ك
إصحاح
G1509
G1510. eimí
G1511
المعنى المختصر للكلمة
eimí: I exist (used only when emphatic)
اللفظ الأصلي εἰμί
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق eimí (i-mee)
تكرار الورود في الكتاب 2055 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل

I exist (used only when emphatic)

الإنجليزية — KJV Translation Tags
am have been X it is I was

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

ἐστιν (216×) ἦν (160×) ἔσται (89×) ἐστὶν (53×) ἦσαν (45×) καὶ ; ἦν (43×) οὐκ ; ἔστιν (37×) εἰσιν (35×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (2055 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
وَفِيمَا هُمَا يُفَارِقَانِهِ قَالَ بُطْرُسُ لِيَسُوعَ: يَا مُعَلِّمُ، جَيِّدٌ أَنْ نَكُونَ ههُنَا. فَلْنَصْنَعْ ثَلاَثَ مَظَالَّ: لَكَ وَاحِدَةً، وَلِمُوسَى وَاحِدَةً، وَلإِيلِيَّا وَاحِدَةً. وَهُوَ لاَ يَعْلَمُ مَا يَقُولُ.
Καὶ ; ἐγένετο ; ἐν αὐτοὺς διαχωρίζεσθαι ; ἀπ᾽ ; αὐτοῦ εἶπεν ὁ ; Πέτρος πρὸς ; τὸν ; Ἰησοῦν· ἐπιστάτα, καλόν ; ἐστιν ἡμᾶς ; εἶναι, ὧδε ποιήσωμεν τρεῖς, σκηνὰς σοὶ μίαν καὶ ; Μωϋσεῖ μίαν καὶ ; Ἠλίᾳ· μίαν μὴ εἰδὼς ὃ λέγει.
وَصَارَ صَوْتٌ مِنَ السَّحَابَةِ قَائِلاً: هذَا هُوَ ابْنِي الْحَبِيبُ. لَهُ اسْمَعُوا.
καὶ ; ἐγένετο φωνὴ ἐκ τῆς ; νεφέλης λέγουσα· οὗτός ἐστιν ὁ ; υἱός ; μου ὁ ; ἀγαπητός αὐτοῦ ἀκούετε.¶
وَإِذَا رَجُلٌ مِنَ الْجَمْعِ صَرَخَ قِائِلاً: يَا مُعَلِّمُ، أَطْلُبُ إِلَيْكَ. اُنْظُرْ إِلَى ابْنِي، فَإِنَّهُ وَحِيدٌ لِي.
καὶ ; ἰδοὺ ἀνὴρ ἀπὸ τοῦ ; ὄχλου ἀνεβόησεν λέγων· διδάσκαλε, δέομαί σου ἐπιβλέψον ἐπὶ τὸν ; υἱόν ; μου ὅτι ; ἐστιν· μονογενής μοί
فَأَجَابَ يَسُوعُ وَقَالَ: أَيُّهَا الْجِيلُ غَيْرُ الْمُؤْمِنِ وَالْمُلْتَوِي إِلَى مَتَى أَكُونُ مَعَكُمْ وَأَحْتَمِلُكُمْ. قَدِّمِ ابْنَكَ إِلَى هُنَا..
Ἀποκριθεὶς ; δὲ ὁ ; Ἰησοῦς εἶπεν, ὦ ; γενεὰ ἄπιστος καὶ ; διεστραμμένη, ἕως πότε ἔσομαι πρὸς ; ὑμᾶς καὶ ; ἀνέξομαι ; ὑμῶν; προσάγαγε τὸν ; υἱόν ; σου. ὧδε
وَأَمَّا هُمْ فَلَمْ يَفْهَمُوا هذَا الْقَوْلَ، وَكَانَ مُخْفىً عَنْهُمْ لِكَيْ لاَ يَفْهَمُوهُ، وَخَافُوا أَنْ يَسْأَلُوهُ عَنْ هذَا الْقَوْلِ.
