المعنى المختصر للكلمة
autós:
the reflexive pronoun self, used
(alone or in the comparative ) of the third person , and (with the
proper personal pronoun) of the other persons
اللفظ الأصلي
αὐτός
نوع الكلمة
اسم
طريقة النطق
autós
(ow-tos)
تكرار الورود في الكتاب
5246
مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل
the reflexive pronoun self, used (alone or in the comparative ) of the third person , and (with the proper personal pronoun) of the other persons
الإنجليزية — KJV Translation Tags
her
it(-self)
one
the other
(mine) own
said
(self-)
the) same
((him-, my-, thy-
)self, (your-)selves, she, that, their(-s), them(-selves), there(-at,
- by, -in, -into, -of, -on, -with), they, (these) things, this (man),
those, together, very, which
أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك
أشكال الكلمة في النص الأصلي:
αὐτῷ (284×)
αὐτῷ· (187×)
αὐτοῖς· (187×)
αὐτοῖς (155×)
αὐτὸν (99×)
αὐτὸς (83×)
αὐτοῦ (62×)
πρὸς ; αὐτὸν (54×)
شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (5246 آية)
شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
لوقا 16: 24
Luk.16.24
فَنَادَى وَقَالَ: يَا أَبِي إِبْرَاهِيمَ، ارْحَمْنِي، وَأَرْسِلْ لِعَازَرَ لِيَبُلَّ طَرَفَ إِصْبَِعِهِ بِمَاءٍ وَيُبَرِّدَ لِسَانِي، لأَنِّي مُعَذَّبٌ فِي هذَا اللَّهِيبِ.
καὶ ; αὐτὸς ; φωνήσας εἶπεν· πάτερ Ἀβραάμ, ἐλέησόν ; με καὶ ; πέμψον Λάζαρον ἵνα ; βάψῃ τὸ ; ἄκρον τοῦ ; δακτύλου ; αὐτοῦ ὕδατος καὶ ; καταψύξῃ τὴν ; γλῶσσάν ; μου, ὅτι ὀδυνῶμαι ἐν ταύτῃ.¶ τῇ ; φλογὶ
لوقا 16: 27
Luk.16.27
فَقَالَ: أَسْأَلُكَ إِذًا، يَا أَبَتِ، أَنْ تُرْسِلَهُ إِلَى بَيْتِ أَبِي،
Εἶπεν ; δέ· ἐρωτῶ ; σε οὖν, πάτερ, ἵνα πέμψῃς ; αὐτὸν εἰς τὸν ; οἶκον τοῦ ; πατρός ; μου·
لوقا 16: 28
Luk.16.28
لأَنَّ لِي خَمْسَةَ إِخْوَةٍ، حَتَّى يَشْهَدَ لَهُمْ لِكَيْلاَ يَأْتُوا هُمْ أَيْضًا إِلَى مَوْضِعِ الْعَذَابِ هذَا.
γὰρ ἔχω πέντε ἀδελφούς· ὅπως διαμαρτύρηται αὐτοῖς ἵνα ; μὴ ἔλθωσιν αὐτοὶ καὶ εἰς τὸν ; τόπον τῆς ; βασάνου.¶ τοῦτον
لوقا 16: 28
Luk.16.28
لأَنَّ لِي خَمْسَةَ إِخْوَةٍ، حَتَّى يَشْهَدَ لَهُمْ لِكَيْلاَ يَأْتُوا هُمْ أَيْضًا إِلَى مَوْضِعِ الْعَذَابِ هذَا.
γὰρ ἔχω πέντε ἀδελφούς· ὅπως διαμαρτύρηται αὐτοῖς ἵνα ; μὴ ἔλθωσιν αὐτοὶ καὶ εἰς τὸν ; τόπον τῆς ; βασάνου.¶ τοῦτον
لوقا 16: 29
Luk.16.29
قَالَ لَهُ إِبْرَاهِيمُ: عِنْدَهُمْ مُوسَى وَالأَنْبِيَاءُ، لِيَسْمَعُوا مِنْهُمْ.
