ك
إصحاح
G1721
G1722. en
G1723
المعنى المختصر للكلمة
en: "in," at, (up-)on, by, etc.
اللفظ الأصلي ἐν
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق en (en)
تكرار الورود في الكتاب 1890 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل

"in," at, (up-)on, by, etc.

الإنجليزية — KJV Translation Tags
about after against + almost X altogether among X as at before between (here-)by (+ all means) for (… sake of) + give self wholly to (here-)in(-to, -wardly) X mightily (because) of (up-)on (open-)ly X outwardly one X quickly X shortly (speedi-)ly X that X there(-in, -on) through(-out) (un-)to(-ward) under when where(-with) while with(-in)

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

ἐν (1744×) καὶ ; ἐν (59×) Ἐν (16×) Καὶ ; ἐγένετο ; ἐν (9×) ἔν (8×) Ἐγένετο ; δὲ ; ἐν (7×) καὶ ; ἐγένετο ; ἐν (6×) Καὶ ; ἐν (4×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (1890 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
وَفِيمَا هُوَ فِي بَيْتِ عَنْيَا فِي بَيْتِ سِمْعَانَ الأَبْرَصِ، وَهُوَ مُتَّكِئٌ، جَاءَتِ امْرَأَةٌ مَعَهَا قَارُورَةُ طِيبِ نَارِدِينٍ خَالِصٍ كَثِيرِ الثَّمَنِ. فَكَسَرَتِ الْقَارُورَةَ وَسَكَبَتْهُ عَلَى رَأْسِهِ.
Καὶ ; ὄντος ; αὐτοῦ ἐν Βηθανίᾳ ἐν τῇ ; οἰκίᾳ Σίμωνος τοῦ ; λεπροῦ, αὐτοῦ κατακειμένου ἦλθεν γυνὴ ἔχουσα ἀλάβαστρον μύρου νάρδου πιστικῆς πολυτελοῦς. καὶ ; συντρίψασα τὸ; ἀλάβαστρον κατέχεεν κατὰ αὐτοῦ ; τῆς ; κεφαλῆς.
اَلْحَقَّ أَقُولُ لَكُمْ: إِنِّي لاَ أَشْرَبُ بَعْدُ مِنْ نِتَاجِ الْكَرْمَةِ إِلَى ذلِكَ الْيَوْمِ حِينَمَا أَشْرَبُهُ جَدِيدًا فِي مَلَكُوتِ اللهِ.
ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι οὐ ; μὴ πίω οὐκέτι ἐκ τοῦ ; γεννήματος τῆς ; ἀμπέλου ἕως ἐκείνης τῆς ; ἡμέρας ὅταν αὐτὸ ; πίνω καινὸν ἐν τῇ ; βασιλείᾳ τοῦ ; θεοῦ.¶
وَقَالَ لَهُمْ يَسُوعُ: إِنَّ كُلَّكُمْ تَشُكُّونَ فِيَّ فِي اللَّيْلَةِ، لأَنَّهُ مَكْتُوبٌ: أَنِّي أَضْرِبُ الرَّاعِيَ فَتَتَبَدَّدُ الْخِرَافُ.
Καὶ ; λέγει αὐτοῖς ὁ ; Ἰησοῦς ὅτι πάντες σκανδαλισθήσεσθε ἐν ; ἐμοὶ ἐν τῇ ; νυκτὶ ταύτῃ, ; ὅτι γέγραπται· πατάξω τὸν ; ποιμένα, καὶ ; διασκορπισθήσεται τὰ ; πρόβατα
فَقَالَ لَهُ يَسُوعُ: الْحَقَّ أَقُولُ لَكَ: إِنَّكَ الْيَوْمَ فِي هذِهِ اللَّيْلَةِ، قَبْلَ أَنْ يَصِيحَ الدِّيكُ مَرَّتَيْنِ، تُنْكِرُنِي ثَلاَثَ مَرَّاتٍ.
