المعنى المختصر للكلمة
autós:
the reflexive pronoun self, used
(alone or in the comparative ) of the third person , and (with the
proper personal pronoun) of the other persons
اللفظ الأصلي
αὐτός
نوع الكلمة
اسم
طريقة النطق
autós
(ow-tos)
تكرار الورود في الكتاب
5246
مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل
the reflexive pronoun self, used (alone or in the comparative ) of the third person , and (with the proper personal pronoun) of the other persons
الإنجليزية — KJV Translation Tags
her
it(-self)
one
the other
(mine) own
said
(self-)
the) same
((him-, my-, thy-
)self, (your-)selves, she, that, their(-s), them(-selves), there(-at,
- by, -in, -into, -of, -on, -with), they, (these) things, this (man),
those, together, very, which
أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك
أشكال الكلمة في النص الأصلي:
αὐτῷ (284×)
αὐτῷ· (187×)
αὐτοῖς· (187×)
αὐτοῖς (155×)
αὐτὸν (99×)
αὐτὸς (83×)
αὐτοῦ (62×)
πρὸς ; αὐτὸν (54×)
شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (5246 آية)
شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
كولوسي 1: 16
Col.1.16
فَإِنَّهُ فِيهِ خُلِقَ الْكُلُّ: مَا في السَّمَاوَاتِ وَمَا عَلَى الأَرْضِ، مَا يُرَى وَمَا لاَ يُرَى، سَوَاءٌ كَانَ عُرُوشًا أَمْ سِيَادَاتٍ أَمْ رِيَاسَاتٍ أَمْ سَلاَطِينَ. الْكُلُّ بِهِ وَلَهُ قَدْ خُلِقَ.
ὅτι ἐν ; αὐτῷ ἐκτίσθη τὰ ; πάντα τὰ ἐν τοῖς ; οὐρανοῖς καὶ τὰ ; ἐπὶ τῆς ; γῆς, τὰ ; ὁρατὰ καὶ τὰ ; ἀόρατα, εἴτε θρόνοι εἴτε κυριότητες εἴτε ἀρχαὶ εἴτε ἐξουσίαι· τὰ ; πάντα δι᾽ ; αὐτοῦ καὶ ; εἰς ; αὐτὸν ἔκτισται,
كولوسي 1: 17
Col.1.17
الَّذِي هُوَ قَبْلَ كُلِّ شَيْءٍ، وَفِيهِ يَقُومُ الْكُلُّ
αὐτός ἐστιν πρὸ πάντων, καὶ ; ἐν ; αὐτῷ συνέστηκεν, τὰ ; πάντα
كولوسي 1: 17
Col.1.17
الَّذِي هُوَ قَبْلَ كُلِّ شَيْءٍ، وَفِيهِ يَقُومُ الْكُلُّ
αὐτός ἐστιν πρὸ πάντων, καὶ ; ἐν ; αὐτῷ συνέστηκεν, τὰ ; πάντα
كولوسي 1: 18
Col.1.18
وَهُوَ رَأْسُ الْجَسَدِ: الْكَنِيسَةِ. الَّذِي هُوَ الْبَدَاءَةُ، بِكْرٌ مِنَ الأَمْوَاتِ، لِكَيْ يَكُونَ هُوَ مُتَقَدِّمًا فِي كُلِّ شَيْءٍ.
καὶ ; αὐτός ; ἐστιν ἡ ; κεφαλὴ τοῦ ; σώματος τῆς ; ἐκκλησίας· ὅς ἐστιν ἡ ; ἀρχή, πρωτότοκος ἐκ νεκρῶν, ἵνα γένηται αὐτὸς πρωτεύων· ἐν πᾶσιν
كولوسي 1: 19
Col.1.19
لأَنَّهُ فِيهِ سُرَّ أَنْ يَحِلَّ كُلُّ الْمِلْءِ،
ὅτι ἐν ; αὐτῷ εὐδόκησεν κατοικῆσαι πᾶν ; τὸ ; πλήρωμα
كولوسي 1: 20
Col.1.20
وَأَنْ يُصَالِحَ بِهِ الْكُلَّ لِنَفْسِهِ، عَامِلاً الصُّلْحَ بِدَمِ صَلِيبِهِ، بِوَاسِطَتِهِ، سَوَاءٌ كَانَ مَا عَلَى الأَرْضِ، أَمْ مَا فِي السَّمَاوَاتِ.
