ك
إصحاح
G2040
G2041. érgon
G2042
المعنى المختصر للكلمة
érgon: toil (as an effort or occupation)
اللفظ الأصلي ἔργον
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق érgon (er-gon)
تكرار الورود في الكتاب 140 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها

from a primary (but obsolete) (to work);

المعنى والشرح المفصل
1 toil (as an effort or occupation)
2 by implication, an act
الإنجليزية — KJV Translation Tags
deed doing labour work

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

τὰ ; ἔργα (20×) ἔργον (14×) ἐξ ; ἔργων (13×) τὸ ; ἔργον (13×) ἔργων (10×) ἔργα (7×) ἔργῳ (6×) σου ; τὰ ; ἔργα (5×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (140 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
فَلْيُضِئْ نُورُكُمْ هكَذَا قُدَّامَ النَّاسِ، لِكَيْ يَرَوْا أَعْمَالَكُمُ الْحَسَنَةَ، وَيُمَجِّدُوا أَبَاكُمُ الَّذِي فِي السَّمَاوَاتِ.
λαμψάτω τὸ ; φῶς ; ὑμῶν οὕτως ἔμπροσθεν τῶν ; ἀνθρώπων ὅπως ἴδωσιν ὑμῶν ; ἔργα τὰ ; καλὰ δοξάσωσιν τὸν ; πατέρα ; ὑμῶν τὸν ἐν τοῖς ; οὐρανοῖς.¶
أَمَّا يُوحَنَّا فَلَمَّا سَمِعَ فِي السِّجْنِ بِأَعْمَالِ الْمَسِيحِ، أَرْسَلَ اثْنَيْنِ مِنْ تَلاَمِيذِهِ،
δὲ Ὁ ; Ἰωάννης ἀκούσας ἐν τῷ ; δεσμωτηρίῳ τὰ ; ἔργα τοῦ ; Χριστοῦ, πέμψας δύο τῶν μαθητῶν ; αὐτοῦ
متى 26: 10 Mat.26.10
فَعَلِمَ يَسُوعُ وَقَالَ لَهُمْ: لِمَاذَا تُزْعِجُونَ الْمَرْأَةَ. فَإِنَّهَا قَدْ عَمِلَتْ بِي عَمَلاً حَسَنًا.
γνοὺς ; δὲ ὁ ; Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· τί κόπους ; παρέχετε τῇ ; γυναικί; γὰρ ἠργάσατο εἰς ; ἐμέ. ἔργον καλὸν
أَمَّا يَسُوعُ فَقَالَ: اتْرُكُوهَا. لِمَاذَا تُزْعِجُونَهَا. قَدْ عَمِلَتْ بِي عَمَلاً حَسَنًا..
δὲ ὁ ; Ἰησοῦς εἶπεν· ἄφετε ; αὐτήν, τί αὐτῇ ; κόπους ; παρέχετε; ἠργάσατο εἰς; ἐμέ ἔργον καλὸν
إِذًا تَشْهَدُونَ وَتَرْضَوْنَ بِأَعْمَالِ آبَائِكُمْ، لأَنَّهُمْ هُمْ قَتَلُوهُمْ وَأَنْتُمْ تَبْنُونَ قُبُورَهُمْ.
ἄρα μάρτυρεῖτε καὶ ; συνευδοκεῖτε τοῖς ; ἔργοις τῶν ; πατέρων ; ὑμῶν· ὅτι αὐτοὶ ; μὲν ἀπέκτειναν ; αὐτούς, ὑμεῖς ; δὲ οἰκοδομεῖτε αὐτῶν ; τὰ ; μνημεῖα.
فَقَالَ لَهُمَا: وَمَا هِيَ. فَقَالاَ: الْمُخْتَصَّةُ بِيَسُوعَ النَّاصِرِيِّ، الَّذِي كَانَ إِنْسَانًا نَبِيًّا مُقْتَدِرًا فِي الْفِعْلِ وَالْقَوْلِ أَمَامَ اللهِ وَجَمِيعِ الشَّعْبِ.