Καὶ ; λέγει αὐτῷ ὁ ; Ἰησοῦς· ἀμὴν λέγω σοι ὅτι σήμερον ἐν ταύτῃ τῇ ; νυκτὶ πρὶν ; ἢ φωνῆσαι ἀλέκτορα δὶς με ; ἀπαρνήσῃ. τρίς
كُلَّ يَوْمٍ كُنْتُ مَعَكُمْ فِي الْهَيْكَلِ أُعَلِّمُ وَلَمْ تُمْسِكُونِي. وَلكِنْ لِكَيْ تُكْمَلَ الْكُتُبُ.
καθ᾽ ἡμέραν ἤμην πρὸς ; ὑμᾶς ἐν τῷ ; ἱερῷ διδάσκων, καὶ ; οὐκ ἐκρατήσατέ ; με· ἀλλ᾽ ἵνα πληρωθῶσιν αἱ ; γραφαί.
وَبَيْنَمَا كَانَ بُطْرُسُ فِي الدَّارِ أَسْفَلَ جَاءَتْ إِحْدَى جَوَارِي رَئِيسِ الْكَهَنَةِ.
Καὶ ; ὄντος τοῦ ; Πέτρου ἐν τῇ ; αὐλῇ κάτω ἔρχεται μία τῶν ; παιδισκῶν τοῦ ; ἀρχιερέως.
وَكَانَ الْمُسَمَّى بَارَابَاسَ مُوثَقًا مَعَ رُفَقَائِهِ فِي الْفِتْنَةِ، الَّذِينَ فِي الْفِتْنَةِ فَعَلُوا قَتْلاً.
ἦν ; δὲ λεγόμενος ὁ ; Βαραββᾶς δεδεμένος μετὰ τῶν ; στασιαστῶν οἵτινες ἐν τῇ ; στάσει πεποιήκεισαν. φόνον
وَكَانَ الْمُجْتَازُونَ يُجَدِّفُونَ عَلَيْهِ، وَهُمْ يَهُزُّونَ رُؤُوسَهُمْ قَائِلِينَ: آهِ يَا نَاقِضَ الْهَيْكَلِ وَبَانِيَهُ فِي ثَلاَثَةِ أَيَّامٍ.
καὶ οἱ ; παραπορευόμενοι ἐβλασφήμουν αὐτὸν κινοῦντες τὰς ; κεφαλὰς ; αὐτῶν καὶ ; λέγοντες· Οὐά, ὁ ; καταλύων τὸν ; ναὸν καὶ ; οἰκοδομῶν ἐν τρισὶν ἡμέραις,
اللَّوَاتِي أَيْضًا تَبِعْنَهُ وَخَدَمْنَهُ حِينَ كَانَ فِي الْجَلِيلِ. وَأُخَرُ كَثِيرَاتٌ اللَّوَاتِي صَعِدْنَ مَعَهُ إِلَى أُورُشَلِيمَ.
αἳ καί ἠκολούθουν ; αὐτῷ καὶ ; διηκόνουν ; αὐτῷ, ὅτε ἦν ἐν τῇ ; Γαλιλαίᾳ καὶ ; ἄλλαι πολλαὶ αἱ συναναβᾶσαι αὐτῷ εἰς Ἱεροσόλυμα.¶
فَاشْتَرَى كَتَّانًا، فَأَنْزَلَهُ وَكَفَّنَهُ بِالْكَتَّانِ، وَوَضَعَهُ فِي قَبْرٍ كَانَ مَنْحُوتًا فِي صَخْرَةٍ، وَدَحْرَجَ حَجَرًا عَلَى بَابِ الْقَبْرِ.
καὶ ; ἀγοράσας σινδόνα, καὶ ; καθελὼν ; αὐτὸν ἐνείλησεν τῇ ; σινδόνι καὶ ; κατέθηκεν; αὐτὸν ἐν μνημείῳ ὃ ; ἦν λελατομημένον ἐκ πέτρας καὶ ; προσεκύλισεν λίθον ἐπὶ τὴν ; θύραν τοῦ ; μνημείου.
