ك
إصحاح
G2040
G2041. érgon
G2042
المعنى المختصر للكلمة
érgon: toil (as an effort or occupation)
اللفظ الأصلي ἔργον
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق érgon (er-gon)
تكرار الورود في الكتاب 140 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها

from a primary (but obsolete) (to work);

المعنى والشرح المفصل
1 toil (as an effort or occupation)
2 by implication, an act
الإنجليزية — KJV Translation Tags
deed doing labour work

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

τὰ ; ἔργα (20×) ἔργον (14×) ἐξ ; ἔργων (13×) τὸ ; ἔργον (13×) ἔργων (10×) ἔργα (7×) ἔργῳ (6×) σου ; τὰ ; ἔργα (5×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (140 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
إِنْ بَقِيَ عَمَلُ أَحَدٍ قَدْ بَنَاهُ عَلَيْهِ فَسَيَأْخُذُ أُجْرَةً.
εἴ μενεῖ τὸ ; ἔργον τινος ὃ ; ἐποικοδόμησεν, λήμψεται· μισθὸν
إِنِ احْتَرَقَ عَمَلُ أَحَدٍ فَسَيَخْسَرُ، وَأَمَّا هُوَ فَسَيَخْلُصُ، وَلكِنْ كَمَا بِنَارٍ.
εἴ κατακαήσεται, τὸ ; ἔργον τινος ζημιωθήσεται, δὲ αὐτὸς σωθήσεται οὕτως ; δὲ ὡς διὰ ; πυρός.¶
أَفَأَنْتُمْ مُنْتَفِخُونَ، وَبِالْحَرِيِّ لَمْ تَنُوحُوا حَتَّى يُرْفَعَ مِنْ وَسْطِكُمُ الَّذِي فَعَلَ هذَا الْفِعْلَ.
καὶ ; ὑμεῖς ; ἐστὲ πεφυσιωμένοι καὶ ; μᾶλλον οὐχὶ ἐπενθήσατε ἵνα ἐξαρθῇ ἐκ μέσου ; ὑμῶν ὁ ποιήσας τοῦτο τὸ ; ἔργον
إِذًا يَا إِخْوَتِي الأَحِبَّاءَ، كُونُوا رَاسِخِينَ، غَيْرَ مُتَزَعْزِعِينَ، مُكْثِرِينَ فِي عَمَلِ الرَّبِّ كُلَّ حِينٍ، عَالِمِينَ أَنَّ تَعَبَكُمْ لَيْسَ بَاطِلاً فِي الرَّبِّ.
ὥστε, ἀδελφοί ; μου ἀγαπητοί, γίνεσθε, ἑδραῖοι ἀμετακίνητοι, περισσεύοντες ἐν τῷ ; ἔργῳ τοῦ ; κυρίου πάντοτε, εἰδότες ὅτι ὁ ; κόπος ; ὑμῶν οὐκ ; ἔστιν κενὸς ἐν κυρίῳ.¶
ثُمَّ إِنْ أَتَى تِيمُوثَاوُسُ، فَانْظُرُوا أَنْ يَكُونَ عِنْدَكُمْ بِلاَ خَوْفٍ. لأَنَّهُ يَعْمَلُ عَمَلَ الرَّبِّ كَمَا أَنَا أَيْضًا.
δὲ Ἐὰν ἔλθῃ Τιμόθεος, βλέπετε ἵνα γένηται πρὸς ; ὑμᾶς· ἀφόβως γὰρ ἐργάζεται τὸ ; ἔργον κυρίου ὡς κἀγώ.
وَاللهُ قَادِرٌ أَنْ يَزِيدَكُمْ كُلَّ نِعْمَةٍ، لِكَيْ تَكُونُوا وَلَكُمْ كُلُّ اكْتِفَاءٍ كُلَّ حِينٍ فِي كُلِّ شَيْءٍ، تَزْدَادُونَ فِي كُلِّ عَمَل صَالِحٍ.