δὲ οἱ ; ἠγνόουν τοῦτο, τὸ ; ῥῆμα καὶ ; ἦν παρακεκαλυμμένον ἀπ᾽ ; αὐτῶν ἵνα μὴ αἴσθωνται ; αὐτό. ἐφοβοῦντο ; καὶ ἐρωτῆσαι ; αὐτὸν περὶ τούτου.¶ τοῦ ; ῥήματος
وَدَاخَلَهُمْ فِكْرٌ مَنْ عَسَى أَنْ يَكُونَ أَعْظَمَ فِيهِمْ.
Εἰσῆλθεν ; δὲ ; ἐν ; αὐτοῖς διαλογισμὸς ; τὸ τίς ἂν εἴη μείζων αὐτῶν.
وَقَالَ لَهُمْ: مَنْ قَبِلَ هذَا الْوَلَدَ بِاسْمِي يَقْبَلُنِي، وَمَنْ قَبِلَنِي يَقْبَلُ الَّذِي أَرْسَلَنِي، لأَنَّ الأَصْغَرَ فِيكُمْ جَمِيعًا هُوَ يَكُونُ عَظِيمًا
καὶ ; εἶπεν αὐτοῖς· ὃς ; ἐὰν δέξηται τοῦτο τὸ ; παιδίον ἐπὶ ; τῷ ; ὀνόματί ; μου, ἐμὲ ; δέχεται· καὶ ; ὃς ; ἐὰν ἐμὲ ; δέξηται, δέχεται τὸν ἀποστείλαντά ; με. γὰρ μικρότερος ; ὑπάρχων ἐν ; ὑμῖν πᾶσιν οὗτός ; ἔσται μέγας.
فَقَالَ لَهُ يَسُوعُ: لاَ تَمْنَعُوهُ، لأَنَّ مَنْ لَيْسَ عَلَيْنَا فَهُوَ مَعَنَا.
Καὶ ; Εἶπεν πρὸς ; αὐτὸν ὁ ; Ἰησοῦς· μὴ κωλύετε· γὰρ ὃς οὐκ ; ἔστιν καθ᾽ ; ἡμῶν ἐστιν.¶ ὑπὲρ ; ἡμῶν
فَقَالَ لَهُ يَسُوعُ: لاَ تَمْنَعُوهُ، لأَنَّ مَنْ لَيْسَ عَلَيْنَا فَهُوَ مَعَنَا.
Καὶ ; Εἶπεν πρὸς ; αὐτὸν ὁ ; Ἰησοῦς· μὴ κωλύετε· γὰρ ὃς οὐκ ; ἔστιν καθ᾽ ; ἡμῶν ἐστιν.¶ ὑπὲρ ; ἡμῶν
فَلَمْ يَقْبَلُوهُ لأَنَّ وَجْهَهُ كَانَ مُتَّجِهًا نَحْوَ أُورُشَلِيمَ.
καὶ ; οὐκ ἐδέξαντο ; αὐτὸν ὅτι τὸ ; πρόσωπον ; αὐτοῦ ἦν πορευόμενον εἰς Ἰερουσαλήμ.
فَالْتَفَتَ وَانْتَهَرَهُمَا وَقَالَ: لَسْتُمَا تَعْلَمَانِ مِنْ أَيِّ رُوحٍ أَنْتُمَا.
στραφεὶς ; δὲ ἐπετίμησεν ; αὐτοῖς καὶ ; εἶπεν, οὐκ οἰδατε οἵου πνεύματός ὑμεῖς. ; ἐστε
فَقَالَ لَهُ يَسُوعُ: لَيْسَ أَحَدٌ يَضَعُ يَدَهُ عَلَى الْمِحْرَاثِ وَيَنْظُرُ إِلَى الْوَرَاءِ يَصْلُحُ لِمَلَكُوتِ اللهِ.