وَلَمَّا دَخَلْنَ الْقَبْرَ رَأَيْنَ شَابًّا جَالِسًا عَنِ الْيَمِينِ لاَبِسًا حُلَّةً بَيْضَاءَ، فَانْدَهَشْنَ.
καὶ εἰσελθοῦσαι εἰς ; τὸ ; μνημεῖον εἶδον νεανίσκον καθήμενον ἐν τοῖς ; δεξιοῖς περιβεβλημένον στολὴν λευκὴν ἐξεθαμβήθησαν. ; καὶ
كَانَ فِي أَيَّامِ هِيرُودُسَ مَلِكِ الْيَهُودِيَّةِ كَاهِنٌ اسْمُهُ زَكَرِيَّا مِنْ فِرْقَةِ أَبِيَّا، وَامْرَأَتُهُ مِنْ بَنَاتِ هارُونَ وَاسْمُهَا أَلِيصَابَاتُ.
Ἐγένετο ἐν ταῖς ; ἡμέραις Ἡρῴδου τοῦ ; βασιλέως τῆς ; Ἰουδαίας ἱερεύς ; τις ὀνόματι Ζαχαρίας ἐξ ἐφημερίας Ἀβιά, καὶ ; ἡ ; γυνὴ ; αὐτοῦ ἐκ τῶν ; θυγατέρων Ἀαρὼν καὶ ; τὸ ; ὄνομα ; αὐτῆς Ἐλισάβετ.¶
وَكَانَا كِلاَهُمَا بَارَّيْنِ أَمَامَ اللهِ، سَالِكَيْنِ فِي جَمِيعِ وَصَايَا الرَّبِّ وَأَحْكَامِهِ بِلاَ لَوْمٍ.
ἦσαν ; δὲ ἀμφότεροι δίκαιοι ἐνώπιον τοῦ ; θεοῦ πορευόμενοι ἐν πάσαις ταῖς ; ἐντολαῖς τοῦ ; κυρίου καὶ ; δικαιώμασιν ἄμεμπτοι.
وَلَمْ يَكُنْ لَهُمَا وَلَدٌ، إِذْ كَانَتْ أَلِيصَابَاتُ عَاقِرًا. وَكَانَا كِلاَهُمَا مُتَقَدِّمَيْنِ فِي أَيَّامِهِمَا.
καὶ ; οὐκ ἦν αὐτοῖς τέκνον, καθότι ἦν ἡ ; Ἐλισάβετ στεῖρα καὶ ; ἦσαν.¶ ἀμφότεροι προβεβηκότες ἐν ταῖς ; ἡμέραις ; αὐτῶν
فَبَيْنَمَا هُوَ يَكْهَنُ فِي نَوْبَةِ فِرْقَتِهِ أَمَامَ اللهِ،
Ἐγένετο ; δὲ αὐτὸν ἐν ; τῷ ; ἱερατεύειν ἐν τῇ ; τάξει τῆς ; ἐφημερίας ; αὐτοῦ ἔναντι τοῦ ; θεοῦ,
وَيَتَقَدَّمُ أَمَامَهُ بِرُوحِ إِيلِيَّا وَقُوَّتِهِ، لِيَرُدَّ قُلُوبَ الآبَاءِ إِلَى الأَبْنَاءِ، وَالْعُصَاةَ إِلَى فِكْرِ الأَبْرَارِ، لِكَيْ يُهَيِّئَ لِلرَّبِّ شَعْبًا مُسْتَعِدًّا.
καὶ ; αὐτὸς ; προελεύσεται ἐνώπιον ; αὐτοῦ ἐν ; πνεύματι Ἠλίου καὶ ; δυνάμει ἐπιστρέψαι καρδίας πατέρων ἐπὶ τέκνα καὶ ; ἀπειθεῖς ἐν φρονήσει δικαίων, ἑτοιμάσαι κυρίῳ λαὸν κατεσκευασμένον.¶
فَقَالَ زَكَرِيَّا لِلْمَلاَكِ: كَيْفَ أَعْلَمُ هذَا، لأَنِّي أَنَا شَيْخٌ وَامْرَأَتِي مُتَقَدِّمَةٌ فِي أَيَّامِهَا.