δὲ ; ὁ ; θεὸς Δυνατὸς περισσεῦσαι πᾶσαν χάριν ἵνα εἰς ; ὑμᾶς, ἔχοντες πᾶσαν αὐτάρκειαν πάντοτε ἐν παντὶ περισσεύητε εἰς πᾶν ἔργον ἀγαθὸν
مِثْلُ هذَا فَلْيَحْسِبْ هَذَا: أَنَّنَا كَمَا نَحْنُ فِي الْكَلاَمِ بِالرَّسَائِلِ وَنَحْنُ غَائِبُونَ، هكَذَا نَكُونُ أَيْضًا بِالْفِعْلِ وَنَحْنُ حَاضِرُونَ.
ὁ ; τοιοῦτος λογιζέσθω τοῦτο ὅτι οἷοί ἐσμεν τῷ ; λόγῳ δι᾽ ; ἐπιστολῶν ἀπόντες, τοιοῦτοι καὶ τῷ ; ἔργῳ.¶ παρόντες
إِذْ نَعْلَمُ الإِنْسَانَ لاَ يَتَبَرَّرُ بِأَعْمَالِ النَّامُوسِ، بَلْ بِإِيمَانِ يَسُوعَ الْمَسِيحِ، آمَنَّا نَحْنُ أَيْضًا بِيَسُوعَ الْمَسِيحِ، لِنَتَبَرَّرَ بِإِيمَانِ يَسُوعَ لاَ بِأَعْمَالِ النَّامُوسِ. لأَنَّهُ بِأَعْمَالِ النَّامُوسِ لاَ يَتَبَرَّرُ جَسَدٌ مَا.
εἰδότες ἄνθρωπος οὐ δικαιοῦται ἐξ ; ἔργων νόμου ἐὰν ; μὴ διὰ ; πίστεως Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἐπιστεύσαμεν, ἡμεῖς καὶ εἰς ; Ἰησοῦν Χριστὸν ἵνα ; δικαιωθῶμεν ἐκ ; πίστεως Χριστοῦ καὶ ; οὐκ ἐξ ; ἔργων νόμου· ὅτι ἐξ ; ἔργων νόμου οὐ δικαιωθήσεται σάρξ. πᾶσα
إِذْ نَعْلَمُ الإِنْسَانَ لاَ يَتَبَرَّرُ بِأَعْمَالِ النَّامُوسِ، بَلْ بِإِيمَانِ يَسُوعَ الْمَسِيحِ، آمَنَّا نَحْنُ أَيْضًا بِيَسُوعَ الْمَسِيحِ، لِنَتَبَرَّرَ بِإِيمَانِ يَسُوعَ لاَ بِأَعْمَالِ النَّامُوسِ. لأَنَّهُ بِأَعْمَالِ النَّامُوسِ لاَ يَتَبَرَّرُ جَسَدٌ مَا.
εἰδότες ἄνθρωπος οὐ δικαιοῦται ἐξ ; ἔργων νόμου ἐὰν ; μὴ διὰ ; πίστεως Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἐπιστεύσαμεν, ἡμεῖς καὶ εἰς ; Ἰησοῦν Χριστὸν ἵνα ; δικαιωθῶμεν ἐκ ; πίστεως Χριστοῦ καὶ ; οὐκ ἐξ ; ἔργων νόμου· ὅτι ἐξ ; ἔργων νόμου οὐ δικαιωθήσεται σάρξ. πᾶσα
إِذْ نَعْلَمُ الإِنْسَانَ لاَ يَتَبَرَّرُ بِأَعْمَالِ النَّامُوسِ، بَلْ بِإِيمَانِ يَسُوعَ الْمَسِيحِ، آمَنَّا نَحْنُ أَيْضًا بِيَسُوعَ الْمَسِيحِ، لِنَتَبَرَّرَ بِإِيمَانِ يَسُوعَ لاَ بِأَعْمَالِ النَّامُوسِ. لأَنَّهُ بِأَعْمَالِ النَّامُوسِ لاَ يَتَبَرَّرُ جَسَدٌ مَا.