καὶ ; εἶπεν αὐτοῖς· ποῖα; οἱ ; δὲ ; εἶπαν ; αὐτῷ· τὰ ; περὶ Ἰησοῦ τοῦ ; Ναζωραίου ὃς ἐγένετο ἀνὴρ προφήτης δυνατὸς ἐν ἔργῳ καὶ ; λόγῳ ἐναντίον τοῦ ; θεοῦ καὶ ; παντὸς τοῦ ; λαοῦ,
وَهذِهِ هِيَ الدَّيْنُونَةُ: إِنَّ النُّورَ قَدْ جَاءَ إِلَى الْعَالَمِ، وَأَحَبَّ النَّاسُ الظُّلْمَةَ أَكْثَرَ مِنَ النُّورِ، لأَنَّ أَعْمَالَهُمْ كَانَتْ شِرِّيرَةً.
αὕτη ; δέ ἐστιν ἡ ; κρίσις ὅτι τὸ ; φῶς ἐλήλυθεν εἰς τὸν ; κόσμον, καὶ ; ἠγάπησαν οἱ ; ἄνθρωποι τὸ ; σκότος μᾶλλον ἢ τὸ ; φῶς· γὰρ αὐτῶν ; τὰ ; ἔργα. ἦν πονηρὰ
وَأَمَّا مَنْ يَفْعَلُ الْحَقَّ فَيُقْبِلُ إِلَى النُّورِ، لِكَيْ تَظْهَرَ أَعْمَالُهُ أَنَّهَا بِاللهِ مَعْمُولَةٌ.
δὲ ὁ ποιῶν τὴν ; ἀλήθειαν ἔρχεται πρὸς τὸ ; φῶς ἵνα φανερωθῇ αὐτοῦ ; τὰ ; ἔργα ὅτι ἐν ; θεῷ ἐστιν ; εἰργασμένα.¶
قَالَ لَهُمْ يَسُوعُ: طَعَامِي أَنْ أَعْمَلَ مَشِيئَةَ الَّذِي أَرْسَلَنِي وَأُتَمِّمَ عَمَلَهُ.
λέγει αὐτοῖς ὁ ; Ἰησοῦς· ἐμὸν ; βρῶμά ἐστιν ; ἵνα ποιῶ τὸ ; θέλημα τοῦ πέμψαντός ; με καὶ ; τελειώσω αὐτοῦ ; τὸ ; ἔργον.
لأَنَّ الآبَ يُحِبُّ الابْنَ وَيُرِيهِ جَمِيعَ مَا هُوَ يَعْمَلُهُ، وَسَيُرِيهِ أَعْمَالاً أَعْظَمَ مِنْ هذِهِ لِتَتَعَجَّبُوا أَنْتُمْ.
γὰρ ὁ ; πατὴρ φιλεῖ τὸν ; υἱὸν καὶ ; δείκνυσιν ; αὐτῷ πάντα ἃ αὐτὸς ποιεῖ, καὶ ; δείξει ; αὐτῷ ἔργα μείζονα τούτων ἵνα ; θαυμάζητε. ὑμεῖς
وَأَمَّا أَنَا فَلِي شَهَادَةٌ أَعْظَمُ مِنْ يُوحَنَّا، لأَنَّ الأَعْمَالَ الَّتِي أَعْطَانِي الآبُ لأُكَمِّلَهَا، هذِهِ الأَعْمَالُ بِعَيْنِهَا الَّتِي أَنَا أَعْمَلُهَا هِيَ تَشْهَدُ لِي أَنَّ الآبَ قَدْ أَرْسَلَنِي.
δὲ ἐγὼ ἔχω τὴν ; μαρτυρίαν μείζων τοῦ ; Ἰωάννου· γὰρ τὰ ; ἔργα ἃ ἔδωκέν; μοι ὁ ; πατὴρ ἵνα ; τελειώσω αὐτά, τὰ ; ἔργα αὐτὰ ἃ ἐγὼ ποιῶ, μαρτυρεῖ περὶ ; ἐμοῦ ὅτι ὁ ; πατήρ με ; ἀπέσταλκεν.