εἶπεν ; δὲ πρὸς ; αὐτὸν ὁ ; Ἰησοῦς· οὐδεὶς ἐπιβαλὼν τὴν ; χεῖρα ; αὐτοῦ ἐπ᾽ ἄροτρον καὶ ; βλέπων εἰς τὰ ; ὀπίσω εὔθετός ; ἐστιν εἰς ; τὴν; βασιλείαν τοῦ ; θεοῦ.¶
فَإِنْ كَانَ هُنَاكَ ابْنُ السَّلاَمِ يَحُلُّ سَلاَمُكُمْ عَلَيْهِ، وَإِّلاَّ فَيَرْجعُ إِلَيْكُمْ.
καὶ ; ἐὰν ; μέν ἐκεῖ υἱὸς εἰρήνης, ἐπαναπαύσεται ἡ ; εἰρήνη ; ὑμῶν· ἐπ᾽ ; αὐτὸν εἰ ; δὲ ; μή ; γε, ἀνακάμψει. ἐφ᾽ ; ὑμᾶς
وَأَقِيمُوا فِي ذلِكَ الْبَيْتِ آكِلِينَ وَشَارِبِينَ مِمَّا عِنْدَهُمْ، لأَنَّ الْفَاعِلَ مُسْتَحِقٌّ أُجْرَتَهُ. لاَ تَنْتَقِلُوا مِنْ بَيْتٍ إِلَى بَيْتٍ.
δὲ ; μένετε ἐν αὐτῇ τῇ ; οἰκίᾳ ἐσθίοντες καὶ ; πίνοντες τὰ παρ᾽ ; αὐτῶν· γὰρ ὁ ; ἐργάτης ἄξιος ; ἐστίν. τοῦ ; μισθοῦ ; αὐτοῦ μὴ μεταβαίνετε ἐξ οἰκίας εἰς οἰκίαν.
وَأَقُولُ لَكُمْ: إِنَّهُ يَكُونُ لِسَدُومَ فِي ذلِكَ الْيَوْمِ حَالَةٌ أَكْثَرُ احْتِمَالاً مِمَّا لِتِلْكَ الْمَدِينَةِ.
λέγω ; δὲ ὑμῖν ὅτι ἔσται Σοδόμοις ἐν ἐκείνῃ τῇ ; ἡμέρᾳ ἀνεκτότερον ἢ ἐκείνῃ.¶ τῇ ; πόλει
وَلكِنَّ صُورَ وَصَيْدَاءَ يَكُونُ لِهُمَا فِي الدِّينِ حَالَةٌ أَكْثَرُ احْتِمَالاً مِمَّا لَكُمَا.
πλὴν Τύρῳ καὶ ; Σιδῶνι ἔσται ἐν τῇ ; κρίσει ἀνεκτότερον ἢ ὑμῖν.
وَالْتَفَتَ إِلَى تَلاَمِيذِهِ وَقَالَ: كُلُّ شَيْءٍ قَدْ دُفِعَ إِلَيَّ مِنْ أَبِي. وَلَيْسَ أَحَدٌ يَعْرِفُ مَنْ هُوَ الابْنُ إِلاَّ وَلاَ مَنْ هُوَ الآبُ إِلاَّ الابْنُ، وَمَنْ أَرَادَ الابْنُ أَنْ يُعْلِنَ لَهُ.
καὶ ; στραφείς πρός τούς ; μαθητάς εἶπεν πάντα παρεδόθη μοι ὑπὸ τοῦ ; πατρός ; μου, καὶ ; οὐδεὶς γινώσκει τίς ἐστιν ὁ ; υἱὸς εἰ ; μὴ καὶ τίς ἐστιν ὁ ; πατὴρ εἰ ; μὴ ὁ ; υἱὸς καὶ ; ᾧ ; ἐὰν βούληται ὁ ; υἱὸς ἀποκαλύψαι.¶
وَالْتَفَتَ إِلَى تَلاَمِيذِهِ وَقَالَ: كُلُّ شَيْءٍ قَدْ دُفِعَ إِلَيَّ مِنْ أَبِي. وَلَيْسَ أَحَدٌ يَعْرِفُ مَنْ هُوَ الابْنُ إِلاَّ وَلاَ مَنْ هُوَ الآبُ إِلاَّ الابْنُ، وَمَنْ أَرَادَ الابْنُ أَنْ يُعْلِنَ لَهُ.
