المعنى المختصر للكلمة
autós:
the reflexive pronoun self, used
(alone or in the comparative ) of the third person , and (with the
proper personal pronoun) of the other persons
اللفظ الأصلي
αὐτός
نوع الكلمة
اسم
طريقة النطق
autós
(ow-tos)
تكرار الورود في الكتاب
5246
مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل
the reflexive pronoun self, used (alone or in the comparative ) of the third person , and (with the proper personal pronoun) of the other persons
الإنجليزية — KJV Translation Tags
her
it(-self)
one
the other
(mine) own
said
(self-)
the) same
((him-, my-, thy-
)self, (your-)selves, she, that, their(-s), them(-selves), there(-at,
- by, -in, -into, -of, -on, -with), they, (these) things, this (man),
those, together, very, which
أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك
أشكال الكلمة في النص الأصلي:
αὐτῷ (284×)
αὐτῷ· (187×)
αὐτοῖς· (187×)
αὐτοῖς (155×)
αὐτὸν (99×)
αὐτὸς (83×)
αὐτοῦ (62×)
πρὸς ; αὐτὸν (54×)
شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (5246 آية)
شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
لوقا 19: 27
Luk.19.27
أَمَّا أَعْدَائِي، أُولئِكَ الَّذِينَ لَمْ يُرِيدُوا أَنْ أَمْلِكَ عَلَيْهِمْ، فَأْتُوا إِلَى هُنَا وَاذْبَحُوهُمْ قُدَّامِي.
Πλὴν τοὺς ; ἐχθρούς ; μου τοὺς μὴ θελήσαντάς με ; βασιλεῦσαι ἐπ᾽ ; αὐτοὺς ἀγάγετε ὧδε κατασφάξατε ; αὐτοὺς ἔμπροσθέν ; μου.¶
لوقا 19: 27
Luk.19.27
أَمَّا أَعْدَائِي، أُولئِكَ الَّذِينَ لَمْ يُرِيدُوا أَنْ أَمْلِكَ عَلَيْهِمْ، فَأْتُوا إِلَى هُنَا وَاذْبَحُوهُمْ قُدَّامِي.
Πλὴν τοὺς ; ἐχθρούς ; μου τοὺς μὴ θελήσαντάς με ; βασιλεῦσαι ἐπ᾽ ; αὐτοὺς ἀγάγετε ὧδε κατασφάξατε ; αὐτοὺς ἔμπροσθέν ; μου.¶
لوقا 19: 29
Luk.19.29
وَإِذْ قَرُبَ مِنْ بَيْتِ فَاجِي وَبَيْتِ عَنْيَا، عِنْدَ الْجَبَلِ الَّذِي يُدْعَى جَبَلَ الزَّيْتُونِ، أَرْسَلَ اثْنَيْنِ مِنْ تَلاَمِيذِهِ
καὶ ; ἐγένετο ; ὡς ἤγγισεν εἰς Βηθφαγὴ καὶ ; Βηθανίαν πρὸς τὸ ; ὄρος τὸ καλούμενον Ἐλαιῶν ἀπέστειλεν δύο τῶν μαθητῶν ; αὐτοῦ
لوقا 19: 30
Luk.19.30
قَائِلاً: اِذْهَبَا إِلَى الْقَرْيَةِ الَّتِي أَمَامَكُمَا، وَحِينَ تَدْخُلاَنِهَا تَجِدَانِ جَحْشًا مَرْبُوطًا لَمْ يَجْلِسْ عَلَيْهِ مِنَ النَّاسِ قَطُّ. فَحُّلاَهُ وَأْتِيَا بِهِ.
εἰπών ὑπάγετε εἰς τὴν ; κώμην, κατέναντι ἐν ; ᾗ εἰσπορευόμενοι εὑρήσετε πῶλον δεδεμένον οὐδεὶς ἐκάθισεν· ἐφ᾽ ; ὃν ἀνθρώπων πώποτε λύσαντες ; αὐτὸν ἀγάγετε.
لوقا 19: 31
Luk.19.31
وَإِنْ سَأَلَكُمَا أَحَدٌ: لِمَاذَا تَحُّلاَنِهِ. فَقُولاَ لَهُ هكَذَا: إِنَّ الرَّبَّ مُحْتَاجٌ إِلَيْهِ.
καὶ ; ἐάν ὑμᾶς ; ἐρωτᾷ· τις διὰ ; τί λύετε; ἐρεῖτε αὐτῷ· οὕτως ὅτι ὁ ; κύριος χρείαν ; ἔχει.¶ αὐτοῦ
لوقا 19: 31
Luk.19.31
وَإِنْ سَأَلَكُمَا أَحَدٌ: لِمَاذَا تَحُّلاَنِهِ. فَقُولاَ لَهُ هكَذَا: إِنَّ الرَّبَّ مُحْتَاجٌ إِلَيْهِ.
