المعنى المختصر للكلمة
érgon:
toil (as an effort or
occupation)
اللفظ الأصلي
ἔργον
نوع الكلمة
اسم
طريقة النطق
érgon
(er-gon)
تكرار الورود في الكتاب
140
مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
from a primary (but obsolete) (to work);
المعنى والشرح المفصل
1
toil (as an effort or
occupation)
2
by implication, an act
الإنجليزية — KJV Translation Tags
deed
doing
labour
work
أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك
أشكال الكلمة في النص الأصلي:
τὰ ; ἔργα (20×)
ἔργον (14×)
ἐξ ; ἔργων (13×)
τὸ ; ἔργον (13×)
ἔργων (10×)
ἔργα (7×)
ἔργῳ (6×)
σου ; τὰ ; ἔργα (5×)
شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (140 آية)
شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
متى 5: 16
Mat.5.16
فَلْيُضِئْ نُورُكُمْ هكَذَا قُدَّامَ النَّاسِ، لِكَيْ يَرَوْا أَعْمَالَكُمُ الْحَسَنَةَ، وَيُمَجِّدُوا أَبَاكُمُ الَّذِي فِي السَّمَاوَاتِ.
λαμψάτω τὸ ; φῶς ; ὑμῶν οὕτως ἔμπροσθεν τῶν ; ἀνθρώπων ὅπως ἴδωσιν ὑμῶν ; ἔργα τὰ ; καλὰ δοξάσωσιν τὸν ; πατέρα ; ὑμῶν τὸν ἐν τοῖς ; οὐρανοῖς.¶
متى 11: 2
Mat.11.2
أَمَّا يُوحَنَّا فَلَمَّا سَمِعَ فِي السِّجْنِ بِأَعْمَالِ الْمَسِيحِ، أَرْسَلَ اثْنَيْنِ مِنْ تَلاَمِيذِهِ،
δὲ Ὁ ; Ἰωάννης ἀκούσας ἐν τῷ ; δεσμωτηρίῳ τὰ ; ἔργα τοῦ ; Χριστοῦ, πέμψας δύο τῶν μαθητῶν ; αὐτοῦ
متى 26: 10
Mat.26.10
فَعَلِمَ يَسُوعُ وَقَالَ لَهُمْ: لِمَاذَا تُزْعِجُونَ الْمَرْأَةَ. فَإِنَّهَا قَدْ عَمِلَتْ بِي عَمَلاً حَسَنًا.
γνοὺς ; δὲ ὁ ; Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· τί κόπους ; παρέχετε τῇ ; γυναικί; γὰρ ἠργάσατο εἰς ; ἐμέ. ἔργον καλὸν
مرقس 14: 6
Mrk.14.6
أَمَّا يَسُوعُ فَقَالَ: اتْرُكُوهَا. لِمَاذَا تُزْعِجُونَهَا. قَدْ عَمِلَتْ بِي عَمَلاً حَسَنًا..
δὲ ὁ ; Ἰησοῦς εἶπεν· ἄφετε ; αὐτήν, τί αὐτῇ ; κόπους ; παρέχετε; ἠργάσατο εἰς; ἐμέ ἔργον καλὸν
لوقا 11: 48
Luk.11.48
إِذًا تَشْهَدُونَ وَتَرْضَوْنَ بِأَعْمَالِ آبَائِكُمْ، لأَنَّهُمْ هُمْ قَتَلُوهُمْ وَأَنْتُمْ تَبْنُونَ قُبُورَهُمْ.
ἄρα μάρτυρεῖτε καὶ ; συνευδοκεῖτε τοῖς ; ἔργοις τῶν ; πατέρων ; ὑμῶν· ὅτι αὐτοὶ ; μὲν ἀπέκτειναν ; αὐτούς, ὑμεῖς ; δὲ οἰκοδομεῖτε αὐτῶν ; τὰ ; μνημεῖα.
لوقا 24: 19
Luk.24.19
فَقَالَ لَهُمَا: وَمَا هِيَ. فَقَالاَ: الْمُخْتَصَّةُ بِيَسُوعَ النَّاصِرِيِّ، الَّذِي كَانَ إِنْسَانًا نَبِيًّا مُقْتَدِرًا فِي الْفِعْلِ وَالْقَوْلِ أَمَامَ اللهِ وَجَمِيعِ الشَّعْبِ.