وَأَمَّا أَنَا فَلِي شَهَادَةٌ أَعْظَمُ مِنْ يُوحَنَّا، لأَنَّ الأَعْمَالَ الَّتِي أَعْطَانِي الآبُ لأُكَمِّلَهَا، هذِهِ الأَعْمَالُ بِعَيْنِهَا الَّتِي أَنَا أَعْمَلُهَا هِيَ تَشْهَدُ لِي أَنَّ الآبَ قَدْ أَرْسَلَنِي.
δὲ ἐγὼ ἔχω τὴν ; μαρτυρίαν μείζων τοῦ ; Ἰωάννου· γὰρ τὰ ; ἔργα ἃ ἔδωκέν; μοι ὁ ; πατὴρ ἵνα ; τελειώσω αὐτά, τὰ ; ἔργα αὐτὰ ἃ ἐγὼ ποιῶ, μαρτυρεῖ περὶ ; ἐμοῦ ὅτι ὁ ; πατήρ με ; ἀπέσταλκεν.
فَقَالُوا لَهُ: مَاذَا نَفْعَلُ حَتَّى نَعْمَلَ أَعْمَالَ اللهِ.
εἶπον ; οὖν πρὸς ; αὐτόν· τί ποιοῦμεν ἵνα ἐργαζώμεθα τὰ ; ἔργα τοῦ ; θεοῦ;¶
أَجَابَ يَسُوعُ وَقَالَ لَهُمْ: هذَا هُوَ عَمَلُ اللهِ: أَنْ تُؤْمِنُوا بِالَّذِي هُوَ أَرْسَلَهُ.
Ἀπεκρίθη ὁ ; Ἰησοῦς εἶπεν ; καὶ αὐτοῖς· τοῦτό ἐστιν τὸ ; ἔργον τοῦ ; θεοῦ ἵνα πιστεύσητε εἰς ; ὃν ἐκεῖνος.¶ ἀπέστειλεν
فَقَالَ لَهُ إِخْوَتُهُ: انْتَقِلْ مِنْ هُنَا وَاذْهَبْ إِلَى الْيَهُودِيَّةِ، لِكَيْ يَرَى تَلاَمِيذُكَ أَيْضًا أَعْمَالَكَ الَّتِي تَعْمَلُ،
εἶπον ; οὖν πρὸς ; αὐτὸν οἱ ; ἀδελφοὶ ; αὐτοῦ· μετάβηθι ἐντεῦθεν καὶ ; ὕπαγε εἰς τὴν ; Ἰουδαίαν ἵνα θεωρήσωσιν οἱ ; μαθηταί ; σου καὶ σοῦ ; τὰ ; ἔργα ἃ ποιεῖς·
أَجَابَ يَسُوعُ وَقَالَ لَهُمْ: عَمَلاً وَاحِدًا عَمِلْتُ فَتَتَعَجَّبُونَ جَمِيعًا.
Ἀπεκρίθη ὁ ; Ἰησοῦς καὶ ; εἶπεν αὐτοῖς· ἔργον ἓν ἐποίησα, καὶ ; θαυμάζετε. πάντες
أَجَابُوا وَقَالُوا لَهُ: أَبُونَا هُوَ إِبْرَاهِيمُ. قَالَ لَهُمْ يَسُوعُ: لَوْ كُنْتُمْ أَوْلاَدَ إِبْرَاهِيمَ، لَكُنْتُمْ تَعْمَلُونَ أَعْمَالَ إِبْرَاهِيمَ.
Ἀπεκρίθησαν καὶ ; εἶπαν αὐτῷ· ὁ ; πατὴρ ; ἡμῶν ἐστιν. Ἀβραάμ λέγει αὐτοῖς ὁ ; Ἰησοῦς· εἰ ἦτε τέκνα τοῦ ; Ἀβραάμ ἄν. ἐποιεῖτε τὰ ; ἔργα τοῦ ; Ἀβραὰμ
أَنْتُمْ تَعْمَلُونَ أَعْمَالَ أَبِيكُمْ. فَقَالُوا لَهُ: إِنَّنَا لَمْ نُولَدْ مِنْ زِنًا. لَنَا أَبٌ وَاحِدٌ وَهُوَ اللهُ.