εἰδότες ἄνθρωπος οὐ δικαιοῦται ἐξ ; ἔργων νόμου ἐὰν ; μὴ διὰ ; πίστεως Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἐπιστεύσαμεν, ἡμεῖς καὶ εἰς ; Ἰησοῦν Χριστὸν ἵνα ; δικαιωθῶμεν ἐκ ; πίστεως Χριστοῦ καὶ ; οὐκ ἐξ ; ἔργων νόμου· ὅτι ἐξ ; ἔργων νόμου οὐ δικαιωθήσεται σάρξ. πᾶσα
أُرِيدُ أَنْ أَتَعَلَّمَ مِنْكُمْ هذَا فَقَطْ: أَبِأَعْمَالِ النَّامُوسِ أَخَذْتُمُ الرُّوحَ أَمْ بِخَبَرِ الإِيمَانِ.
θέλω μαθεῖν ἀφ᾽ ; ὑμῶν· τοῦτο μόνον ἐξ ; ἔργων νόμου ἐλάβετε τὸ ; πνεῦμα ἢ ἐξ ; ἀκοῆς πίστεως;
فَالَّذِي يَمْنَحُكُمُ الرُّوحَ، وَيَعْمَلُ قُوَّاتٍ فِيكُمْ، أَبِأَعْمَالِ النَّامُوسِ أَمْ بِخَبَرِ الإِيمَانِ.
Ὁ ἐπιχορηγῶν ; ὑμῖν τὸ ; πνεῦμα καὶ ; ἐνεργῶν δυνάμεις ἐν ; ὑμῖν, ἐξ ; ἔργων νόμου ἢ ; ἐξ ἀκοῆς πίστεως;
لأَنَّ جَمِيعَ الَّذِينَ هُمْ مِنْ أَعْمَالِ النَّامُوسِ هُمْ تَحْتَ لَعْنَةٍ، لأَنَّهُ مَكْتُوبٌ: مَلْعُونٌ كُلُّ مَنْ لاَ يَثْبُتُ فِي جَمِيعِ مَا هُوَ مَكْتُوبٌ فِي كِتَابِ النَّامُوسِ لِيَعْمَلَ بِهِ.
γὰρ ὅσοι ἐξ ἔργων νόμου εἰσίν, ; εἰσίν· ὑπὸ κατάραν γὰρ γέγραπται ἐπικατάρατος πᾶς ὃς οὐκ ἐμμένει ἐν πᾶσιν τοῖς γεγραμμένοις ἐν τῷ ; βιβλίῳ τοῦ ; νόμου τοῦ ; ποιῆσαι αὐτά.
وَأَعْمَالُ الْجَسَدِ ظَاهِرَةٌ، الَّتِي هِيَ: زِنىً عَهَارَةٌ نَجَاسَةٌ دَعَارَةٌ
δέ ; τὰ ; ἔργα τῆς ; σαρκὸς φανερὰ ; ἐστιν ἅτινά ἐστιν μοιχεία πορνεία, ἀκαθαρσία, ἀσέλγεια,
لَيْسَ مِنْ أَعْمَال كَيْلاَ يَفْتَخِرَ أَحَدٌ.
οὐκ ἐξ ἔργων, ἵνα ; μή καυχήσηται. τις
لأَنَّنَا نَحْنُ عَمَلُهُ، مَخْلُوقِينَ فِي الْمَسِيحِ يَسُوعَ لأَعْمَال صَالِحَةٍ، قَدْ سَبَقَ اللهُ فَأَعَدَّهَا لِكَيْ نَسْلُكَ فِيهَا.
