ك
إصحاح
G2039
G2040. ergátēs
G2041
المعنى المختصر للكلمة
ergátēs: a toiler
اللفظ الأصلي ἐργάτης
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق ergátēs (er-gat-ace)
تكرار الورود في الكتاب 16 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل
1 a toiler
2 figuratively, a teacher
الإنجليزية — KJV Translation Tags
labourer worker(-men)

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

ὁ ; ἐργάτης (3×) ἐργάτας (3×) ἐργάται (2×) τῶν ; ἐργατῶν (2×) οἱ ; ἐργάται (2×) ἐργάτην (1×) ἐργάτας, (1×) τοὺς ; ἐργάτας (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (16 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
حِينَئِذٍ قَالَ لِتَلاَمِيذِهِ: الْحَصَادُ كَثِيرٌ وَلكِنَّ الْفَعَلَةَ قَلِيلُونَ.
Τότε λέγει τοῖς ; μαθηταῖς ; αὐτοῦ· ὁ ; μὲν ; θερισμὸς πολύς, δὲ οἱ ; ἐργάται ὀλίγοι·
فَاطْلُبُوا مِنْ رَبِّ الْحَصَادِ أَنْ يُرْسِلَ فَعَلَةً إِلَى حَصَادِهِ.
δεήθητε ; οὖν τοῦ ; κυρίου τοῦ ; θερισμοῦ ὅπως ἐκβάλῃ ἐργάτας εἰς τὸν ; θερισμὸν ; αὐτοῦ.¶
متى 10: 10 Mat.10.10
وَلاَ مِزْوَدًا لِلطَّرِيقِ وَلاَ ثَوْبَيْنِ وَلاَ أَحْذِيَةً وَلاَ عَصًا، لأَنَّ الْفَاعِلَ مُسْتَحِقٌّ طَعَامَهُ.
μὴ πήραν εἰς ; ὁδὸν μηδὲ δύο ; χιτῶνας μηδὲ ὑποδήματα μηδὲ ῥάβδον· γὰρ ὁ ; ἐργάτης ἄξιος ; ἐστιν. τῆς ; τροφῆς ; αὐτοῦ
فَإِنَّ مَلَكُوتَ السَّمَاوَاتِ يُشْبِهُ رَجُلاً رَبَّ بَيْتٍ خَرَجَ مَعَ الصُّبْحِ لِيَسْتَأْجِرَ فَعَلَةً لِكَرْمِهِ،
γάρ ἡ ; βασιλεία τῶν ; οὐρανῶν Ὁμοία ; ἐστιν ἀνθρώπῳ οἰκοδεσπότῃ ὅστις ; ἐξῆλθεν ἅμα πρωῒ μισθώσασθαι ἐργάτας εἰς ; τὸν ; ἀμπελῶνα ; αὐτοῦ.
فَاتَّفَقَ مَعَ الْفَعَلَةِ عَلَى دِينَارٍ فِي الْيَوْمِ، وَأَرْسَلَهُمْ إِلَى كَرْمِهِ.
Καὶ ; συμφωνήσας ; δὲ μετὰ τῶν ; ἐργατῶν ἐκ δηναρίου τὴν ἡμέραν ἀπέστειλεν ; αὐτοὺς εἰς τὸν ; ἀμπελῶνα ; αὐτοῦ.
فَلَمَّا كَانَ الْمَسَاءُ قَالَ صَاحِبُ الْكَرْمِ لِوَكِيلِهِ: ادْعُ الْفَعَلَةَ وَأَعْطِهِمُ الأُجْرَةَ مُبْتَدِئًا مِنَ الآخِرِينَ إِلَى الأَوَّلِينَ.
δὲ γενομένης Ὀψίας λέγει ὁ ; κύριος τοῦ ; ἀμπελῶνος τῷ ; ἐπιτρόπῳ ; αὐτοῦ· κάλεσον τοὺς ; ἐργάτας καὶ ; ἀπόδος ; αὐτοῖς τὸν ; μισθὸν ἀρξάμενος ἀπὸ τῶν ; ἐσχάτων ἕως πρώτων.
فَقَالَ لَهُمْ: إِنَّ الْحَصَادَ كَثِيرٌ، وَلكِنَّ الْفَعَلَةَ قَلِيلُونَ. فَاطْلُبُوا مِنْ رَبِّ الْحَصَادِ أَنْ يُرْسِلَ فَعَلَةً إِلَى حَصَادِهِ.
ἔλεγεν ; οὖν πρὸς ; αὐτούς· ὁ ; μὲν θερισμὸς πολύς, οἱ ; δὲ ἐργάται ὀλίγοι· δεήθητε ; οὖν τοῦ κυρίου τοῦ ; θερισμοῦ ὅπως ἐκβάλλῃ ἐργάτας εἰς τὸν ; θερισμὸν ; αὐτοῦ.¶
فَقَالَ لَهُمْ: إِنَّ الْحَصَادَ كَثِيرٌ، وَلكِنَّ الْفَعَلَةَ قَلِيلُونَ. فَاطْلُبُوا مِنْ رَبِّ الْحَصَادِ أَنْ يُرْسِلَ فَعَلَةً إِلَى حَصَادِهِ.
