ هِيَ أَرْطَامِيسُ الأَفَسُسِيِّينَ..
δὲ ἐπιγνόντων ὅτι ; ἐστιν, Ἰουδαῖός ἐγένετο φωνὴ μία ἐκ πάντων κραζόντων· ὡς ἐπὶ δύο ; ὥρας μεγάλη ἡ ; Ἄρτεμις Ἐφεσίων.
صَارِخِينَ: يَا أَيُّهَا الرِّجَالُ الإِسْرَائِيلِيُّونَ، أَعِينُوا. هذَا هُوَ الرَّجُلُ الَّذِي يُعَلِّمُ الْجَمِيعَ فِي كُلِّ مَكَانٍ ضِدًّا لِلشَّعْبِ وَالنَّامُوسِ وَهذَا الْمَوْضِعِ، حَتَّى أَدْخَلَ يُونَانِيِّينَ أَيْضًا إِلَى الْهَيْكَلِ وَدَنَّسَ هذَا الْمَوْضِعَ الْمُقَدَّسَ.
κράζοντες· ἄνδρες Ἰσραηλῖται, βοηθεῖτε. οὗτός ἐστιν ὁ ; ἄνθρωπος ὁ διδάσκων, πάντας πανταχοῦ κατὰ τοῦ ; λαοῦ καὶ ; τοῦ ; νόμου καὶ ; τούτου τοῦ ; τόπου ἔτι εἰσήγαγεν Ἕλληνας καὶ εἰς τὸ ; ἱερὸν καὶ ; κεκοίνωκεν τοῦτον. τὸν ; τόπον ἅγιον
لأَنَّ جُمْهُورَ الشَّعْبِ كَانُوا يَتْبَعُونَهُ صَارِخِينَ: خُذْهُ..
γὰρ τὸ ; πλῆθος τοῦ ; λαοῦ ἠκολούθει κρᾶζον αἶρε ; αὐτόν.
وَلَمَّا عَلِمَ بُولُسُ أَنَّ قِسْمًا مِنْهُمْ صَدُّوقِيُّونَ وَالآخَرَ فَرِّيسِيُّونَ، صَرَخَ فِي الْمَجْمَعِ: أَيُّهَا الرِّجَالُ الإِخْوَةُ، أَنَا فَرِّيسِيٌّ ابْنُ فَرِّيسِيٍّ. عَلَى رَجَاءِ قِيَامَةِ الأَمْوَاتِ أَنَا أُحَاكَمُ.
δὲ Γνοὺς ὁ ; Παῦλος ὅτι τὸ ; ἓν ; μέρος ; ἐστὶν Σαδδουκαίων τὸ ; δὲ ; ἕτερον Φαρισαίων ἔκραξεν ἐν τῷ ; συνεδρίῳ· ἄνδρες ἀδελφοί, ἐγὼ Φαρισαῖός υἱὸς Φαρισαίου περὶ ἐλπίδος καὶ ; ἀναστάσεως νεκρῶν ἐγὼ κρίνομαι.¶
إِلاَّ مِنْ جِهَةِ هذَا الْقَوْلِ الْوَاحِدِ الَّذِي صَرَخْتُ بِهِ وَاقِفًا بَيْنَهُمْ: أَنِّي مِنْ أَجْلِ قِيَامَةِ الأَمْوَاتِ أُحَاكَمُ مِنْكُمُ الْيَوْمَ.
ἢ περὶ ταύτης φωνῆς μιᾶς ἧς ἐκέκραξα ἑστὼς ἐν ; αὐτοῖς ὅτι ; ἐγὼ περὶ ἀναστάσεως νεκρῶν κρίνομαι ὑφ᾽; ὑμῶν.¶ σήμερον
إِذْ لَمْ تَأْخُذُوا رُوحَ الْعُبُودِيَّةِ أَيْضًا لِلْخَوْفِ، بَلْ أَخَذْتُمْ رُوحَ التَّبَنِّي الَّذِي بِهِ نَصْرُخُ: يَا أَبَا الآبُ.
γὰρ οὐ ἐλάβετε πνεῦμα δουλείας πάλιν εἰς ; φόβον, ἀλλ᾽ ἐλάβετε πνεῦμα υἱοθεσίας ᾧ ἐν κράζομεν· αββα ὁ ; πατήρ.
وَإِشَعْيَاءُ يَصْرُخُ مِنْ جِهَةِ إِسْرَائِيلَ: وَإِنْ كَانَ عَدَدُ بَنِي إِسْرَائِيلَ كَرَمْلِ الْبَحْرِ، فَالْبَقِيَّةُ سَتَخْلُصُ.
Ἠσαΐας ; δὲ κράζει ὑπὲρ τοῦ ; Ἰσραήλ· ἐὰν ᾖ ὁ ; ἀριθμὸς τῶν ; υἱῶν Ἰσραὴλ ὡς ; ἡ ; ἄμμος τῆς ; θαλάσσης, τὸ ; κατάλειμμα σωθήσεται·
ثُمَّ بِمَا أَنَّكُمْ أَبْنَاءٌ، أَرْسَلَ اللهُ رُوحَ ابْنِهِ إِلَى قُلُوبِكُمْ صَارِخًا: يَا أَبَا الآبُ.