γάρ ἐσμεν αὐτοῦ ; ποίημα κτισθέντες ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ ἐπὶ ; ἔργοις ἀγαθοῖς οἷς προητοίμασεν ; ὁ ; θεός, ἵνα περιπατήσωμεν.¶ ἐν ; αὐτοῖς
لأَجْلِ تَكْمِيلِ الْقِدِّيسِينَ لِعَمَلِ الْخِدْمَةِ، لِبُنْيَانِ جَسَدِ الْمَسِيحِ،
πρὸς τὸν ; καταρτισμὸν τῶν ; ἁγίων εἰς ; ἔργον διακονίας, εἰς ; οἰκοδομὴν τοῦ ; σώματος τοῦ ; Χριστοῦ·
وَلاَ تَشْتَرِكُوا فِي أَعْمَالِ الظُّلْمَةِ غَيْرِ الْمُثْمِرَةِ بَلْ بِالْحَرِيِّ وَبِّخُوهَا.
καὶ ; μὴ συγκοινωνεῖτε τοῖς ; ἔργοις τοῦ ; σκότους, τοῖς ; ἀκάρποις δὲ ; καὶ μᾶλλον ἐλέγχετε·
وَاثِقًا بِهذَا عَيْنِهِ أَنَّ الَّذِي ابْتَدَأَ فِيكُمْ عَمَلاً صَالِحًا يُكَمِّلُ إِلَى يَوْمِ يَسُوعَ الْمَسِيحِ.
πεποιθὼς τοῦτο, αὐτὸ ὅτι ὁ ἐναρξάμενος ἐν ; ὑμῖν ἔργον ἀγαθὸν ἐπιτελέσει ἄχρι ἡμέρας Ἰησοῦ· Χριστοῦ
وَلكِنْ إِنْ كَانَتِ الْحَيَاةُ فِي الْجَسَدِ هِيَ لِي ثَمَرُ عَمَلِي، فَمَاذَا أَخْتَارُ. لَسْتُ أَدْرِي.
δὲ εἰ τὸ ; ζῆν ἐν σαρκί, τοῦτό μοι καρπὸς ἔργου· καὶ ; τί αἱρήσομαι οὐ γνωρίζω.
لأَنَّهُ مِنْ أَجْلِ عَمَلِ الْمَسِيحِ قَارَبَ الْمَوْتَ، مُخَاطِرًا بِنَفْسِهِ، لِكَيْ يَجْبُرَ نُقْصَانَ خِدْمَتِكُمْ لِي.
ὅτι διὰ τὸ ; ἔργον τοῦ ; Χριστοῦ ἤγγισεν μέχρι ; θανάτου παραβολευσάμενος τῇ ; ψυχῇ, ἵνα ἀναπληρώσῃ ὑστέρημα τὸ ; ὑμῶν ; λειτουργίας.¶ τῆς ; πρός ; με
لِتَسْلُكُوا كَمَا يَحِقُّ لِلرَّبِّ، فِي كُلِّ رِضىً، مُثْمِرِينَ فِي كُلِّ عَمَل صَالِحٍ، وَنَامِينَ فِي مَعْرِفَةِ اللهِ،
περιπατῆσαι ; ὑμᾶς ἀξίως τοῦ ; κυρίου εἰς πᾶσαν ἀρεσκείαν καρποφοροῦντες ἐν παντὶ ἔργῳ ἀγαθῷ καὶ ; αὐξανόμενοι εἰς τὴν; ἐπίγνωσιν τοῦ ; θεοῦ,
وَأَنْتُمُ الَّذِينَ كُنْتُمْ قَبْلاً أَجْنَبِيِّينَ وَأَعْدَاءً فِي الْفِكْرِ، فِي الأَعْمَالِ الشِّرِّيرَةِ، قَدْ صَالَحَكُمُ الآنَ
καὶ ; ὑμᾶς ὄντας ποτε ἀπηλλοτριωμένους καὶ ; ἐχθροὺς διανοίᾳ ἐν τοῖς ; ἔργοις τοῖς ; πονηροῖς, δὲ ἀποκατήλλαξεν νυνὶ
وَكُلُّ مَا عَمِلْتُمْ بِقَوْل أَوْ فِعْل، الْكُلَّ بِاسْمِ الرَّبِّ يَسُوعَ، شَاكِرِينَ اللهَ وَالآبَ بِهِ.