καὶ ἀποκαταλλάξαι δι᾽ ; αὐτοῦ τὰ ; πάντα εἰς ; αὐτόν, εἰρηνοποιήσας διὰ ; τοῦ ; αἵματος τοῦ ; σταυροῦ ; αὐτοῦ, δι᾽ ; αὐτοῦ εἴτε τὰ ἐπὶ τῆς ; γῆς εἴτε τὰ ἐν τοῖς ; οὐρανοῖς·
كولوسي 1: 20
Col.1.20
وَأَنْ يُصَالِحَ بِهِ الْكُلَّ لِنَفْسِهِ، عَامِلاً الصُّلْحَ بِدَمِ صَلِيبِهِ، بِوَاسِطَتِهِ، سَوَاءٌ كَانَ مَا عَلَى الأَرْضِ، أَمْ مَا فِي السَّمَاوَاتِ.
καὶ ἀποκαταλλάξαι δι᾽ ; αὐτοῦ τὰ ; πάντα εἰς ; αὐτόν, εἰρηνοποιήσας διὰ ; τοῦ ; αἵματος τοῦ ; σταυροῦ ; αὐτοῦ, δι᾽ ; αὐτοῦ εἴτε τὰ ἐπὶ τῆς ; γῆς εἴτε τὰ ἐν τοῖς ; οὐρανοῖς·
كولوسي 1: 20
Col.1.20
وَأَنْ يُصَالِحَ بِهِ الْكُلَّ لِنَفْسِهِ، عَامِلاً الصُّلْحَ بِدَمِ صَلِيبِهِ، بِوَاسِطَتِهِ، سَوَاءٌ كَانَ مَا عَلَى الأَرْضِ، أَمْ مَا فِي السَّمَاوَاتِ.
καὶ ἀποκαταλλάξαι δι᾽ ; αὐτοῦ τὰ ; πάντα εἰς ; αὐτόν, εἰρηνοποιήσας διὰ ; τοῦ ; αἵματος τοῦ ; σταυροῦ ; αὐτοῦ, δι᾽ ; αὐτοῦ εἴτε τὰ ἐπὶ τῆς ; γῆς εἴτε τὰ ἐν τοῖς ; οὐρανοῖς·
كولوسي 1: 20
Col.1.20
وَأَنْ يُصَالِحَ بِهِ الْكُلَّ لِنَفْسِهِ، عَامِلاً الصُّلْحَ بِدَمِ صَلِيبِهِ، بِوَاسِطَتِهِ، سَوَاءٌ كَانَ مَا عَلَى الأَرْضِ، أَمْ مَا فِي السَّمَاوَاتِ.
καὶ ἀποκαταλλάξαι δι᾽ ; αὐτοῦ τὰ ; πάντα εἰς ; αὐτόν, εἰρηνοποιήσας διὰ ; τοῦ ; αἵματος τοῦ ; σταυροῦ ; αὐτοῦ, δι᾽ ; αὐτοῦ εἴτε τὰ ἐπὶ τῆς ; γῆς εἴτε τὰ ἐν τοῖς ; οὐρανοῖς·
كولوسي 1: 22
Col.1.22
فِي جِسْمِ بَشَرِيَّتِهِ بِالْمَوْتِ، لِيُحْضِرَكُمْ قِدِّيسِينَ وَبِلاَ لَوْمٍ وَلاَ شَكْوَى أَمَامَهُ،
ἐν τῷ ; σώματι τῆς ; σαρκὸς διὰ ; τοῦ ; θανάτου παραστῆσαι ; ὑμᾶς ἁγίους καὶ ; ἀμώμους καὶ ; ἀνεγκλήτους κατενώπιον ; αὐτοῦ.¶
كولوسي 1: 24
Col.1.24
الَّذِي الآنَ أَفْرَحُ فِي آلاَمِي لأَجْلِكُمْ، وَأُكَمِّلُ نَقَائِصَ شَدَائِدِ الْمَسِيحِ فِي جِسْمِي لأَجْلِ جَسَدِهِ، الَّذِي هُوَ الْكَنِيسَةُ،
Νῦν χαίρω ἐν τοῖς ; παθήμασιν ; μου ὑπὲρ ; ὑμῶν καὶ ; ἀνταναπληρῶ τὰ ; ὑστερήματα τῶν ; θλίψεων τοῦ ; Χριστοῦ ἐν τῇ ; σαρκί ; μου ὑπὲρ τοῦ ; σώματος ; αὐτοῦ, ὅ ἐστιν ἡ ; ἐκκλησία·
كولوسي 1: 26
Col.1.26
السِّرِّ الْمَكْتُومِ مُنْذُ الدُّهُورِ وَمُنْذُ الأَجْيَالِ، لكِنَّهُ الآنَ قَدْ أُظْهِرَ لِقِدِّيسِيهِ،
τὸ ; μυστήριον τὸ ; ἀποκεκρυμμένον ἀπὸ τῶν ; αἰώνων καὶ ; ἀπὸ τῶν ; γενεῶν, δὲ νυνὶ ἐφανερώθη τοῖς ; ἁγίοις ; αὐτοῦ·
كولوسي 1: 29
Col.1.29
الأَمْرُ الَّذِي لأَجْلِهِ أَتْعَبُ أَيْضًا مُجَاهِدًا، بِحَسَبِ عَمَلِهِ الَّذِي يَعْمَلُ فِيَّ بِقُوَّةٍ.