καὶ ; στραφείς πρός τούς ; μαθητάς εἶπεν πάντα παρεδόθη μοι ὑπὸ τοῦ ; πατρός ; μου, καὶ ; οὐδεὶς γινώσκει τίς ἐστιν ὁ ; υἱὸς εἰ ; μὴ καὶ τίς ἐστιν ὁ ; πατὴρ εἰ ; μὴ ὁ ; υἱὸς καὶ ; ᾧ ; ἐὰν βούληται ὁ ; υἱὸς ἀποκαλύψαι.¶
وَأَمَّا هُوَ فَإِذْ أَرَادَ أَنْ يُبَرِّرَ نَفْسَهُ، قَاَلَ لِيَسُوعَ: وَمَنْ هُوَ قَرِيبِي.
δὲ Ὁ ; θέλων δικαιοῦν ἑαυτὸν εἶπεν πρὸς ; τὸν ; Ἰησοῦν· καὶ ; τίς ἐστίν μου ; πλησίον;
وَكَانَتْ لِهذِهِ أُخْتٌ تُدْعَى مَرْيَمَ، الَّتِي جَلَسَتْ عِنْدَ قَدَمَيْ يَسُوعَ وَكَانَتْ تَسْمَعُ كَلاَمَهُ.
καὶ ; ἦν τῇδε ἀδελφὴ καλουμένη Μαριάμ. ἣ παρακαθίσασα παρὰ τοὺς ; πόδας τοῦ ; Ἰησοῦ ἤκουεν τὸν ; λόγον ; αὐτοῦ.
وَلكِنَّ الْحَاجَةَ إِلَى وَاحِدٍ. فَاخْتَارَتْ مَرْيَمُ النَّصِيبَ الصَّالِحَ الَّذِي لَنْ يُنْزَعَ مِنْهَا.
δέ χρεία· ; ἐστιν ἑνὸς ἐξελέξατο ; δὲ Μαριὰμ τὴν ; μερίδα ἀγαθὴν ἥτις οὐκ ἀφαιρεθήσεται ἀπ᾽ ; αὐτῆς.¶
فَيُجِيبَ ذلِكَ مِنْ دَاخِل وَيَقُولَ: لاَ تُزْعِجْنِي. اَلْبَابُ مُغْلَقٌ الآنَ، وَأَوْلاَدِي مَعِي فِي الْفِرَاشِ. لاَ أَقْدِرُ أَنْ أَقُومَ وَأُعْطِيَكَ.
κἀκεῖνος ; ἀποκριθεὶς ἔσωθεν εἴπῃ· μή μοι ; κόπους ; πάρεχε. ἡ ; θύρα κέκλεισται, ἤδη καὶ ; τὰ ; παιδία ; μου μετ᾽ ; ἐμοῦ ; εἰσίν· εἰς τὴν ; κοίτην οὐ δύναμαι ἀναστὰς δοῦναί ; σοι.
وَكَانَ يُخْرِجُ شَيْطَانًا، وَكَانَ ذلِكَ أَخْرَسَ. فَلَمَّا أُخْرِجَ الشَّيْطَانُ تَكَلَّمَ الأَخْرَسُ، فَتَعَجَّبَ الْجُمُوعُ.
Καὶ ; ἦν ἐκβάλλων δαιμόνιον καὶ ; αὐτὸ ; ἦν κωφόν. ἐγένετο ; δὲ ἐξελθόντος τοῦ ; δαιμονίου ἐλάλησεν ὁ ; κωφός, καὶ ; ἐθαύμασαν οἱ ; ὄχλοι.¶
وَكَانَ يُخْرِجُ شَيْطَانًا، وَكَانَ ذلِكَ أَخْرَسَ. فَلَمَّا أُخْرِجَ الشَّيْطَانُ تَكَلَّمَ الأَخْرَسُ، فَتَعَجَّبَ الْجُمُوعُ.