ὑμεῖς ποιεῖτε τὰ ; ἔργα τοῦ ; πατρὸς ; ὑμῶν. εἶπαν ; οὖν αὐτῷ· ἡμεῖς οὐ γεγεννήμεθα· ἐκ πορνείας ἔχομεν πατέρα ἕνα τὸν θεόν.¶
أَجَابَ يَسُوعُ: لاَ هذَا أَخْطَأَ وَلاَ أَبَوَاهُ، لكِنْ لِتَظْهَرَ أَعْمَالُ اللهِ فِيهِ.
Ἀπεκρίθη ὁ ; Ἰησοῦς· οὔτε οὗτος ἥμαρτεν οὔτε οἱ ; γονεῖς ; αὐτοῦ, ἀλλ᾽ ἵνα ; φανερωθῇ τὰ ; ἔργα τοῦ ; θεοῦ ἐν ; αὐτῷ.
يَنْبَغِي أَنْ أَعْمَلَ أَعْمَالَ الَّذِي أَرْسَلَنِي مَا دَامَ نَهَارٌ. يَأْتِي لَيْلٌ حِينَ يَسْتَطِيعُ أَحَدٌ أَنْ يَعْمَلَ.
δεῖ Ἐμὲ; ἐργάζεσθαι τὰ ; ἔργα τοῦ πέμψαντός ; με ἕως ; ἐστίν· ἡμέρα ἔρχεται νύξ, ὅτε δύναται οὐδεὶς ἐργάζεσθαι.
أَجَابَهُمْ يَسُوعُ: إِنِّي قُلْتُ لَكُمْ وَلَسْتُمْ تُؤْمِنُونَ. اَلأَعْمَالُ الَّتِي أَنَا أَعْمَلُهَا بِاسْمِ أَبِي هِيَ تَشْهَدُ لِي.
Ἀπεκρίθη ; αὐτοῖς ὁ ; Ἰησοῦς· εἶπον ὑμῖν, οὐ ; καὶ πιστεύετε. τὰ ; ἔργα ἃ ἐγὼ ποιῶ ἐν ; τῷ ; ὀνόματι τοῦ ; πατρός ; μου, ταῦτα μαρτυρεῖ περὶ ; ἐμοῦ·
أَجَابَهُمْ يَسُوعُ: أَعْمَالاً كَثِيرَةً حَسَنَةً أَرَيْتُكُمْ مِنْ عِنْدِ أَبِي. بِسَبَبِ أَيِّ عَمَل مِنْهَا تَرْجُمُونَنِي.
ἀπεκρίθη ; αὐτοῖς ὁ ; Ἰησοῦς· ἔργα πολλὰ καλὰ ἔδειξα ; ὑμῖν ἐκ τοῦ ; πατρός ; μου· διὰ ποῖον ἔργον αὐτῶν ἐμὲ ; λιθάζετε;¶
أَجَابَهُمْ يَسُوعُ: أَعْمَالاً كَثِيرَةً حَسَنَةً أَرَيْتُكُمْ مِنْ عِنْدِ أَبِي. بِسَبَبِ أَيِّ عَمَل مِنْهَا تَرْجُمُونَنِي.
ἀπεκρίθη ; αὐτοῖς ὁ ; Ἰησοῦς· ἔργα πολλὰ καλὰ ἔδειξα ; ὑμῖν ἐκ τοῦ ; πατρός ; μου· διὰ ποῖον ἔργον αὐτῶν ἐμὲ ; λιθάζετε;¶
أَجَابَهُ الْيَهُودُ قَائِلِينَ: لَسْنَا نَرْجُمُكَ لأَجْلِ عَمَل حَسَنٍ، بَلْ لأَجْلِ تَجْدِيفٍ، فَإِنَّكَ وَأَنْتَ إِنْسَانٌ تَجْعَلُ نَفْسَكَ إِلهًا
ἀπεκρίθησαν ; αὐτῷ οἱ ; Ἰουδαῖοι λέγοντες· οὐ λιθάζομέν ; σε περὶ ἔργου καλοῦ ἀλλὰ περὶ βλασφημίας, καὶ ; ὅτι ; σὺ ἄνθρωπος ; ὢν ποιεῖς σεαυτὸν θεόν.¶
إِنْ كُنْتُ لَسْتُ أَعْمَلُ أَعْمَالَ أَبِي فَلاَ تُؤْمِنُوا بِي.