εἰς ; ὃ κοπιῶ καὶ ἀγωνιζόμενος κατὰ τὴν ; ἐνέργειαν ; αὐτοῦ τὴν ἐνεργουμένην ἐν ; ἐμοὶ ἐν ; δυνάμει.¶
كولوسي 2: 2
Col.2.2
لِكَيْ تَتَعَزَّى قُلُوبُهُمْ مُقْتَرِنَةً فِي الْمَحَبَّةِ لِكُلِّ غِنَى يَقِينِ الْفَهْمِ، لِمَعْرِفَةِ سِرِّ اللهِ الآبِ وَالْمَسِيحِ،
ἵνα παρακληθῶσιν αἱ ; καρδίαι ; αὐτῶν συμβιβασθέντων ἐν ἀγάπῃ εἰς ; πάντα τὸ ; πλοῦτον τῆς ; πληροφορίας τῆς ; συνέσεως εἰς ; ἐπίγνωσιν τοῦ ; μυστηρίου τοῦ ; θεοῦ πατρὸς καὶ ; τοῦ ; Χριστοῦ,
كولوسي 2: 6
Col.2.6
فَكَمَا قَبِلْتُمُ الْمَسِيحَ يَسُوعَ الرَّبَّ اسْلُكُوا فِيهِ،
οὖν ; Ὡς παρελάβετε τὸν ; Χριστὸν Ἰησοῦν τὸν ; κύριον, περιπατεῖτε ἐν ; αὐτῷ
كولوسي 2: 7
Col.2.7
مُتَأَصِّلِينَ وَمَبْنِيِّينَ فِيهِ، وَمُوَطَّدِينَ فِي الإِيمَانِ، كَمَا عُلِّمْتُمْ، مُتَفَاضِلِينَ فِيهِ بِالشُّكْرِ.
ἐρριζωμένοι καὶ ; ἐποικοδομούμενοι ἐν ; αὐτῷ καὶ ; βεβαιούμενοι ἐν τῇ ; πίστει καθὼς ἐδιδάχθητε, περισσεύοντες ἐν ; αὐτῇ ἐν ; εὐχαριστίᾳ.¶
كولوسي 2: 7
Col.2.7
مُتَأَصِّلِينَ وَمَبْنِيِّينَ فِيهِ، وَمُوَطَّدِينَ فِي الإِيمَانِ، كَمَا عُلِّمْتُمْ، مُتَفَاضِلِينَ فِيهِ بِالشُّكْرِ.
ἐρριζωμένοι καὶ ; ἐποικοδομούμενοι ἐν ; αὐτῷ καὶ ; βεβαιούμενοι ἐν τῇ ; πίστει καθὼς ἐδιδάχθητε, περισσεύοντες ἐν ; αὐτῇ ἐν ; εὐχαριστίᾳ.¶
كولوسي 2: 9
Col.2.9
فَإِنَّهُ فِيهِ يَحِلُّ كُلُّ مِلْءِ اللاَّهُوتِ جَسَدِيًّا.
ὅτι ἐν ; αὐτῷ κατοικεῖ πᾶν τὸ ; πλήρωμα τῆς ; θεότητος σωματικῶς,
كولوسي 2: 10
Col.2.10
وَأَنْتُمْ مَمْلُوؤُونَ فِيهِ، الَّذِي هُوَ رَأْسُ كُلِّ رِيَاسَةٍ وَسُلْطَانٍ.
καὶ ; ἐστὲ πεπληρωμένοι, ἐν ; αὐτῷ ὅς ἐστιν ἡ ; κεφαλὴ πάσης ἀρχῆς καὶ ; ἐξουσίας·
كولوسي 2: 12
Col.2.12
مَدْفُونِينَ مَعَهُ فِي الْمَعْمُودِيَّةِ، الَّتِي فِيهَا أُقِمْتُمْ أَيْضًا بِإِيمَانِ عَمَلِ اللهِ، الَّذِي أَقَامَهُ مِنَ الأَمْوَاتِ.
συνταφέντες ; αὐτῷ ἐν βαπτίσματι ᾧ ἐν συνηγέρθητε καὶ διὰ ; τῆς ; πίστεως τῆς ; ἐνεργείας τοῦ ; θεοῦ τοῦ ἐγείραντος ; αὐτὸν ἐκ τῶν ; νεκρῶν.¶
كولوسي 2: 12
Col.2.12
مَدْفُونِينَ مَعَهُ فِي الْمَعْمُودِيَّةِ، الَّتِي فِيهَا أُقِمْتُمْ أَيْضًا بِإِيمَانِ عَمَلِ اللهِ، الَّذِي أَقَامَهُ مِنَ الأَمْوَاتِ.