Καὶ ; εἶπεν Ζαχαρίας πρὸς ; τὸν ; ἄγγελον· κατὰ ; τί γνώσομαι τοῦτο; γάρ ; εἰμι ἐγὼ ; εἰμι πρεσβύτης, καὶ ; ἡ ; γυνή ; μου προβεβηκυῖα ἐν ταῖς ; ἡμέραις ; αὐτῆς.¶
وَكَانَ الشَّعْبُ مُنْتَظِرِينَ زَكَرِيَّا وَمُتَعّجِّبِينَ مِنْ إِبْطَائِهِ فِي الْهَيْكَلِ.
Καὶ ; ἦν ὁ ; λαὸς προσδοκῶν τὸν ; Ζαχαρίαν καὶ ; ἐθαύμαζον ἐν τῷ ; χρονίζειν ; αὐτόν. ἐν τῷ ; ναῷ
وَكَانَ الشَّعْبُ مُنْتَظِرِينَ زَكَرِيَّا وَمُتَعّجِّبِينَ مِنْ إِبْطَائِهِ فِي الْهَيْكَلِ.
Καὶ ; ἦν ὁ ; λαὸς προσδοκῶν τὸν ; Ζαχαρίαν καὶ ; ἐθαύμαζον ἐν τῷ ; χρονίζειν ; αὐτόν. ἐν τῷ ; ναῷ
فَلَمَّا خَرَجَ لَمْ يَسْتَطِعْ أَنْ يُكَلِّمَهُمْ، فَفَهِمُوا أَنَّهُ قَدْ رَأَى رُؤْيَا فِي الْهَيْكَلِ. فَكَانَ يُومِئُ إِلَيْهِمْ وَبَقِيَ صَامِتًا.
δὲ ἐξελθὼν οὐκ ἐδύνατο λαλῆσαι ; αὐτοῖς· καὶ ; ἐπέγνωσαν ὅτι ἑώρακεν ὀπτασίαν ἐν τῷ ; ναῷ. καὶ ; αὐτὸς ; ἦν διανεύων αὐτοῖς διέμενεν κωφός.¶
هكَذَا قَدْ فَعَلَ بِيَ الرَّبُّ فِي الأَيَّامِ الَّتِي فِيهَا نَظَرَ إِلَيَّ، لِيَنْزِعَ عَارِي بَيْنَ النَّاسِ.
ὅτι ; οὕτως πεποίηκεν μοι ὁ ; κύριος ἐν ἡμέραις αἷς ἐπεῖδεν ἀφελεῖν τὸ ; ὄνειδός ; μου ἐν ἀνθρώποις.¶
هكَذَا قَدْ فَعَلَ بِيَ الرَّبُّ فِي الأَيَّامِ الَّتِي فِيهَا نَظَرَ إِلَيَّ، لِيَنْزِعَ عَارِي بَيْنَ النَّاسِ.
ὅτι ; οὕτως πεποίηκεν μοι ὁ ; κύριος ἐν ἡμέραις αἷς ἐπεῖδεν ἀφελεῖν τὸ ; ὄνειδός ; μου ἐν ἀνθρώποις.¶
فَدَخَلَ إِلَيْهَا الْمَلاَكُ وَقَالَ: سَلاَمٌ لَكِ أَيَّتُهَا الْمُنْعَمُ عَلَيْهَا. اَلرَّبُّ مَعَكِ. مُبَارَكَةٌ أَنْتِ فِي النِّسَاءِ.
Καὶ ; εἰσελθὼν πρὸς ; αὐτὴν ὁ ; ἄγγελος εἶπεν· χαῖρε, κεχαριτωμένη· ὁ ; κύριος μετὰ ; σοῦ εὐλογημένη σὺ ἐν γυναιξίν.