καὶ ; ἐάν ὑμᾶς ; ἐρωτᾷ· τις διὰ ; τί λύετε; ἐρεῖτε αὐτῷ· οὕτως ὅτι ὁ ; κύριος χρείαν ; ἔχει.¶ αὐτοῦ
لوقا 19: 32
Luk.19.32
فَمَضَى الْمُرْسَلاَنِ وَوَجَدَا كَمَا قَالَ لَهُمَا.
Ἀπελθόντες ; δὲ οἱ ; ἀπεσταλμένοι εὗρον καθὼς εἶπεν αὐτοῖς.
لوقا 19: 33
Luk.19.33
وَفِيمَا هُمَا يَحُّلاَنِ الْجَحْشَ قَالَ لَهُمَا أَصْحَابُهُ: لِمَاذَا تَحُّلاَنِ الْجَحْشَ.
δὲ αὐτῶν λυόντων τὸν ; πῶλον εἶπαν πρὸς ; αὐτούς· οἱ ; κύριοι ; αὐτοῦ τί λύετε τὸν ; πῶλον;
لوقا 19: 33
Luk.19.33
وَفِيمَا هُمَا يَحُّلاَنِ الْجَحْشَ قَالَ لَهُمَا أَصْحَابُهُ: لِمَاذَا تَحُّلاَنِ الْجَحْشَ.
δὲ αὐτῶν λυόντων τὸν ; πῶλον εἶπαν πρὸς ; αὐτούς· οἱ ; κύριοι ; αὐτοῦ τί λύετε τὸν ; πῶλον;
لوقا 19: 33
Luk.19.33
وَفِيمَا هُمَا يَحُّلاَنِ الْجَحْشَ قَالَ لَهُمَا أَصْحَابُهُ: لِمَاذَا تَحُّلاَنِ الْجَحْشَ.
δὲ αὐτῶν λυόντων τὸν ; πῶλον εἶπαν πρὸς ; αὐτούς· οἱ ; κύριοι ; αὐτοῦ τί λύετε τὸν ; πῶλον;
لوقا 19: 34
Luk.19.34
فَقَالاَ: الرَّبُّ مُحْتَاجٌ إِلَيْهِ.
οἱ ; δὲ ; εἶπαν· ὁ ; κύριος χρείαν ; ἔχει. αὐτοῦ
لوقا 19: 35
Luk.19.35
وَأَتَيَا بِهِ إِلَى يَسُوعَ، وَطَرَحَا ثِيَابَهُمَا عَلَى الْجَحْشِ، وَأَرْكَبَا يَسُوعَ.
καὶ ; ἤγαγον αὐτὸν πρὸς τὸν ; Ἰησοῦν, καὶ ; ἐπιρίψαντες ἑαυτῶν; τὰ ; ἱμάτια ἐπὶ τὸν ; πῶλον ἐπεβίβασαν τὸν ; Ἰησοῦν.
لوقا 19: 36
Luk.19.36
وَفِيمَا هُوَ سَائِرٌ فَرَشُوا ثِيَابَهُمْ فِي الطَّرِيقِ.
δὲ αὐτοῦ πορευομένου ὑπεστρώννυον τὰ ; ἱμάτια ; αὐτῶν ἐν τῇ ; ὁδῷ.¶
لوقا 19: 36
Luk.19.36
وَفِيمَا هُوَ سَائِرٌ فَرَشُوا ثِيَابَهُمْ فِي الطَّرِيقِ.
δὲ αὐτοῦ πορευομένου ὑπεστρώννυον τὰ ; ἱμάτια ; αὐτῶν ἐν τῇ ; ὁδῷ.¶
لوقا 19: 39
Luk.19.39
وَأَمَّا بَعْضُ الْفَرِّيسِيِّينَ مِنَ الْجَمْعِ فَقَالُوا لَهُ: يَا مُعَلِّمُ، انْتَهِرْ تَلاَمِيذَكَ..
καί τινες τῶν ; Φαρισαίων ἀπὸ τοῦ ; ὄχλου εἶπαν πρὸς ; αὐτόν· διδάσκαλε, ἐπιτίμησον τοῖς ; μαθηταῖς ; σου.
لوقا 19: 40
Luk.19.40
فَأَجَابَ وَقَالَ لَهُمْ: أَقُولُ لَكُمْ: إِنَّهُ إِنْ سَكَتَ هؤُلاَءِ فَالْحِجَارَةُ تَصْرُخُ..