δέ ὅτι ἐστε υἱοί, ἐξαπέστειλεν ὁ ; θεὸς τὸ ; πνεῦμα τοῦ ; υἱοῦ ; αὐτοῦ εἰς τὰς ; καρδίας ; ὑμῶν κρᾶζον· αββα ὁ ; πατήρ.
هُوَذَا أُجْرَةُ الْفَعَلَةِ الَّذِينَ حَصَدُوا حُقُولَكُمُ، الْمَبْخُوسَةُ مِنْكُمْ تَصْرُخُ، وَصِيَاحُ الْحَصَّادِينَ قَدْ دَخَلَ إِلَى أُذْنَيْ رَبِّ الْجُنُودِ.
ἰδοὺ ὁ ; μισθὸς τῶν ; ἐργατῶν τῶν ἀμησάντων τὰς ; χώρας ; ὑμῶν ὁ ; ἀπεστερημένος ἀφ᾽ ; ὑμῶν κράζει καὶ ; αἱ ; βοαὶ τῶν ; θερισάντων εἰσεληλύθασιν. εἰς τὰ ; ὦτα κυρίου σαβαὼθ
وَصَرَخُوا بِصَوْتٍ عَظِيمٍ قَائِلِينَ: حَتَّى مَتَى أَيُّهَا السَّيِّدُ الْقُدُّوسُ وَالْحَقُّ، لاَ تَقْضِي وَتَنْتَقِمُ لِدِمَائِنَا مِنَ السَّاكِنِينَ عَلَى الأَرْضِ.
καὶ ; ἔκραζον φωνῇ μεγάλῃ λέγοντες· ἕως πότε, ὁ ; δεσπότης ὁ ; ἅγιος καὶ ; ὁ ; ἀληθινός, οὐ κρίνεις καὶ ; ἐκδικεῖς τὸ ; αἷμα ; ἡμῶν ἀπὸ τῶν ; κατοικούντων ἐπὶ τῆς ; γῆς;
وَرَأَيْتُ مَلاَكًا آخَرَ طَالِعًا مِنْ مَشْرِقِ الشَّمْسِ مَعَهُ خَتْمُ اللهِ الْحَيِّ، فَنَادَى بِصَوْتٍ عَظِيمٍ إِلَى الْمَلاَئِكَةِ الأَرْبَعَةِ، الَّذِينَ أُعْطُوا أَنْ يَضُرُّوا الأَرْضَ وَالْبَحْرَ،
Καὶ ; εἶδον ἄγγελον ἄλλον ἀναβάντα ἀπὸ ἀνατολῆς ἡλίου ἔχοντα σφραγῖδα θεοῦ ζῶντος. καὶ ; ἔκραξεν φωνῇ μεγάλῃ τοῖς ἀγγέλοις τέσσαρσιν οἷς ἐδόθη ; αὐτοῖς ἀδικῆσαι τὴν ; γῆν καὶ ; τὴν ; θάλασσαν
وَهُمْ يَصْرُخُونَ بِصَوْتٍ عَظِيمٍ قَائِلِينَ: الْخَلاَصُ لإِلهِنَا الْجَالِسِ عَلَى الْعَرْشِ وَلِلْخَرُوفِ.
καὶ ; κράζοντες φωνῇ μεγάλῃ λέγοντες· ἡ ; σωτηρία τοῦ; θεοῦ; ἡμῶν τῷ ; καθημένῳ ἐπὶ τοῦ; θρόνου καὶ ; τῷ ; ἀρνίῳ.
وَصَرَخَ بِصَوْتٍ عَظِيمٍ كَمَا يُزَمْجِرُ الأَسَدُ. وَبَعْدَ مَا صَرَخَ تَكَلَّمَتِ الرُّعُودُ السَّبْعَةُ بِأَصْوَاتِهَا.
καὶ ; ἔκραξεν φωνῇ μεγάλῃ ὥσπερ μυκᾶται. λέων καὶ ; ὅτε ἔκραξεν, ἐλάλησαν αἱ ; βρονταὶ ἑπτὰ τὰς ; ἑαυτῶν ; φωνάς.
وَصَرَخَ بِصَوْتٍ عَظِيمٍ كَمَا يُزَمْجِرُ الأَسَدُ. وَبَعْدَ مَا صَرَخَ تَكَلَّمَتِ الرُّعُودُ السَّبْعَةُ بِأَصْوَاتِهَا.
καὶ ; ἔκραξεν φωνῇ μεγάλῃ ὥσπερ μυκᾶται. λέων καὶ ; ὅτε ἔκραξεν, ἐλάλησαν αἱ ; βρονταὶ ἑπτὰ τὰς ; ἑαυτῶν ; φωνάς.