καὶ ; εἶπεν αὐτοῖς· ποῖα; οἱ ; δὲ ; εἶπαν ; αὐτῷ· τὰ ; περὶ Ἰησοῦ τοῦ ; Ναζωραίου ὃς ἐγένετο ἀνὴρ προφήτης δυνατὸς ἐν ἔργῳ καὶ ; λόγῳ ἐναντίον τοῦ ; θεοῦ καὶ ; παντὸς τοῦ ; λαοῦ,
يوحنا 3: 19
Jhn.3.19
وَهذِهِ هِيَ الدَّيْنُونَةُ: إِنَّ النُّورَ قَدْ جَاءَ إِلَى الْعَالَمِ، وَأَحَبَّ النَّاسُ الظُّلْمَةَ أَكْثَرَ مِنَ النُّورِ، لأَنَّ أَعْمَالَهُمْ كَانَتْ شِرِّيرَةً.
αὕτη ; δέ ἐστιν ἡ ; κρίσις ὅτι τὸ ; φῶς ἐλήλυθεν εἰς τὸν ; κόσμον, καὶ ; ἠγάπησαν οἱ ; ἄνθρωποι τὸ ; σκότος μᾶλλον ἢ τὸ ; φῶς· γὰρ αὐτῶν ; τὰ ; ἔργα. ἦν πονηρὰ
يوحنا 3: 21
Jhn.3.21
وَأَمَّا مَنْ يَفْعَلُ الْحَقَّ فَيُقْبِلُ إِلَى النُّورِ، لِكَيْ تَظْهَرَ أَعْمَالُهُ أَنَّهَا بِاللهِ مَعْمُولَةٌ.
δὲ ὁ ποιῶν τὴν ; ἀλήθειαν ἔρχεται πρὸς τὸ ; φῶς ἵνα φανερωθῇ αὐτοῦ ; τὰ ; ἔργα ὅτι ἐν ; θεῷ ἐστιν ; εἰργασμένα.¶
يوحنا 4: 34
Jhn.4.34
قَالَ لَهُمْ يَسُوعُ: طَعَامِي أَنْ أَعْمَلَ مَشِيئَةَ الَّذِي أَرْسَلَنِي وَأُتَمِّمَ عَمَلَهُ.
λέγει αὐτοῖς ὁ ; Ἰησοῦς· ἐμὸν ; βρῶμά ἐστιν ; ἵνα ποιῶ τὸ ; θέλημα τοῦ πέμψαντός ; με καὶ ; τελειώσω αὐτοῦ ; τὸ ; ἔργον.
يوحنا 5: 20
Jhn.5.20
لأَنَّ الآبَ يُحِبُّ الابْنَ وَيُرِيهِ جَمِيعَ مَا هُوَ يَعْمَلُهُ، وَسَيُرِيهِ أَعْمَالاً أَعْظَمَ مِنْ هذِهِ لِتَتَعَجَّبُوا أَنْتُمْ.
γὰρ ὁ ; πατὴρ φιλεῖ τὸν ; υἱὸν καὶ ; δείκνυσιν ; αὐτῷ πάντα ἃ αὐτὸς ποιεῖ, καὶ ; δείξει ; αὐτῷ ἔργα μείζονα τούτων ἵνα ; θαυμάζητε. ὑμεῖς
يوحنا 5: 36
Jhn.5.36
وَأَمَّا أَنَا فَلِي شَهَادَةٌ أَعْظَمُ مِنْ يُوحَنَّا، لأَنَّ الأَعْمَالَ الَّتِي أَعْطَانِي الآبُ لأُكَمِّلَهَا، هذِهِ الأَعْمَالُ بِعَيْنِهَا الَّتِي أَنَا أَعْمَلُهَا هِيَ تَشْهَدُ لِي أَنَّ الآبَ قَدْ أَرْسَلَنِي.
δὲ ἐγὼ ἔχω τὴν ; μαρτυρίαν μείζων τοῦ ; Ἰωάννου· γὰρ τὰ ; ἔργα ἃ ἔδωκέν; μοι ὁ ; πατὴρ ἵνα ; τελειώσω αὐτά, τὰ ; ἔργα αὐτὰ ἃ ἐγὼ ποιῶ, μαρτυρεῖ περὶ ; ἐμοῦ ὅτι ὁ ; πατήρ με ; ἀπέσταλκεν.