Λέγει αὐτῷ Ἀβραάμ· ἔχουσιν Μωϋσέα καὶ ; τοὺς ; προφήτας· ἀκουσάτωσαν αὐτῶν.
لوقا 16: 29
Luk.16.29
قَالَ لَهُ إِبْرَاهِيمُ: عِنْدَهُمْ مُوسَى وَالأَنْبِيَاءُ، لِيَسْمَعُوا مِنْهُمْ.
Λέγει αὐτῷ Ἀβραάμ· ἔχουσιν Μωϋσέα καὶ ; τοὺς ; προφήτας· ἀκουσάτωσαν αὐτῶν.
لوقا 16: 30
Luk.16.30
فَقَالَ: لاَ، يَا أَبِي إِبْرَاهِيمَ، بَلْ إِذَا مَضَى إِلَيْهِمْ وَاحِدٌ مِنَ الأَمْوَاتِ يَتُوبُونَ.
ὁ ; δὲ ; εἶπεν· οὐχί, πάτερ Ἀβραάμ, ἀλλ᾽ ἐάν πορευθῇ πρὸς ; αὐτούς, τις ἀπὸ νεκρῶν μετανοήσουσιν.
لوقا 16: 31
Luk.16.31
فَقَالَ لَهُ: إِنْ كَانُوا لاَ يَسْمَعُونَ مِنْ مُوسَى وَالأَنْبِيَاءِ، وَلاَ إِنْ قَامَ وَاحِدٌ مِنَ الأَمْوَاتِ يُصَدِّقُونَ.
εἶπεν ; δὲ αὐτῷ· εἰ οὐκ ἀκούουσιν, Μωϋσέως καὶ ; τῶν ; προφητῶν οὐδὲ ἐάν ἀναστῇ τις ἐκ νεκρῶν πεισθήσονται.¶
لوقا 17: 1
Luk.17.1
وَقَالَ لِتَلاَمِيذِهِ: لاَ يُمْكِنُ إِلاَّ أَنْ تَأْتِيَ الْعَثَرَاتُ، وَلكِنْ وَيْلٌ لِلَّذِي تَأْتِي بِوَاسِطَتِهِ.
Εἶπεν ; δὲ πρὸς ; τοὺς ; μαθητὰς ; αὐτοῦ· ἀνένδεκτόν ; ἐστιν τοῦ ; μὴ ἐλθεῖν, τὰ ; σκάνδαλα δὲ οὐαὶ ἔρχεται. δι᾽ ; οὗ
لوقا 17: 2
Luk.17.2
خَيْرٌ لَهُ لَوْ طُوِّقَ عُنُقُهُ بِحَجَرِ رَحىً وَطُرِحَ فِي الْبَحْرِ، مِنْ أَنْ يُعْثِرَ أَحَدَ هؤُلاَءِ الصِّغَارِ.
λυσιτελεῖ αὐτῷ εἰ περίκειται περὶ ; τὸν ; τράχηλον ; αὐτοῦ λίθος μυλικὸς καὶ ; ἔρριπται εἰς τὴν ; θάλασσαν ἢ ἵνα σκανδαλίσῃ ἕνα. τούτων τῶν ; μικρῶν
لوقا 17: 2
Luk.17.2
خَيْرٌ لَهُ لَوْ طُوِّقَ عُنُقُهُ بِحَجَرِ رَحىً وَطُرِحَ فِي الْبَحْرِ، مِنْ أَنْ يُعْثِرَ أَحَدَ هؤُلاَءِ الصِّغَارِ.