وَهُوَذَا أَلِيصَابَاتُ نَسِيبَتُكِ هِيَ أَيْضًا حُبْلَى بِابْنٍ فِي شَيْخُوخَتِهَا، وَهذَا هُوَ الشَّهْرُ السَّادِسُ لِتِلْكَ الْمَدْعُوَّةِ عَاقِرًا،
καὶ ; ἰδοὺ Ἐλισάβετ ἡ ; συγγενής; σου αὐτὴ καὶ συνείληφυῖα υἱὸν ἐν γήρει ; αὐτῆς, καὶ ; οὗτος ἐστὶν μὴν ἕκτος αὐτῇ τῇ ; καλουμένῃ στείρᾳ
فَقَامَتْ مَرْيَمُ فِي تِلْكَ الأَيَّامِ وَذَهَبَتْ بِسُرْعَةٍ إِلَى الْجِبَالِ إِلَى مَدِينَةِ يَهُوذَا،
Ἀναστᾶσα ; δὲ Μαριὰμ ἐν ταύταις ταῖς ; ἡμέραις ἐπορεύθη μετὰ ; σπουδῆς εἰς τὴν ; ὀρεινὴν εἰς πόλιν Ἰούδα
فَلَمَّا سَمِعَتْ أَلِيصَابَاتُ سَلاَمَ مَرْيَمَ ارْتَكَضَ الْجَنِينُ فِي بَطْنِهَا، وَامْتَلأَتْ أَلِيصَابَاتُ مِنَ الرُّوحِ الْقُدُسِ،
Καὶ ; ἐγένετο ; ὡς ἤκουσεν ἡ ; Ἐλισάβετ, τὸν ; ἀσπασμὸν τῆς ; Μαρίας ἐσκίρτησεν τὸ ; βρέφος ἐν τῇ ; κοιλίᾳ ; αὐτῆς, καὶ ; ἐπλήσθη ἡ ; Ἐλισάβετ πνεύματος ἁγίου
وَصَرَخَتْ بِصَوْتٍ عَظِيمٍ وَقَالَتْ: مُبَارَكَةٌ أَنْتِ فِي النِّسَاءِ وَمُبَارَكَةٌ هِيَ ثَمَرَةُ بَطْنِكِ.
καὶ ; ἀνεφώνησεν φωνῇ μεγάλῃ καὶ ; εἶπεν· εὐλογημένη σὺ ἐν γυναιξίν, καὶ ; εὐλογημένος ὁ ; καρπὸς τῆς ; κοιλίας ; σου.
فَهُوَذَا حِينَ صَارَ صَوْتُ سَلاَمِكِ فِي أُذُنَيَّ ارْتَكَضَ الْجَنِينُ بِابْتِهَاجٍ فِي بَطْنِي.
ἰδοὺ ; γὰρ ὡς ; ἐγένετο ἡ ; φωνὴ τοῦ ; ἀσπασμοῦ ; σου εἰς τὰ ; ὦτά ; μου, ἐσκίρτησεν τὸ ; βρέφος ἐν ; ἀγαλλιάσει ἐν τῇ ; κοιλίᾳ ; μου.
وَفِي الْيَوْمِ الثَّامِنِ جَاءُوا لِيَخْتِنُوا الصَّبِيَّ، وَسَمَّوْهُ بِاسْمِ أَبِيهِ زَكَرِيَّا.
Καὶ ; ἐγένετο ; ἐν τῇ ; ἡμέρᾳ τῇ ; ὀγδόῃ ἦλθον περιτεμεῖν τὸ ; παιδίον καὶ ; ἐκάλουν ; αὐτὸ ἐπὶ ; τῷ ; ὀνόματι τοῦ ; πατρὸς ; αὐτοῦ Ζαχαρίαν.
فَقَالُوا لَهَا: لَيْسَ أَحَدٌ فِي عَشِيرَتِكِ تَسَمَّى بِهذَا الاسْمِ.
καὶ ; εἶπαν πρὸς ; αὐτὴν ὅτι ; οὐδείς ; ἐστιν ἐν τῇ; συγγενείᾳ; σου ὃς ; καλεῖται τούτῳ. τῷ ; ὀνόματι