ك
إصحاح
G2191
G2192. échō
G2193
المعنى المختصر للكلمة
échō: to hold (used in very various applications, literally or figuratively, direct or remote
اللفظ الأصلي ἔχω
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق échō (ekh-o)
تكرار الورود في الكتاب 657 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها

a primary verb;

المعنى والشرح المفصل
1 to hold (used in very various applications, literally or figuratively, direct or remote
2 such as possession
3 ability, contiuity, relation, or condition)
الإنجليزية — KJV Translation Tags
be (able, X hold, possessed with) accompany + begin to amend can(+ -not) X conceive count diseased do + eat + enjoy + fear following have hold keep + lack + go to law lie + must needs + of necessity + need next + recover + reign + rest + return X sick take for + tremble + uncircumcised use

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

ἔχων (62×) ἔχει (42×) ἔχομεν (34×) ἔχοντες (26×) ἔχετε (26×) ἔχοντα (25×) ἔχω (24×) ἔχεις (16×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (657 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
فَأَجَاب الْيَهُودُ وَقَالُوا لَهُ: أَلَسْنَا نَقُولُ حَسَنًا: إِنَّكَ سَامِرِيٌّ وَبِكَ شَيْطَانٌ.
Ἀπεκρίθησαν ; οὖν οἱ ; Ἰουδαῖοι καὶ ; εἶπαν αὐτῷ· οὐ λέγομεν ; ἡμεῖς καλῶς εἶ ; σὺ Σαμαρίτης καὶ ; ἔχεις;¶ δαιμόνιον
أَجَابَ يَسُوعُ: أَنَا لَيْسَ بِي شَيْطَانٌ، لكِنِّي أُكْرِمُ أَبِي وَأَنْتُمْ تُهِينُونَنِي.
Ἀπεκρίθη Ἰησοῦς· ἐγὼ οὐκ ἔχω, δαιμόνιον ἀλλὰ τιμῶ τὸν ; πατέρα ; μου, καὶ ; ὑμεῖς ἀτιμάζετέ ; με.
فَقَالَ لَهُ الْيَهُودُ: الآنَ عَلِمْنَا أَنَّ بِكَ شَيْطَانًا. قَدْ مَاتَ إِبْرَاهِيمُ وَالأَنْبِيَاءُ، وَأَنْتَ تَقُولُ: إِنْ كَانَ أَحَدٌ يَحْفَظُ كَلاَمِي فَلَنْ يَذُوقَ الْمَوْتَ إِلَى الأَبَدِ.
Εἶπον ; οὖν αὐτῷ οἱ ; Ἰουδαῖοι· νῦν ἐγνώκαμεν ὅτι ἔχεις. δαιμόνιον ἀπέθανεν Ἀβραὰμ καὶ ; οἱ ; προφῆται, καὶ ; σὺ λέγεις· ἐάν τις τηρήσῃ, τὸν ; λόγον ; μου οὐ ; μὴ γεύσεται θανάτου εἰς τὸν ; αἰῶνα.
فَقَالَ لَهُ الْيَهُودُ: لَكَ خَمْسُونَ سَنَةً بَعْدُ، أَفَرَأَيْتَ إِبْرَاهِيمَ.
εἶπον ; οὖν πρὸς ; αὐτόν· οἱ ; Ἰουδαῖοι ἔχεις, πεντήκοντα ἔτη οὔπω καὶ ; ἑώρακας;¶ Ἀβραὰμ
وَأَمَّا كَيْفَ يُبْصِرُ الآنَ فَلاَ نَعْلَمُ. أَوْ مَنْ فَتَحَ عَيْنَيْهِ فَلاَ نَعْلَمُ. هُوَ كَامِلُ السِّنِّ. اسْأَلُوهُ فَهُوَ يَتَكَلَّمُ عَنْ نَفْسِهِ.
δὲ πῶς βλέπει νῦν οὐκ οἴδαμεν, ἢ τίς ἤνοιξεν αὐτοῦ ; τοὺς ; ὀφθαλμοὺς οὐκ ἡμεῖς ; οἴδαμεν· αὐτὸς ἡλικίαν ; ἔχει· αὐτὸν ; ἐρωτήσατε, αὐτὸς λαλήσει.¶ περὶ ἑαυτοῦ
لِذلِكَ قَالَ أَبَوَاهُ: إِنَّهُ كَامِلُ السِّنِّ، اسْأَلُوهُ.