καὶ ; ἀποκριθεὶς εἶπεν αὐτοῖς· λέγω ὑμῖν ὅτι ἐὰν σιωπήσωσιν οὗτοι οἱ ; λίθοι κεκράξονται
لوقا 19: 41
Luk.19.41
وَفِيمَا هُوَ يَقْتَرِبُ نَظَرَ إِلَى الْمَدِينَةِ وَبَكَى عَلَيْهَا
Καὶ ; ὡς ἤγγισεν, ἰδὼν τὴν ; πόλιν ἔκλαυσεν ἐπ᾽ ; αὐτῇ
لوقا 19: 45
Luk.19.45
وَلَمَّا دَخَلَ الْهَيْكَلَ ابْتَدَأَ يُخْرِجُ الَّذِينَ كَانُوا يَبِيعُونَ وَيَشْتَرُونَ فِيهِ
Καὶ εἰσελθὼν εἰς ; τὸ ; ἱερὸν ἤρξατο ἐκβάλλειν τοὺς πωλοῦντας καὶ ; ἀγοράζοντας ἐν ; αὐτῷ
لوقا 19: 46
Luk.19.46
قَائِلاً لَهُمْ: مَكْتُوبٌ: إِنَّ بَيْتِي بَيْتُ الصَّلاَةِ. وَأَنْتُمْ جَعَلْتُمُوهُ مَغَارَةَ لُصُوصٍ..
λέγων αὐτοῖς· γέγραπται, ὁ ; οἶκός ; μου ἐστίν; οἶκος προσευχῆς· ὑμεῖς ; δὲ αὐτὸν ; ἐποιήσατε σπήλαιον λῃστῶν.
لوقا 19: 47
Luk.19.47
وَكَانَ يُعَلِّمُ كُلَّ يَوْمٍ فِي الْهَيْكَلِ، وَكَانَ رُؤَسَاءُ الْكَهَنَةِ وَالْكَتَبَةُ مَعَ وُجُوهِ الشَّعْبِ يَطْلُبُونَ أَنْ يُهْلِكُوهُ،
καὶ ; ἦν διδάσκων καθ᾽ τὸ ; ἡμέραν ἐν ἱερῷ· ; τῷ δὲ οἱ ; ἀρχιερεῖς καὶ ; οἱ ; γραμματεῖς καὶ οἱ ; πρῶτοι λαοῦ, ; τοῦ ἐζήτουν ἀπολέσαι ; αὐτὸν
لوقا 19: 48
Luk.19.48
وَلَمْ يَجِدُوا مَا يَفْعَلُونَ، لأَنَّ الشَّعْبَ كُلَّهُ كَانَ مُتَعَلِّقًا بِهِ يَسْمَعُ مِنْهُ.
καὶ ; οὐχ εὕρισκον τὸ ; τί ; ποιήσωσιν· γὰρ ὁ ; λαὸς ἅπας ἐξεκρέματο ἀκούων.¶ αὐτοῦ
لوقا 20: 1
Luk.20.1
وَفِي أَحَدِ تِلْكَ الأَيَّامِ إِذْ كَانَ يُعَلِّمُ الشَّعْبَ فِي الْهَيْكَلِ وَيُبَشِّرُ، وَقَفَ رُؤَسَاءُ الْكَهَنَةِ وَالْكَتَبَةُ مَعَ الشُّيُوخِ،
Καὶ ; ἐγένετο ; ἐν μιᾷ ἐκείνων τῶν ; ἡμερῶν διδάσκοντος ; αὐτοῦ τὸν ; λαὸν ἐν τῷ ; ἱερῷ καὶ ; εὐαγγελιζομένου ἐπέστησαν οἱ ; ἀρχιερεῖς καὶ ; οἱ ; γραμματεῖς σὺν τοῖς ; πρεσβυτέροις
لوقا 20: 2
Luk.20.2
وَكَلَّمُوُه قَائِلِينَ: قُلْ لَنَا: بِأَيِّ سُلْطَانٍ تَفْعَلُ هذَا. أَوْ مَنْ هُوَ الَّذِي أَعْطَاكَ هذَا السُّلْطَانَ.