καὶ ; πᾶν ὅ ; τι ; ἂν ποιῆτε ἐν ; λόγῳ ἢ ἔργῳ, πάντα ἐν ; ὀνόματι κυρίου Ἰησοῦ εὐχαριστοῦντες τῷ ; θεῷ καὶ ; πατρὶ δι᾽ ; αὐτοῦ.¶
مُتَذَكِّرِينَ بِلاَ انْقِطَاعٍ عَمَلَ إِيمَانِكُمْ، وَتَعَبَ مَحَبَّتِكُمْ، وَصَبْرَ رَجَائِكُمْ، رَبَّنَا يَسُوعَ الْمَسِيحَ، أَمَامَ اللهِ وَأَبِينَا.
μνημονεύοντες ἀδιαλείπτως τοῦ ; ἔργου ὑμῶν ; τῆς ; πίστεως καὶ ; τοῦ ; κόπου τῆς ; ἀγάπης καὶ ; τῆς ; ὑπομονῆς τῆς ; ἐλπίδος τοῦ ; κυρίου ; ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ ἔμπροσθεν τοῦ ; θεοῦ καὶ ; πατρὸς ; ἡμῶν·
الأَمْرُ الَّذِي لأَجْلِهِ نُصَلِّي أَيْضًا كُلَّ حِينٍ مِنْ جِهَتِكُمْ: أَنْ يُؤَهِّلَكُمْ إِلهُنَا لِلدَّعْوَةِ، وَيُكَمِّلَ كُلَّ مَسَرَّةِ الصَّلاَحِ وَعَمَلَ الإِيمَانِ بِقُوَّةٍ،
εἰς ; ὃ προσευχόμεθα καὶ πάντοτε περὶ ὑμῶν ἵνα ὑμᾶς ; ἀξιώσῃ ὁ ; θεὸς ; ἡμῶν τῆς ; κλήσεως καὶ ; πληρώσῃ πᾶσαν εὐδοκίαν ἀγαθωσύνης καὶ ; ἔργον πίστεως ἐν ; δυνάμει,
يُعَزِّي قُلُوبَكُمْ وَيُثَبِّتُكُمْ فِي كُلِّ كَلاَمٍ وَعَمَل صَالِحٍ.
παρακαλέσαι ὑμῶν ; τὰς ; καρδίας καὶ ; στηρίξαι ; ὑμᾶς ἐν παντὶ λόγῳ ἔργῳ ἀγαθῷ.¶
بَلْ كَمَا يَلِيقُ بِنِسَاءٍ مُتَعَاهِدَاتٍ بِتَقْوَى اللهِ بِأَعْمَال صَالِحَةٍ.
ἀλλ᾽ ὃ πρέπει γυναιξὶν ἐπαγγελλομέναις θεοσέβειαν, δι᾽ ; ἔργων ἀγαθῶν.
صَادِقَةٌ هِيَ الْكَلِمَةُ: إِنِ ابْتَغَى أَحَدٌ الأُسْقُفِيَّةَ، فَيَشْتَهِي عَمَلاً صَالِحًا.
Πιστὸς ὁ ; λόγος· εἴ ὀρέγεται, τις ἐπισκοπῆς ἐπιθυμεῖ. ἔργου καλοῦ
مَشْهُودًا لَهَا فِي أَعْمَال صَالِحَةٍ، إِنْ تَكُنْ قَدْ رَبَّتِ الأَوْلاَدَ، أَضَافَتِ الْغُرَبَاءَ، غَسَّلَتْ أَرْجُلَ الْقِدِّيسِينَ، سَاعَدَتِ الْمُتَضَايِقِينَ، اتَّبَعَتْ كُلَّ عَمَل صَالِحٍ.
μαρτυρουμένη, ἐν ἔργοις καλοῖς εἰ ἐτεκνοτρόφησεν, ἐξενοδόχησεν, ἔνιψεν, πόδας ἁγίων ἐπήρκεσεν, θλιβομένοις ἐπηκολούθησεν. παντὶ ἔργῳ ἀγαθῷ