διὰ ; τοῦτο εἶπαν οἱ ; γονεῖς ; αὐτοῦ ὅτι ἡλικίαν ; ἔχει, αὐτὸν ; ἐρωτήσατε
قَالَ لَهُمْ يَسُوعُ: لَوْ كُنْتُمْ عُمْيَانًا لَمَا كَانَتْ لَكُمْ خَطِيَّةٌ. وَلكِنِ الآنَ تَقُولُونَ إِنَّنَا نُبْصِرُ، فَخَطِيَّتُكُمْ بَاقِيَةٌ.
εἶπεν αὐτοῖς ὁ ; Ἰησοῦς· εἰ ἦτε, τυφλοὶ ἂν ; οὐκ εἴχετε ἁμαρτίαν. δὲ νῦν λέγετε ὅτι ; βλέπομεν, ἡ ; οὖν ; ἁμαρτία ; ὑμῶν μένει.¶
اَلسَّارِقُ لاَ يَأْتِي إِلاَّ لِيَسْرِقَ وَيَذْبَحَ وَيُهْلِكَ، وَأَمَّا أَنَا فَقَدْ أَتَيْتُ لِتَكُونَ لَهُمْ حَيَاةٌ وَلِيَكُونَ لَهُمْ أَفْضَلُ.
ὁ ; κλέπτης οὐκ ἔρχεται μὴ ; εἰ ἵνα ; κλέψῃ καὶ ; θύσῃ καὶ ; ἀπολέσῃ· ἐγὼ ἦλθον ἵνα ; ἔχωσιν ζωὴν καὶ ; ἔχωσιν. περισσὸν
اَلسَّارِقُ لاَ يَأْتِي إِلاَّ لِيَسْرِقَ وَيَذْبَحَ وَيُهْلِكَ، وَأَمَّا أَنَا فَقَدْ أَتَيْتُ لِتَكُونَ لَهُمْ حَيَاةٌ وَلِيَكُونَ لَهُمْ أَفْضَلُ.
ὁ ; κλέπτης οὐκ ἔρχεται μὴ ; εἰ ἵνα ; κλέψῃ καὶ ; θύσῃ καὶ ; ἀπολέσῃ· ἐγὼ ἦλθον ἵνα ; ἔχωσιν ζωὴν καὶ ; ἔχωσιν. περισσὸν
وَلِي خِرَافٌ أُخَرُ لَيْسَتْ مِنْ هذِهِ الْحَظِيرَةِ، يَنْبَغِي أَنْ آتِيَ بِتِلْكَ أَيْضًا فَتَسْمَعُ صَوْتِي، وَتَكُونُ رَعِيَّةٌ وَاحِدَةٌ وَرَاعٍ وَاحِدٌ.
καὶ ; ἔχω, πρόβατα ἄλλα ἃ ; οὐκ ; ἔστιν ἐκ ταύτης, τῆς ; αὐλῆς δεῖ με ; ἀγαγεῖν, κἀκεῖνα καὶ ; ἀκούσουσιν, τῆς ; φωνῆς ; μου καὶ ; γενήσεται ποίμνη, μία ποιμήν. εἷς
لَيْسَ أَحَدٌ يَأْخُذُهَا مِنِّي، بَلْ أَضَعُهَا أَنَا مِنْ ذَاتِي. لِي سُلْطَانٌ أَنْ أَضَعَهَا وَلِي سُلْطَانٌ أَنْ آخُذَهَا أَيْضًا. هذِهِ الْوَصِيَّةُ قَبِلْتُهَا مِنْ أَبِي.
οὐδεὶς αἴρει ; αὐτὴν ἀπ᾽ ; ἐμοῦ, ἀλλ᾽ τίθημι ; αὐτὴν ἐγὼ ἀπ᾽ ἐμαυτοῦ. ἔχω ἐξουσίαν θεῖναι ; αὐτὴν καὶ ; ἔχω ἐξουσίαν λαβεῖν ; αὐτήν· πάλιν ταύτην τὴν ; ἐντολὴν ἔλαβον παρὰ τοῦ ; πατρός ; μου.¶
لَيْسَ أَحَدٌ يَأْخُذُهَا مِنِّي، بَلْ أَضَعُهَا أَنَا مِنْ ذَاتِي. لِي سُلْطَانٌ أَنْ أَضَعَهَا وَلِي سُلْطَانٌ أَنْ آخُذَهَا أَيْضًا. هذِهِ الْوَصِيَّةُ قَبِلْتُهَا مِنْ أَبِي.