وَهِيَ حُبْلَى تَصْرُخُ مُتَمَخِّضَةً وَمُتَوَجِّعَةً لِتَلِدَ.
καὶ ἐν ; γαστρὶ ; ἔχουσα, κράζει ὠδίνουσα καὶ ; βασανιζομένη τεκεῖν.¶
وَخَرَجَ مَلاَكٌ آخَرُ مِنَ الْهَيْكَلِ، يَصْرُخُ بِصَوْتٍ عَظِيمٍ إِلَى الْجَالِسِ عَلَى السَّحَابَةِ: أَرْسِلْ مِنْجَلَكَ وَاحْصُدْ، لأَنَّهُ قَدْ جَاءَتِ السَّاعَةُ لِلْحَصَادِ، إِذْ قَدْ يَبِسَ حَصِيدُ الأَرْضِ.
Καὶ ; ἐξῆλθεν ἄγγελος ἄλλος ἐκ τοῦ ; ναοῦ κράζων ἐν ; φωνῇ μεγάλῃ τῷ καθημένῳ ἐπὶ τῆς ; νεφέλης· πέμψον τὸ ; δρέπανόν ; σου καὶ ; θέρισον, ὅτι ἦλθεν ἡ ; ὥρα τοῦ ; θερίσαι, ὅτι ἐξηράνθη ὁ ; θερισμὸς τῆς ; γῆς.
وَصَرَخَ بِشِدَّةٍ بِصَوْتٍ عَظِيمٍ قَائِلاً: سَقَطَتْ. سَقَطَتْ بَابِلُ الْعَظِيمَةُ. وَصَارَتْ مَسْكَنًا لِشَيَاطِينَ، وَمَحْرَسًا لِكُلِّ رُوحٍ نَجِسٍ، وَمَحْرَسًا لِكُلِّ طَائِرٍ نَجِسٍ وَمَمْقُوتٍ،
καὶ ; ἔκραξεν ἰσχύϊ ἐν ; φωνῇ μεγάλη λέγων· ἔπεσεν ἔπεσεν Βαβυλὼν ἡ ; μεγάλη καὶ ; ἐγένετο κατοικητήριον δαιμόνων καὶ ; φυλακὴ παντὸς πνεύματος ἀκαθάρτου καὶ ; φυλακὴ παντὸς ὀρνέου ἀκαθάρτου καὶ ; μεμισημένου,
وَصَرَخُوا إِذْ نَظَرُوا دُخَانَ حَرِيقِهَا، قَائِلِينَ: أَيَّةُ مِثْلُ الْمَدِينَةِ الْعَظِيمَةِ.
καὶ ; ἔκραζον ὁρῶντες τὸν ; καπνὸν τῆς ; πυρώσεως ; αὐτῆς λέγοντες· τίς ὁμοία τῇ ; πόλει τῇ ; μεγάλῃ;
وَأَلْقَوْا تُرَابًا عَلَى رُؤُوسِهِمْ، وَصَرَخُوا بَاكِينَ وَنَائِحِينَ قَائِلِينَ: وَيْلٌ. وَيْلٌ. الْمَدِينَةُ الْعَظِيمَةُ، الَّتِي فِيهَا اسْتَغْنَى جَمِيعُ الَّذِينَ لَهُمْ سُفُنٌ فِي الْبَحْرِ مِنْ نَفَائِسِهَا. لأَنَّهَا فِي سَاعَةٍ وَاحِدَةٍ خَرِبَتْ.
καὶ ; ἔβαλον χοῦν ἐπὶ τὰς ; κεφαλὰς ; αὐτῶν καὶ ; ἔκραζον κλαίοντες καὶ ; πενθοῦντες λέγοντες· οὐαὶ οὐαὶ ἡ ; πόλις ἡ ; μεγάλη, ᾗ ἐν ἐπλούτησαν πάντες οἱ ἔχοντες τὰ ; πλοῖα ἐν τῇ ; θαλάσσῃ ἐκ τῆς ; τιμιότητος ; αὐτῆς, ὅτι ὥρᾳ μιᾷ ἠρημώθη.
وَرَأَيْتُ مَلاَكًا وَاحِدًا وَاقِفًا فِي الشَّمْسِ، فَصَرَخَ بِصَوْتٍ عَظِيمٍ قَائِلاً لِجَمِيعِ الطُّيُورِ الطَّائِرَةِ فِي وَسَطِ السَّمَاءِ: هَلُمَّ اجْتَمِعِي إِلَى عَشَاءِ الإِلهِ الْعَظِيمِ،
Καὶ ; εἶδον ἄγγελον ἕνα ἑστῶτα ἐν τῷ ; ἡλίῳ, καὶ ; ἔκραξεν φωνῇ μεγάλῃ λέγων πᾶσιν τοῖς ; ὀρνέοις πετομένοις ; τοῖς ἐν μεσουρανήματι· δεῦτε συνάγεσθε; καὶ εἰς δεῖπνον ; τὸ τοῦ ; θεοῦ, τοῦ; μεγάλου