يوحنا 5: 36
Jhn.5.36
وَأَمَّا أَنَا فَلِي شَهَادَةٌ أَعْظَمُ مِنْ يُوحَنَّا، لأَنَّ الأَعْمَالَ الَّتِي أَعْطَانِي الآبُ لأُكَمِّلَهَا، هذِهِ الأَعْمَالُ بِعَيْنِهَا الَّتِي أَنَا أَعْمَلُهَا هِيَ تَشْهَدُ لِي أَنَّ الآبَ قَدْ أَرْسَلَنِي.
δὲ ἐγὼ ἔχω τὴν ; μαρτυρίαν μείζων τοῦ ; Ἰωάννου· γὰρ τὰ ; ἔργα ἃ ἔδωκέν; μοι ὁ ; πατὴρ ἵνα ; τελειώσω αὐτά, τὰ ; ἔργα αὐτὰ ἃ ἐγὼ ποιῶ, μαρτυρεῖ περὶ ; ἐμοῦ ὅτι ὁ ; πατήρ με ; ἀπέσταλκεν.
يوحنا 6: 28
Jhn.6.28
فَقَالُوا لَهُ: مَاذَا نَفْعَلُ حَتَّى نَعْمَلَ أَعْمَالَ اللهِ.
εἶπον ; οὖν πρὸς ; αὐτόν· τί ποιοῦμεν ἵνα ἐργαζώμεθα τὰ ; ἔργα τοῦ ; θεοῦ;¶
يوحنا 6: 29
Jhn.6.29
أَجَابَ يَسُوعُ وَقَالَ لَهُمْ: هذَا هُوَ عَمَلُ اللهِ: أَنْ تُؤْمِنُوا بِالَّذِي هُوَ أَرْسَلَهُ.
Ἀπεκρίθη ὁ ; Ἰησοῦς εἶπεν ; καὶ αὐτοῖς· τοῦτό ἐστιν τὸ ; ἔργον τοῦ ; θεοῦ ἵνα πιστεύσητε εἰς ; ὃν ἐκεῖνος.¶ ἀπέστειλεν
يوحنا 7: 3
Jhn.7.3
فَقَالَ لَهُ إِخْوَتُهُ: انْتَقِلْ مِنْ هُنَا وَاذْهَبْ إِلَى الْيَهُودِيَّةِ، لِكَيْ يَرَى تَلاَمِيذُكَ أَيْضًا أَعْمَالَكَ الَّتِي تَعْمَلُ،
εἶπον ; οὖν πρὸς ; αὐτὸν οἱ ; ἀδελφοὶ ; αὐτοῦ· μετάβηθι ἐντεῦθεν καὶ ; ὕπαγε εἰς τὴν ; Ἰουδαίαν ἵνα θεωρήσωσιν οἱ ; μαθηταί ; σου καὶ σοῦ ; τὰ ; ἔργα ἃ ποιεῖς·
يوحنا 7: 21
Jhn.7.21
أَجَابَ يَسُوعُ وَقَالَ لَهُمْ: عَمَلاً وَاحِدًا عَمِلْتُ فَتَتَعَجَّبُونَ جَمِيعًا.
Ἀπεκρίθη ὁ ; Ἰησοῦς καὶ ; εἶπεν αὐτοῖς· ἔργον ἓν ἐποίησα, καὶ ; θαυμάζετε. πάντες
يوحنا 8: 39
Jhn.8.39
أَجَابُوا وَقَالُوا لَهُ: أَبُونَا هُوَ إِبْرَاهِيمُ. قَالَ لَهُمْ يَسُوعُ: لَوْ كُنْتُمْ أَوْلاَدَ إِبْرَاهِيمَ، لَكُنْتُمْ تَعْمَلُونَ أَعْمَالَ إِبْرَاهِيمَ.
Ἀπεκρίθησαν καὶ ; εἶπαν αὐτῷ· ὁ ; πατὴρ ; ἡμῶν ἐστιν. Ἀβραάμ λέγει αὐτοῖς ὁ ; Ἰησοῦς· εἰ ἦτε τέκνα τοῦ ; Ἀβραάμ ἄν. ἐποιεῖτε τὰ ; ἔργα τοῦ ; Ἀβραὰμ
يوحنا 8: 41
Jhn.8.41
أَنْتُمْ تَعْمَلُونَ أَعْمَالَ أَبِيكُمْ. فَقَالُوا لَهُ: إِنَّنَا لَمْ نُولَدْ مِنْ زِنًا. لَنَا أَبٌ وَاحِدٌ وَهُوَ اللهُ.