εἰ οὐ ποιῶ τὰ ; ἔργα τοῦ ; πατρός ; μου, μὴ πιστεύετέ μοι·
وَلكِنْ إِنْ كُنْتُ أَعْمَلُ، فَإِنْ لَمْ تُؤْمِنُوا بِي فَآمِنُوا بِالأَعْمَالِ، لِكَيْ تَعْرِفُوا وَتُؤْمِنُوا أَنَّ الآبَ فِيَّ وَأَنَا فِيهِ.
δὲ εἰ ποιῶ, κἂν μὴ πιστεύητε, ἐμοὶ πιστεύσατε τοῖς ; ἔργοις ἵνα γνῶτε καὶ ; πιστεύσητε ὅτι ὁ ; πατὴρ ἐν ; ἐμοὶ κἀγὼ ἐν ; αὐτῷ
أَلَسْتَ تُؤْمِنُ أَنِّي أَنَا فِي الآبِ وَالآبَ فِيَّ. الْكَلاَمُ الَّذِي أُكَلِّمُكُمْ بِهِ لَسْتُ أَتَكَلَّمُ بِهِ مِنْ نَفْسِي، لكِنَّ الآبَ الْحَالَّ فِيَّ هُوَ يَعْمَلُ الأَعْمَالَ.
οὐ πιστεύεις ὅτι ἐγὼ ἐν τῷ ; πατρὶ καὶ ; ὁ ; πατὴρ ἐν ; ἐμοί τὰ ; ῥήματα ἃ ἐγὼ ; λαλῶ; ὑμῖν οὐ λαλῶ· ἀπ᾽ ἐμαυτοῦ δὲ ὁ ; πατὴρ ὁ ; μένων ἐν ; ἐμοὶ αὐτὸς ποιεῖ τὰ ; ἔργα
صَدِّقُونِي أَنِّي فِي الآبِ وَالآبَ فِيَّ، وَإِلاَّ فَصَدِّقُونِي لِسَبَبِ الأَعْمَالِ نَفْسِهَا.
πιστεύετέ ; μοι ὅτι ; ἐγὼ ἐν τῷ ; πατρὶ καὶ ; ὁ ; πατὴρ ἐν ; ἐμοί· εἰ ; δὲ ; μή, πιστεύετε ; μοι.¶ διὰ τὰ ; ἔργα αὐτὰ
اَلْحَقَّ الْحَقَّ أَقُولُ لَكُمْ: مَنْ يُؤْمِنُ بِي فَالأَعْمَالُ الَّتِي أَنَا أَعْمَلُهَا يَعْمَلُهَا هُوَ أَيْضًا، وَيَعْمَلُ أَعْظَمَ مِنْهَا، لأَنِّي مَاضٍ إِلَى أَبِي.
Ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν· ὁ πιστεύων εἰς ; ἐμέ, τὰ ; ἔργα ἃ ἐγὼ ποιῶ ποιήσει κἀκεῖνος καὶ ; ποιήσει, μείζονα τούτων ὅτι ; ἐγὼ πορεύομαι. πρὸς τὸν ; πατέρα ; μου
لَوْ لَمْ أَكُنْ قَدْ عَمِلْتُ بَيْنَهُمْ أَعْمَالاً لَمْ يَعْمَلْهَا أَحَدٌ غَيْرِي، لَمْ تَكُنْ لَهُمْ خَطِيَّةٌ، وَأَمَّا الآنَ فَقَدْ رَأَوْا وَأَبْغَضُونِي أَنَا وَأَبِي.
εἰ μὴ ἐποίησα ἐν ; αὐτοῖς τὰ ; ἔργα ἃ ; οὐδεὶς ; πεποίηκεν ἄλλος οὐκ εἴχοσαν· ἁμαρτίαν δὲ νῦν καὶ ; ἑωράκασιν καὶ ; μεμισήκασιν καὶ ; ἐμὲ καὶ ; τὸν ; πατέρα ; μου·