λυσιτελεῖ αὐτῷ εἰ περίκειται περὶ ; τὸν ; τράχηλον ; αὐτοῦ λίθος μυλικὸς καὶ ; ἔρριπται εἰς τὴν ; θάλασσαν ἢ ἵνα σκανδαλίσῃ ἕνα. τούτων τῶν ; μικρῶν
لوقا 17: 3
Luk.17.3
اِحْتَرِزُوا لأَنْفُسِكُمْ. وَإِنْ أَخْطَأَ إِلَيْكَ أَخُوكَ فَوَبِّخْهُ، وَإِنْ تَابَ فَاغْفِرْ لَهُ.
προσέχετε ἑαυτοῖς. ἐὰν ; δὲ ἁμάρτῃ εἰς ; σὲ ὁ ; ἀδελφός ; σου, ἐπιτίμησον ; αὐτῷ· καὶ ; ἐὰν μετανοήσῃ, ἄφες αὐτῷ.
لوقا 17: 3
Luk.17.3
اِحْتَرِزُوا لأَنْفُسِكُمْ. وَإِنْ أَخْطَأَ إِلَيْكَ أَخُوكَ فَوَبِّخْهُ، وَإِنْ تَابَ فَاغْفِرْ لَهُ.
προσέχετε ἑαυτοῖς. ἐὰν ; δὲ ἁμάρτῃ εἰς ; σὲ ὁ ; ἀδελφός ; σου, ἐπιτίμησον ; αὐτῷ· καὶ ; ἐὰν μετανοήσῃ, ἄφες αὐτῷ.
لوقا 17: 4
Luk.17.4
وَإِنْ أَخْطَأَ إِلَيْكَ سَبْعَ مَرَّاتٍ فِي الْيَوْمِ، وَرَجَعَ إِلَيْكَ سَبْعَ مَرَّاتٍ فِي الْيَوْمِ قَائِلاً: أَنَا تَائِبٌ، فَاغْفِرْ لَهُ.
καὶ ; ἐὰν ἁμάρτῃ εἰς ; σὲ ἑπτάκις τῆς ἡμέρας καὶ ; ἐπιστρέψῃ ἐπὶ; σὲ ἑπτάκις τῆς ἡμέρας λέγων· μετανοῶ, ἀφήσεις αὐτῷ.¶
لوقا 17: 7
Luk.17.7
وَمَنْ مِنْكُمْ لَهُ عَبْدٌ يَحْرُثُ أَوْ يَرْعَى، يَقُولُ لَهُ إِذَا دَخَلَ مِنَ الْحَقْلِ: تَقَدَّمْ سَرِيعًا وَاتَّكِئْ.
Τίς ; δὲ ἐξ ; ὑμῶν ἔχων δοῦλον ἀροτριῶντα ἢ ποιμαίνοντα, ἐρεῖ αὐτῷ· εἰσελθόντι ἐκ τοῦ ; ἀγροῦ παρελθὼν εὐθέως ἀνάπεσαι
لوقا 17: 8
Luk.17.8
بَلْ أَلاَ يَقُولُ لَهُ: أَعْدِدْ مَا أَتَعَشَّى بِهِ، وَتَمَنْطَقْ وَاخْدِمْنِي حَتَّى آكُلَ وَأَشْرَبَ، وَبَعْدَ ذلِكَ تَأْكُلُ وَتَشْرَبُ أَنْتَ.
ἀλλ᾽ οὐχὶ ἐρεῖ αὐτῷ· ἑτοίμασον τί δειπνήσω, καὶ ; περιζωσάμενος διακόνει ; μοι ἕως φάγω καὶ ; πίω, καὶ ; μετὰ ταῦτα φάγεσαι καὶ ; πίεσαι σύ;
لوقا 17: 9
Luk.17.9
فَهَلْ لِذلِكَ الْعَبْدِ فَضْلٌ لأَنَّهُ فَعَلَ مَا أُمِرَ بِهِ. لاَ أَظُنُّ.