καὶ ; εἶπαν ; πρὸς ; αὐτόν· λέγοντες εἰπὸν ἡμῖν ἐν ; ποίᾳ ἐξουσίᾳ ποιεῖς ταῦτα ἢ τίς ἐστιν ὁ δούς ; σοι ταύτην;¶ τὴν ; ἐξουσίαν
لوقا 20: 3
Luk.20.3
فَأَجَابَ وَقَالَ لَهُمْ: وَأَنَا أَيْضًا أَسْأَلُكُمْ كَلِمَةً وَاحِدَةً، فَقُولُوا لِي:
Ἀποκριθεὶς ; δὲ εἶπεν πρὸς ; αὐτούς· κἀγὼ ἐρωτήσω ; ὑμᾶς λόγον, ἕνα καὶ ; εἴπατέ μοι·
لوقا 20: 5
Luk.20.5
فَتَآمَرُوا فِيمَا بَيْنَهُمْ قَائِلِينَ: إِنْ قُلْنَا: مِنَ السَّمَاءِ، يَقُولُ: فَلِمَاذَا لَمْ تُؤْمِنُوا بِهِ.
οἱ ; δὲ ; συνελογίσαντο πρὸς ἑαυτοὺς λέγοντες ὅτι ; ἐὰν εἴπωμεν· ἐξ οὐρανοῦ, ἐρεῖ· διὰ ; τί ; οὖν οὐκ ἐπιστεύσατε αὐτῷ;
لوقا 20: 8
Luk.20.8
فَقَالَ لَهُمْ يَسُوعُ: وَلاَ أَنَا أَقُولُ لَكُمْ بِأَيِّ سُلْطَانٍ أَفْعَلُ هذَا.
καὶ ; εἶπεν αὐτοῖς· ὁ ; Ἰησοῦς οὐδὲ ἐγὼ λέγω ὑμῖν ἐν ; ποίᾳ ἐξουσίᾳ ποιῶ.¶ ταῦτα
لوقا 20: 9
Luk.20.9
وَابْتَدَأَ يَقُولُ لِلشَّعْبِ هذَا الْمَثَلَ: إِنْسَانٌ غَرَسَ كَرْمًا وَسَلَّمَهُ إِلَى كَرَّامِينَ وَسَافَرَ زَمَانًا طَوِيلاً.
Ἤρξατο ; δὲ λέγειν πρὸς ; τὸν ; λαὸν ταύτην· τὴν ; παραβολὴν ἄνθρωπός ; τις ἐφύτευσεν ἀμπελῶνα καὶ ; ἐξέδετο ; αὐτὸν γεωργοῖς καὶ ; ἀπεδήμησεν χρόνους ἱκανούς.
لوقا 20: 10
Luk.20.10
وَفِي الْوَقْتِ أَرْسَلَ إِلَى الْكَرَّامِينَ عَبْدًا لِكَيْ يُعْطُوهُ مِنْ ثَمَرِ الْكَرْمِ، فَجَلَدَهُ الْكَرَّامُونَ، وَأَرْسَلُوهُ فَارِغًا.
καὶ ; ἐν καιρῷ ἀπέστειλεν πρὸς τοὺς ; γεωργοὺς δοῦλον ἵνα δῶσιν; αὐτῷ· ἀπὸ τοῦ ; καρποῦ τοῦ ; ἀμπελῶνος δὲ ; αὐτὸν ; δείραντες οἱ ; γεωργοὶ ἐξαπέστειλαν ; αὐτὸν κενόν.
لوقا 20: 10
Luk.20.10
وَفِي الْوَقْتِ أَرْسَلَ إِلَى الْكَرَّامِينَ عَبْدًا لِكَيْ يُعْطُوهُ مِنْ ثَمَرِ الْكَرْمِ، فَجَلَدَهُ الْكَرَّامُونَ، وَأَرْسَلُوهُ فَارِغًا.
καὶ ; ἐν καιρῷ ἀπέστειλεν πρὸς τοὺς ; γεωργοὺς δοῦλον ἵνα δῶσιν; αὐτῷ· ἀπὸ τοῦ ; καρποῦ τοῦ ; ἀμπελῶνος δὲ ; αὐτὸν ; δείραντες οἱ ; γεωργοὶ ἐξαπέστειλαν ; αὐτὸν κενόν.
لوقا 20: 14
Luk.20.14
فَلَمَّا رَآهُ الْكَرَّامُونَ تَآمَرُوا فِيمَا بَيْنَهُمْ قَائِلِينَ: هذَا هُوَ الْوَارِثُ. هَلُمُّوا نَقْتُلْهُ لِكَيْ يَصِيرَ لَنَا الْمِيرَاثُ.
δὲ ἰδόντες ; αὐτὸν οἱ ; γεωργοὶ διελογίζοντο πρὸς ἑαυτούς λέγοντες· οὗτός ἐστιν ὁ ; κληρονόμος· δεῦτε ἀποκτείνωμεν ; αὐτὸν ἵνα γένηται ἡμῶν ἡ ; κληρονομία.