οὐδεὶς αἴρει ; αὐτὴν ἀπ᾽ ; ἐμοῦ, ἀλλ᾽ τίθημι ; αὐτὴν ἐγὼ ἀπ᾽ ἐμαυτοῦ. ἔχω ἐξουσίαν θεῖναι ; αὐτὴν καὶ ; ἔχω ἐξουσίαν λαβεῖν ; αὐτήν· πάλιν ταύτην τὴν ; ἐντολὴν ἔλαβον παρὰ τοῦ ; πατρός ; μου.¶
فَقَالَ كَثِيرُونَ مِنْهُمْ: بِهِ شَيْطَانٌ وَهُوَ يَهْذِي. لِمَاذَا تَسْتَمِعُونَ لَهُ.
ἔλεγον ; δὲ πολλοὶ ἐξ ; αὐτῶν· ἔχει δαιμόνιον καὶ μαίνεται· τί ἀκούετε; αὐτοῦ
فَلَمَّا أَتَى يَسُوعُ وَجَدَ أَنَّهُ قَدْ صَارَ لَهُ أَرْبَعَةُ أَيَّامٍ فِي الْقَبْرِ.
οὖν ἐλθὼν ὁ ; Ἰησοῦς εὗρεν αὐτὸν ἤδη ἔχοντα τέσσαρας ἡμέρας ἐν τῷ ; μνημείῳ.
قَالَ هذَا لَيْسَ لأَنَّهُ كَانَ يُبَالِي بِالْفُقَرَاءِ، بَلْ لأَنَّهُ كَانَ سَارِقًا، وَكَانَ الصُّنْدُوقُ عِنْدَهُ، وَكَانَ يَحْمِلُ مَا يُلْقَى فِيهِ.
εἶπεν ; δὲ τοῦτο οὐχ ὅτι ἔμελεν ; αὐτῷ, περὶ ; τῶν ; πτωχῶν ἀλλ᾽ ὅτι ἦν κλέπτης καὶ τὸ ; γλωσσόκομον εἶχεν καὶ ἐβάσταζεν.¶ βαλλόμενα
لأَنَّ الْفُقَرَاءَ مَعَكُمْ فِي كُلِّ حِينٍ، وَأَمَّا أَنَا فَلَسْتُ مَعَكُمْ فِي كُلِّ حِينٍ.
γὰρ τοὺς ; πτωχοὺς ἔχετε ; μεθ᾽ ; ἑαυτῶν, πάντοτε δὲ ἐμὲ οὐ ἔχετε.¶ πάντοτε
فَقَالَ لَهُمْ يَسُوعُ: النُّورُ مَعَكُمْ زَمَانًا قَلِيلاً بَعْدُ، فَسِيرُوا مَا دَامَ لَكُمُ النُّورُ لِئَلاَّ يُدْرِكَكُمُ الظَّلاَمُ. وَالَّذِي يَسِيرُ فِي الظَّلاَمِ لاَ يَعْلَمُ إِلَى أَيْنَ يَذْهَبُ.
Εἶπεν ; οὖν αὐτοῖς ὁ ; Ἰησοῦς· φῶς ; ἐστιν. ; τὸ μεθ᾽; ὑμῶν ἐν ; χρόνον μικρὸν ἔτι περιπατεῖτε ἕως ἔχετε, τὸ ; φῶς ἵνα ; μὴ ὑμᾶς ; καταλάβῃ· σκοτία καὶ ; ὁ περιπατῶν ἐν τῇ ; σκοτίᾳ οὐκ οἶδεν ποῦ ὑπάγει.
مَا دَامَ لَكُمُ النُّورُ آمِنُوا بِالنُّورِ لِتَصِيرُوا أَبْنَاءَ النُّورِ. تَكَلَّمَ يَسُوعُ بِهذَا ثُمَّ مَضَى وَاخْتَفَى عَنْهُمْ.