μὴ ἔχει τῷ ; δούλῳ χάριν ὅτι ἐποίησεν τὰ ; διαταχθέντα αὐτῷ οὐ δοκῶ;
لوقا 17: 11
Luk.17.11
وَفِي ذَهَابِهِ إِلَى أُورُشَلِيمَ اجْتَازَ فِي وَسْطِ السَّامِرَةِ وَالْجَلِيلِ.
Καὶ ; ἐγένετο ; ἐν τῷ ; πορεύεσθαι ; αὐτὸν εἰς Ἰερουσαλὴμ καὶ ; αὐτὸς ; διήρχετο διὰ μέσου Σαμαρείας καὶ ; Γαλιλαίας.
لوقا 17: 12
Luk.17.12
وَفِيمَا هُوَ دَاخِلٌ إِلَى قَرْيَةٍ اسْتَقْبَلَهُ عَشَرَةُ رِجَال بُرْصٍ، فَوَقَفُوا مِنْ بَعِيدٍ
καὶ ; εἰσερχομένου ; αὐτοῦ εἴς τινα ; κώμην ἀπήντησαν ; αὐτῷ δέκα ἄνδρες, λεπροὶ οἳ ; ἔστησαν πόρρωθεν.
لوقا 17: 12
Luk.17.12
وَفِيمَا هُوَ دَاخِلٌ إِلَى قَرْيَةٍ اسْتَقْبَلَهُ عَشَرَةُ رِجَال بُرْصٍ، فَوَقَفُوا مِنْ بَعِيدٍ
καὶ ; εἰσερχομένου ; αὐτοῦ εἴς τινα ; κώμην ἀπήντησαν ; αὐτῷ δέκα ἄνδρες, λεπροὶ οἳ ; ἔστησαν πόρρωθεν.
لوقا 17: 14
Luk.17.14
فَنَظَرَ وَقَالَ لَهُمُ: اذْهَبُوا وَأَرُوا أَنْفُسَكُمْ لِلْكَهَنَةِ. وَفِيمَا هُمْ مُنْطَلِقُونَ طَهَرُوا.
Καὶ ; ἰδὼν εἶπεν αὐτοῖς· πορευθέντες ἐπιδείξατε ἑαυτοὺς τοῖς ; ἱερεῦσιν. καὶ ; ἐγένετο ; ἐν τῷ ; ὑπάγειν ; αὐτούς, ἐκαθαρίσθησαν.
لوقا 17: 14
Luk.17.14
فَنَظَرَ وَقَالَ لَهُمُ: اذْهَبُوا وَأَرُوا أَنْفُسَكُمْ لِلْكَهَنَةِ. وَفِيمَا هُمْ مُنْطَلِقُونَ طَهَرُوا.
Καὶ ; ἰδὼν εἶπεν αὐτοῖς· πορευθέντες ἐπιδείξατε ἑαυτοὺς τοῖς ; ἱερεῦσιν. καὶ ; ἐγένετο ; ἐν τῷ ; ὑπάγειν ; αὐτούς, ἐκαθαρίσθησαν.
لوقا 17: 15
Luk.17.15
فَوَاحِدٌ مِنْهُمْ لَمَّا رَأَى أَنَّهُ شُفِيَ، رَجَعَ يُمَجِّدُ اللهَ بِصَوْتٍ عَظِيمٍ،
εἷς ; δὲ ἐξ ; αὐτῶν ἰδὼν ὅτι ἰάθη, ὑπέστρεψεν δοξάζων τὸν ; θεόν. μετὰ ; φωνῆς μεγάλης
لوقا 17: 16
Luk.17.16
وَخَرَّ عَلَى وَجْهِهِ عِنْدَ رِجْلَيْهِ شَاكِرًا لَهُ، وَكَانَ سَامِرِيًّا.
καὶ ; ἔπεσεν ἐπὶ πρόσωπον παρὰ τοὺς ; πόδας ; αὐτοῦ εὐχαριστῶν αὐτῷ· καὶ ; αὐτὸς ἦν ; Σαμαρίτης.¶
لوقا 17: 16
Luk.17.16
وَخَرَّ عَلَى وَجْهِهِ عِنْدَ رِجْلَيْهِ شَاكِرًا لَهُ، وَكَانَ سَامِرِيًّا.