Καὶ ; ἦν ἐκβάλλων δαιμόνιον καὶ ; αὐτὸ ; ἦν κωφόν. ἐγένετο ; δὲ ἐξελθόντος τοῦ ; δαιμονίου ἐλάλησεν ὁ ; κωφός, καὶ ; ἐθαύμασαν οἱ ; ὄχλοι.¶
فَإِنْ كُنْتُ أَنَا بِبَعْلَزَبُولَ أُخْرِجُ الشَّيَاطِينَ، فَأَبْنَاؤُكُمْ بِمَنْ يُخْرِجُونَ. لِذلِكَ هُمْ يَكُونُونَ قُضَاتَكُمْ.
εἰ ; δὲ ἐγὼ ἐν ; Βεελζεβοὺλ ἐκβάλλω δαιμόνια, οἱ ; υἱοὶ ; ὑμῶν ἐν ; τίνι ἐκβάλλουσιν; διὰ ; τοῦτο αὐτοὶ ἔσονται. ὑμῶν ; κριταὶ
حِينَمَا يَحْفَظُ الْقَوِيُّ دَارَهُ مُتَسَلِّحًا، تَكُونُ أَمْوَالُهُ فِي أَمَانٍ.
ὅταν φυλάσσῃ ὁ ; ἰσχυρὸς τὴν ; ἑαυτοῦ ; αὐλήν, καθωπλισμένος ἐστὶν τὰ ; ὑπάρχοντα ; αὐτοῦ· ἐν εἰρήνῃ
مَنْ لَيْسَ مَعِي فَهُوَ عَلَيَّ، وَمَنْ لاَ يَجْمَعُ مَعِي فَهُوَ يُفَرِّقُ.
ὁ μὴ μετ᾽ ; ἐμοῦ κατ᾽ ; ἐμοῦ ; ἐστιν, καὶ ; ὁ μὴ συνάγων μετ᾽ ; ἐμοῦ σκορπίζει.¶
وَفِيمَا كَانَ الْجُمُوعُ مُزْدَحِمِينَ، ابْتَدَأَ يَقُولُ: هذَا الْجِيلُ شِرِّيرٌ. يَطْلُبُ آيَةً، وَلاَ تُعْطَى لَهُ آيَةٌ إِلاَّ آيَةُ يُونَانَ النَّبِيِّ.
δὲ Τῶν ; ὄχλων ἐπαθροιζομένων ἤρξατο λέγειν· αὕτη ἡ ; γενεὰ πονηρά ; ἐστιν. ἐπιζητεῖ σημεῖον καὶ ; οὐ δοθήσεται αὐτῇ σημεῖον εἰ ; μὴ τὸ ; σημεῖον Ἰωνᾶ τοῦ ; προφήτου.
لأَنَّهُ كَمَا كَانَ يُونَانُ آيَةً لأَهْلِ نِينَوَى، كَذلِكَ يَكُونُ ابْنُ الإِنْسَانِ أَيْضًا لِهذَا الْجِيلِ.
γὰρ καθὼς ἐγένετο Ἰωνᾶς σημεῖον, τοῖς ; Νινευίταις οὕτως ἔσται ὁ ; υἱὸς τοῦ ; ἀνθρώπου καὶ τῇ ; ταύτῃ. γενεᾷ
سِرَاجُ الْجَسَدِ هُوَ الْعَيْنُ، فَمَتَى كَانَتْ عَيْنُكَ بَسِيطَةً فَجَسَدُكَ كُلُّهُ يَكُونُ نَيِّرًا، وَمَتَى شِرِّيرَةً فَجَسَدُكَ يَكُونُ مُظْلِمًا.
Ὁ ; λύχνος τοῦ ; σώματός ἐστιν ὁ ; ὀφθαλμός ὅταν ; οὖν ὁ ; ὀφθαλμός ; σου ἁπλοῦς τὸ ; σῶμά ; σου ὅλον ᾖ, φωτεινόν ἐπὰν ; δὲ πονηρὸς τὸ ; σῶμά ; σου ᾖ, σκοτεινόν.