Ἕως ἔχετε, τὸ ; φῶς πιστεύετε εἰς ; τὸ ; φῶς, ἵνα ; γένησθε. υἱοὶ φωτὸς ἐλάλησεν ὁ ; Ἰησοῦς, ταῦτα καὶ ἀπελθὼν ἐκρύβη ἀπ᾽ ; αὐτῶν.¶
مَنْ رَذَلَنِي وَلَمْ يَقْبَلْ كَلاَمِي فَلَهُ مَنْ يَدِينُهُ. اَلْكَلاَمُ الَّذِي تَكَلَّمْتُ بِهِ هُوَ يَدِينُهُ فِي الْيَوْمِ الأَخِيرِ،
ὁ ἀθετῶν ; ἐμὲ καὶ ; μὴ λαμβάνων τὰ ; ῥήματά ; μου ἔχει τὸν κρίνοντα ; αὐτόν· ὁ ; λόγος ὃν ἐλάλησα, ἐκεῖνος κρινεῖ ; αὐτὸν ἐν τῇ ; ἡμέρᾳ. ἐσχάτῃ
قَالَ لَهُ بُطْرُسُ: لَنْ تَغْسِلَ رِجْلَيَّ أَبَدًا. أَجَابَهُ يَسُوعُ: إِنْ كُنْتُ لاَ أَغْسِلُكَ فَلَيْسَ لَكَ مَعِي نَصِيبٌ.
λέγει αὐτῷ Πέτρος· οὐ ; μὴ νίψῃς μου ; τοὺς ; πόδας εἰς ; τὸν ; αἰῶνα.¶ Ἀπεκρίθη ; αὐτῷ· ὁ ; Ἰησοῦς ἐὰν μὴ νίψω ; σε, οὐκ ἔχεις μετ᾽ ; ἐμοῦ. μέρος
قَالَ لَهُ يَسُوعُ: الَّذِي قَدِ اغْتَسَلَ لَيْسَ لَهُ حَاجَةٌ إِلاَّ إِلَى غَسْلِ رِجْلَيْهِ، بَلْ هُوَ طَاهِرٌ كُلُّهُ. وَأَنْتُمْ طَاهِرُونَ وَلكِنْ لَيْسَ كُلُّكُمْ.
Λέγει αὐτῷ ὁ ; Ἰησοῦς· ὁ λελουμένος οὐκ ἔχει χρείαν εἰ νίψασθαι, τοὺς ; πόδας ἀλλ᾽ ἔστιν καθαρὸς ὅλος· καὶ ; ὑμεῖς ; ἐστε καθαροί ἀλλ᾽ οὐχὶ πάντες.
لأَنَّ قَوْمًا، إِذْ كَانَ الصُّنْدُوقُ مَعَ يَهُوذَا، ظَنُّوا أَنَّ يَسُوعَ قَالَ لَهُ: اشْتَرِ مَا نَحْتَاجُ إِلَيْهِ لِلْعِيدِ، أَوْ أَنْ يُعْطِيَ شَيْئًا لِلْفُقَرَاءِ.
γὰρ τινὲς ἐπεὶ τὸ ; γλωσσόκομον εἶχεν ὁ ; Ἰούδας, ἐδόκουν, ὁ ; Ἰησοῦς· ὅτι ; λέγει αὐτῷ ἀγόρασον ὧν χρείαν ; ἔχομεν εἰς ; τὴν ; ἑορτήν, ἢ ἵνα δῷ. τι τοῖς ; πτωχοῖς
لأَنَّ قَوْمًا، إِذْ كَانَ الصُّنْدُوقُ مَعَ يَهُوذَا، ظَنُّوا أَنَّ يَسُوعَ قَالَ لَهُ: اشْتَرِ مَا نَحْتَاجُ إِلَيْهِ لِلْعِيدِ، أَوْ أَنْ يُعْطِيَ شَيْئًا لِلْفُقَرَاءِ.
γὰρ τινὲς ἐπεὶ τὸ ; γλωσσόκομον εἶχεν ὁ ; Ἰούδας, ἐδόκουν, ὁ ; Ἰησοῦς· ὅτι ; λέγει αὐτῷ ἀγόρασον ὧν χρείαν ; ἔχομεν εἰς ; τὴν ; ἑορτήν, ἢ ἵνα δῷ. τι τοῖς ; πτωχοῖς
بِهذَا يَعْرِفُ الْجَمِيعُ أَنَّكُمْ تَلاَمِيذِي: إِنْ كَانَ لَكُمْ حُبٌّ بَعْضًا لِبَعْضٍ.