ὑμεῖς ποιεῖτε τὰ ; ἔργα τοῦ ; πατρὸς ; ὑμῶν. εἶπαν ; οὖν αὐτῷ· ἡμεῖς οὐ γεγεννήμεθα· ἐκ πορνείας ἔχομεν πατέρα ἕνα τὸν θεόν.¶
يوحنا 9: 3
Jhn.9.3
أَجَابَ يَسُوعُ: لاَ هذَا أَخْطَأَ وَلاَ أَبَوَاهُ، لكِنْ لِتَظْهَرَ أَعْمَالُ اللهِ فِيهِ.
Ἀπεκρίθη ὁ ; Ἰησοῦς· οὔτε οὗτος ἥμαρτεν οὔτε οἱ ; γονεῖς ; αὐτοῦ, ἀλλ᾽ ἵνα ; φανερωθῇ τὰ ; ἔργα τοῦ ; θεοῦ ἐν ; αὐτῷ.
يوحنا 9: 4
Jhn.9.4
يَنْبَغِي أَنْ أَعْمَلَ أَعْمَالَ الَّذِي أَرْسَلَنِي مَا دَامَ نَهَارٌ. يَأْتِي لَيْلٌ حِينَ يَسْتَطِيعُ أَحَدٌ أَنْ يَعْمَلَ.
δεῖ Ἐμὲ; ἐργάζεσθαι τὰ ; ἔργα τοῦ πέμψαντός ; με ἕως ; ἐστίν· ἡμέρα ἔρχεται νύξ, ὅτε δύναται οὐδεὶς ἐργάζεσθαι.
يوحنا 10: 25
Jhn.10.25
أَجَابَهُمْ يَسُوعُ: إِنِّي قُلْتُ لَكُمْ وَلَسْتُمْ تُؤْمِنُونَ. اَلأَعْمَالُ الَّتِي أَنَا أَعْمَلُهَا بِاسْمِ أَبِي هِيَ تَشْهَدُ لِي.
Ἀπεκρίθη ; αὐτοῖς ὁ ; Ἰησοῦς· εἶπον ὑμῖν, οὐ ; καὶ πιστεύετε. τὰ ; ἔργα ἃ ἐγὼ ποιῶ ἐν ; τῷ ; ὀνόματι τοῦ ; πατρός ; μου, ταῦτα μαρτυρεῖ περὶ ; ἐμοῦ·
يوحنا 10: 32
Jhn.10.32
أَجَابَهُمْ يَسُوعُ: أَعْمَالاً كَثِيرَةً حَسَنَةً أَرَيْتُكُمْ مِنْ عِنْدِ أَبِي. بِسَبَبِ أَيِّ عَمَل مِنْهَا تَرْجُمُونَنِي.
ἀπεκρίθη ; αὐτοῖς ὁ ; Ἰησοῦς· ἔργα πολλὰ καλὰ ἔδειξα ; ὑμῖν ἐκ τοῦ ; πατρός ; μου· διὰ ποῖον ἔργον αὐτῶν ἐμὲ ; λιθάζετε;¶
يوحنا 10: 32
Jhn.10.32
أَجَابَهُمْ يَسُوعُ: أَعْمَالاً كَثِيرَةً حَسَنَةً أَرَيْتُكُمْ مِنْ عِنْدِ أَبِي. بِسَبَبِ أَيِّ عَمَل مِنْهَا تَرْجُمُونَنِي.
ἀπεκρίθη ; αὐτοῖς ὁ ; Ἰησοῦς· ἔργα πολλὰ καλὰ ἔδειξα ; ὑμῖν ἐκ τοῦ ; πατρός ; μου· διὰ ποῖον ἔργον αὐτῶν ἐμὲ ; λιθάζετε;¶
يوحنا 10: 33
Jhn.10.33
أَجَابَهُ الْيَهُودُ قَائِلِينَ: لَسْنَا نَرْجُمُكَ لأَجْلِ عَمَل حَسَنٍ، بَلْ لأَجْلِ تَجْدِيفٍ، فَإِنَّكَ وَأَنْتَ إِنْسَانٌ تَجْعَلُ نَفْسَكَ إِلهًا
ἀπεκρίθησαν ; αὐτῷ οἱ ; Ἰουδαῖοι λέγοντες· οὐ λιθάζομέν ; σε περὶ ἔργου καλοῦ ἀλλὰ περὶ βλασφημίας, καὶ ; ὅτι ; σὺ ἄνθρωπος ; ὢν ποιεῖς σεαυτὸν θεόν.¶
يوحنا 10: 37
Jhn.10.37
إِنْ كُنْتُ لَسْتُ أَعْمَلُ أَعْمَالَ أَبِي فَلاَ تُؤْمِنُوا بِي.