καὶ ; ἔπεσεν ἐπὶ πρόσωπον παρὰ τοὺς ; πόδας ; αὐτοῦ εὐχαριστῶν αὐτῷ· καὶ ; αὐτὸς ἦν ; Σαμαρίτης.¶
لوقا 17: 16
Luk.17.16
وَخَرَّ عَلَى وَجْهِهِ عِنْدَ رِجْلَيْهِ شَاكِرًا لَهُ، وَكَانَ سَامِرِيًّا.
καὶ ; ἔπεσεν ἐπὶ πρόσωπον παρὰ τοὺς ; πόδας ; αὐτοῦ εὐχαριστῶν αὐτῷ· καὶ ; αὐτὸς ἦν ; Σαμαρίτης.¶
لوقا 17: 19
Luk.17.19
ثُمَّ قَالَ لَهُ: قُمْ وَامْضِ، إِيمَانُكَ خَلَّصَكَ.
καὶ εἶπεν αὐτῷ· ἀναστὰς πορεύου· ἡ ; πίστις ; σου σέσωκέν ; σε.¶
لوقا 17: 20
Luk.17.20
وَلَمَّا سَأَلَهُ الْفَرِّيسِيُّونَ: مَتَى يَأْتِي مَلَكُوتُ اللهِ. أَجَابَهُمْ وَقَالَ: لاَ يَأْتِي مَلَكُوتُ اللهِ بِمُرَاقَبَةٍ،
δὲ Ἐπερωτηθεὶς ὑπὸ ; τῶν ; Φαρισαίων πότε ἔρχεται ἡ ; βασιλεία τοῦ ; θεοῦ, ἀπεκρίθη ; αὐτοῖς καὶ ; εἶπεν· οὐκ ἔρχεται ἡ ; βασιλεία τοῦ ; θεοῦ μετὰ ; παρατηρήσεως,
لوقا 17: 31
Luk.17.31
فِي ذلِكَ الْيَوْمِ مَنْ كَانَ عَلَى السَّطْحِ وَأَمْتِعَتُهُ فِي الْبَيْتِ فَلاَ يَنْزِلْ لِيَأْخُذَهَا، وَالَّذِي فِي الْحَقْلِ كَذلِكَ لاَ يَرْجعْ إِلَى الْوَرَاءِ.
ἐν ἐκείνῃ τῇ ; ἡμέρᾳ ὃς ἔσται ἐπὶ τοῦ ; δώματος καὶ ; τὰ ; σκεύη ; αὐτοῦ ἐν τῇ ; οἰκίᾳ, μὴ καταβάτω ἆραι ; αὐτά· καὶ ; ὁ ἐν τῷ ; ἀγρῷ ὁμοίως μὴ ἐπιστρεψάτω εἰς τὰ ; ὀπίσω.
لوقا 17: 31
Luk.17.31
فِي ذلِكَ الْيَوْمِ مَنْ كَانَ عَلَى السَّطْحِ وَأَمْتِعَتُهُ فِي الْبَيْتِ فَلاَ يَنْزِلْ لِيَأْخُذَهَا، وَالَّذِي فِي الْحَقْلِ كَذلِكَ لاَ يَرْجعْ إِلَى الْوَرَاءِ.
ἐν ἐκείνῃ τῇ ; ἡμέρᾳ ὃς ἔσται ἐπὶ τοῦ ; δώματος καὶ ; τὰ ; σκεύη ; αὐτοῦ ἐν τῇ ; οἰκίᾳ, μὴ καταβάτω ἆραι ; αὐτά· καὶ ; ὁ ἐν τῷ ; ἀγρῷ ὁμοίως μὴ ἐπιστρεψάτω εἰς τὰ ; ὀπίσω.