ἐν ; τούτῳ γνώσονται πάντες ὅτι ; ἐστε, ἐμοὶ ; μαθηταί ἐὰν ἔχητε ἀγάπην ἐν ; ἀλλήλοις.
اَلَّذِي عِنْدَهُ وَصَايَايَ وَيَحْفَظُهَا فَهُوَ الَّذِي يُحِبُّنِي، وَالَّذِي يُحِبُّنِي يُحِبُّهُ أَبِي، وَأَنَا أُحِبُّهُ، وَأُظْهِرُ لَهُ ذَاتِي.
ἔχων τὰς ; ἐντολάς ; μου καὶ ; τηρῶν ; αὐτάς, ἐκεῖνός ; ἐστιν ὁ ἀγαπῶν ; με· ὁ ; δὲ ἀγαπῶν ; με ἀγαπηθήσεται τοῦ ; πατρός ; μου· κἀγὼ ἀγαπήσω ; αὐτὸν καὶ ; ἐμφανίσω αὐτῷ ἐμαυτόν.¶
لاَ أَتَكَلَّمُ مَعَكُمْ كَثِيرًا، لأَنَّ رَئِيسَ هذَا الْعَالَمِ يَأْتِي وَلَيْسَ لَهُ فِيَّ شَيْءٌ.
Οὐκέτι λαλήσω μεθ᾽ ; ὑμῶν· πολλὰ γὰρ ὁ ; ἄρχων, τούτου τοῦ ; κόσμου ἔρχεται καὶ ; οὐκ ἔχει ἐν ; ἐμοὶ οὐδέν,
لَيْسَ لأَحَدٍ حُبٌّ أَعْظَمُ مِنْ هذَا: أَنْ يَضَعَ أَحَدٌ نَفْسَهُ لأَجْلِ أَحِبَّائِهِ.
οὐδεὶς ; ἔχει ἀγάπην μείζονα ταύτης ἵνα ; θῇ τις τὴν ; ψυχὴν ; αὐτοῦ ὑπὲρ τῶν ; φίλων ; αὐτοῦ.
لَوْ لَمْ أَكُنْ قَدْ جِئْتُ وَكَلَّمْتُهُمْ، لَمْ تَكُنْ لَهُمْ خَطِيَّةٌ، وَأَمَّا الآنَ فَلَيْسَ لَهُمْ عُذْرٌ فِي خَطِيَّتِهِمْ.
Εἰ ; μὴ ἦλθον καὶ ; ἐλάλησα ; αὐτοῖς, οὐκ εἴχοσαν· ἁμαρτίαν δὲ νῦν οὐκ ἔχουσιν πρόφασιν περὶ τῆς ; ἁμαρτίας ; αὐτῶν.
لَوْ لَمْ أَكُنْ قَدْ جِئْتُ وَكَلَّمْتُهُمْ، لَمْ تَكُنْ لَهُمْ خَطِيَّةٌ، وَأَمَّا الآنَ فَلَيْسَ لَهُمْ عُذْرٌ فِي خَطِيَّتِهِمْ.
Εἰ ; μὴ ἦλθον καὶ ; ἐλάλησα ; αὐτοῖς, οὐκ εἴχοσαν· ἁμαρτίαν δὲ νῦν οὐκ ἔχουσιν πρόφασιν περὶ τῆς ; ἁμαρτίας ; αὐτῶν.
لَوْ لَمْ أَكُنْ قَدْ عَمِلْتُ بَيْنَهُمْ أَعْمَالاً لَمْ يَعْمَلْهَا أَحَدٌ غَيْرِي، لَمْ تَكُنْ لَهُمْ خَطِيَّةٌ، وَأَمَّا الآنَ فَقَدْ رَأَوْا وَأَبْغَضُونِي أَنَا وَأَبِي.
εἰ μὴ ἐποίησα ἐν ; αὐτοῖς τὰ ; ἔργα ἃ ; οὐδεὶς ; πεποίηκεν ἄλλος οὐκ εἴχοσαν· ἁμαρτίαν δὲ νῦν καὶ ; ἑωράκασιν καὶ ; μεμισήκασιν καὶ ; ἐμὲ καὶ ; τὸν ; πατέρα ; μου·