εἰ οὐ ποιῶ τὰ ; ἔργα τοῦ ; πατρός ; μου, μὴ πιστεύετέ μοι·
يوحنا 10: 38
Jhn.10.38
وَلكِنْ إِنْ كُنْتُ أَعْمَلُ، فَإِنْ لَمْ تُؤْمِنُوا بِي فَآمِنُوا بِالأَعْمَالِ، لِكَيْ تَعْرِفُوا وَتُؤْمِنُوا أَنَّ الآبَ فِيَّ وَأَنَا فِيهِ.
δὲ εἰ ποιῶ, κἂν μὴ πιστεύητε, ἐμοὶ πιστεύσατε τοῖς ; ἔργοις ἵνα γνῶτε καὶ ; πιστεύσητε ὅτι ὁ ; πατὴρ ἐν ; ἐμοὶ κἀγὼ ἐν ; αὐτῷ
يوحنا 14: 10
Jhn.14.10
أَلَسْتَ تُؤْمِنُ أَنِّي أَنَا فِي الآبِ وَالآبَ فِيَّ. الْكَلاَمُ الَّذِي أُكَلِّمُكُمْ بِهِ لَسْتُ أَتَكَلَّمُ بِهِ مِنْ نَفْسِي، لكِنَّ الآبَ الْحَالَّ فِيَّ هُوَ يَعْمَلُ الأَعْمَالَ.
οὐ πιστεύεις ὅτι ἐγὼ ἐν τῷ ; πατρὶ καὶ ; ὁ ; πατὴρ ἐν ; ἐμοί τὰ ; ῥήματα ἃ ἐγὼ ; λαλῶ; ὑμῖν οὐ λαλῶ· ἀπ᾽ ἐμαυτοῦ δὲ ὁ ; πατὴρ ὁ ; μένων ἐν ; ἐμοὶ αὐτὸς ποιεῖ τὰ ; ἔργα
يوحنا 14: 11
Jhn.14.11
صَدِّقُونِي أَنِّي فِي الآبِ وَالآبَ فِيَّ، وَإِلاَّ فَصَدِّقُونِي لِسَبَبِ الأَعْمَالِ نَفْسِهَا.
πιστεύετέ ; μοι ὅτι ; ἐγὼ ἐν τῷ ; πατρὶ καὶ ; ὁ ; πατὴρ ἐν ; ἐμοί· εἰ ; δὲ ; μή, πιστεύετε ; μοι.¶ διὰ τὰ ; ἔργα αὐτὰ
يوحنا 14: 12
Jhn.14.12
اَلْحَقَّ الْحَقَّ أَقُولُ لَكُمْ: مَنْ يُؤْمِنُ بِي فَالأَعْمَالُ الَّتِي أَنَا أَعْمَلُهَا يَعْمَلُهَا هُوَ أَيْضًا، وَيَعْمَلُ أَعْظَمَ مِنْهَا، لأَنِّي مَاضٍ إِلَى أَبِي.
Ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν· ὁ πιστεύων εἰς ; ἐμέ, τὰ ; ἔργα ἃ ἐγὼ ποιῶ ποιήσει κἀκεῖνος καὶ ; ποιήσει, μείζονα τούτων ὅτι ; ἐγὼ πορεύομαι. πρὸς τὸν ; πατέρα ; μου
يوحنا 15: 24
Jhn.15.24
لَوْ لَمْ أَكُنْ قَدْ عَمِلْتُ بَيْنَهُمْ أَعْمَالاً لَمْ يَعْمَلْهَا أَحَدٌ غَيْرِي، لَمْ تَكُنْ لَهُمْ خَطِيَّةٌ، وَأَمَّا الآنَ فَقَدْ رَأَوْا وَأَبْغَضُونِي أَنَا وَأَبِي.
εἰ μὴ ἐποίησα ἐν ; αὐτοῖς τὰ ; ἔργα ἃ ; οὐδεὶς ; πεποίηκεν ἄλλος οὐκ εἴχοσαν· ἁμαρτίαν δὲ νῦν καὶ ; ἑωράκασιν καὶ ; μεμισήκασιν καὶ ; ἐμὲ καὶ ; τὸν ; πατέρα ; μου·