ἔλεγεν ; οὖν πρὸς ; αὐτούς· ὁ ; μὲν θερισμὸς πολύς, οἱ ; δὲ ἐργάται ὀλίγοι· δεήθητε ; οὖν τοῦ κυρίου τοῦ ; θερισμοῦ ὅπως ἐκβάλλῃ ἐργάτας εἰς τὸν ; θερισμὸν ; αὐτοῦ.¶
وَأَقِيمُوا فِي ذلِكَ الْبَيْتِ آكِلِينَ وَشَارِبِينَ مِمَّا عِنْدَهُمْ، لأَنَّ الْفَاعِلَ مُسْتَحِقٌّ أُجْرَتَهُ. لاَ تَنْتَقِلُوا مِنْ بَيْتٍ إِلَى بَيْتٍ.
δὲ ; μένετε ἐν αὐτῇ τῇ ; οἰκίᾳ ἐσθίοντες καὶ ; πίνοντες τὰ παρ᾽ ; αὐτῶν· γὰρ ὁ ; ἐργάτης ἄξιος ; ἐστίν. τοῦ ; μισθοῦ ; αὐτοῦ μὴ μεταβαίνετε ἐξ οἰκίας εἰς οἰκίαν.
فَيَقُولُ: أَقُولُ لَكُمْ: لاَ أَعْرِفُكُمْ مِنْ أَيْنَ أَنْتُمْ، تَبَاعَدُوا عَنِّي يَا جَمِيعَ فَاعِلِي الظُّلْمِ.
καὶ ; ἐρεῖ· Λέγω ὑμῖν· οὐκ οἶδα ; ὑμᾶς πόθεν ἐστέ, ἀπόστητε ἀπ᾽ ; ἐμοῦ πάντες οἱ ; ἐργάται τῆς ; ἀδικίας.
فَجَمَعَهُمْ وَالْفَعَلَةَ فِي مِثْلِ ذلِكَ الْعَمَلِ وَقَالَ: أَيُّهَا الرِّجَالُ أَنْتُمْ تَعْلَمُونَ أَنَّ سِعَتَنَا إِنَّمَا هِيَ مِنْ هذِهِ الصِّنَاعَةِ.
οὓς ; συναθροίσας καὶ ; τοὺς ; ἐργάτας περὶ τὰ τοιαῦτα εἶπεν· ἄνδρες, ἐπίστασθε ὅτι ἡ ; εὐπορία ; ἡμῶν ἐστιν, ἐκ ταύτης τῆς ; ἐργασίας
لأَنَّ مِثْلَ هؤُلاَءِ هُمْ رُسُلٌ كَذَبَةٌ، فَعَلَةٌ مَاكِرُونَ، مُغَيِّرُونَ شَكْلَهُمْ إِلَى شِبْهِ رُسُلِ الْمَسِيحِ.
οἱ ; γὰρ τοιοῦτοι ψευδαπόστολοι, ἐργάται δόλιοι, μετασχηματιζόμενοι εἰς ἀποστόλους Χριστοῦ·
اُنْظُرُوا الْكِلاَبَ. انْظُرُوا فَعَلَةَ الشَّرِّ. انْظُرُوا الْقَطْعَ.
Βλέπετε τοὺς ; κύνας, βλέπετε ἐργάτας, τοὺς ; κακοὺς βλέπετε τὴν ; κατατομήν·
لأَنَّ الْكِتَابَ يَقُولُ: لاَ تَكُمَّ ثَوْرًا دَارِسًا، وَالْفَاعِلُ مُسْتَحِقٌّ أُجْرَتَهُ.
γὰρ ἡ ; γραφή· λέγει οὐ φιμώσεις· βοῦν ἀλοῶντα ὁ ; ἐργάτης ἄξιος τοῦ ; μισθοῦ ; αὐτοῦ.¶
اجْتَهِدْ أَنْ تُقِيمَ نَفْسَكَ ِللهِ مُزَكُى، عَامِلاً لاَ يُخْزَى، مُفَصِّلاً كَلِمَةَ الْحَقِّ بِالاسْتِقَامَةِ.
σπούδασον παραστῆσαι σεαυτὸν τῷ ; θεῷ, δόκιμον ἐργάτην ἀνεπαίσχυντον, ὀρθοτομοῦντα ; λόγον ; ἀληθείας.¶
هُوَذَا أُجْرَةُ الْفَعَلَةِ الَّذِينَ حَصَدُوا حُقُولَكُمُ، الْمَبْخُوسَةُ مِنْكُمْ تَصْرُخُ، وَصِيَاحُ الْحَصَّادِينَ قَدْ دَخَلَ إِلَى أُذْنَيْ رَبِّ الْجُنُودِ.
ἰδοὺ ὁ ; μισθὸς τῶν ; ἐργατῶν τῶν ἀμησάντων τὰς ; χώρας ; ὑμῶν ὁ ; ἀπεστερημένος ἀφ᾽ ; ὑμῶν κράζει καὶ ; αἱ ; βοαὶ τῶν ; θερισάντων εἰσεληλύθασιν. εἰς τὰ ; ὦτα κυρίου σαβαὼθ