συνταφέντες ; αὐτῷ ἐν βαπτίσματι ᾧ ἐν συνηγέρθητε καὶ διὰ ; τῆς ; πίστεως τῆς ; ἐνεργείας τοῦ ; θεοῦ τοῦ ἐγείραντος ; αὐτὸν ἐκ τῶν ; νεκρῶν.¶
كولوسي 2: 13
Col.2.13
وَإِذْ كُنْتُمْ أَمْوَاتًا فِي الْخَطَايَا وَغَلَفِ جَسَدِكُمْ، أَحْيَاكُمْ مَعَهُ، مُسَامِحًا لَكُمْ بِجَمِيعِ الْخَطَايَا،
Καὶ ὑμᾶς ; ὄντας νεκροὺς ἐν τοῖς ; παραπτώμασιν καὶ ; τῇ ; ἀκροβυστίᾳ τῆς ; σαρκὸς ; ὑμῶν, συνεζωοποίησεν ; ὑμᾶς σὺν ; αὐτῷ χαρισάμενος ἡμῖν πάντα τὰ ; παραπτώματα·
كولوسي 2: 14
Col.2.14
إِذْ مَحَا الصَّكَّ الَّذِي عَلَيْنَا فِي الْفَرَائِضِ، الَّذِي كَانَ ضِدًّا لَنَا، وَقَدْ رَفَعَهُ مِنَ الْوَسَطِ مُسَمِّرًا إِيَّاهُ بِالصَّلِيبِ،
ἐξαλείψας χειρόγραφον καθ᾽ ; ἡμῶν τοῖς ; δόγμασιν ὃ ἦν ὑπεναντίον ἡμῖν, καὶ αὐτὸ ; ἦρκεν ἐκ τοῦ ; μέσου προσηλώσας αὐτὸ τῷ ; σταυρῷ·
كولوسي 2: 15
Col.2.15
إِذْ جَرَّدَ الرِّيَاسَاتِ وَالسَّلاَطِينَ أَشْهَرَهُمْ جِهَارًا، ظَافِرًا بِهِمْ فِيهِ.
ἀπεκδυσάμενος τὰς ; ἀρχὰς καὶ ; τὰς ; ἐξουσίας ἐδειγμάτισεν ἐν ; παρρησίᾳ, θριαμβεύσας αὐτοὺς ἐν ; αὐτῷ.¶
كولوسي 2: 15
Col.2.15
إِذْ جَرَّدَ الرِّيَاسَاتِ وَالسَّلاَطِينَ أَشْهَرَهُمْ جِهَارًا، ظَافِرًا بِهِمْ فِيهِ.
ἀπεκδυσάμενος τὰς ; ἀρχὰς καὶ ; τὰς ; ἐξουσίας ἐδειγμάτισεν ἐν ; παρρησίᾳ, θριαμβεύσας αὐτοὺς ἐν ; αὐτῷ.¶
كولوسي 2: 18
Col.2.18
لاَ يُخَسِّرْكُمْ أَحَدٌ الْجِعَالَةَ، رَاغِبًا فِي التَّوَاضُعِ وَعِبَادَةِ الْمَلاَئِكَةِ، مُتَدَاخِلاً فِي مَا لَمْ يَنْظُرْهُ، مُنْتَفِخًا بَاطِلاً مِنْ قِبَلِ ذِهْنِهِ الْجَسَدِيِّ،
μηδεὶς ; ὑμᾶς ; καταβραβευέτω θέλων ἐν ταπεινοφροσύνῃ καὶ ; θρησκείᾳ τῶν ; ἀγγέλων, ἐμβατεύων ἃ μὴ ἑόρακεν φυσιούμενος εἰκῇ ὑπὸ τοῦ ; νοὸς ; αὐτοῦ, τῆς ; σαρκὸς
كولوسي 3: 4
Col.3.4
مَتَى أُظْهِرَ الْمَسِيحُ حَيَاتُنَا، فَحِينَئِذٍ تُظْهَرُونَ أَنْتُمْ أَيْضًا مَعَهُ فِي الْمَجْدِ.
ὅταν φανερωθῇ, ὁ ; Χριστὸς ἡ ; ζωὴ ; ὑμεῖς τότε φανερωθήσεσθε ὑμεῖς καὶ σὺν ; αὐτῷ ἐν δόξῃ.¶
كولوسي 3: 7
Col.3.7
الَّذِينَ بَيْنَهُمْ أَنْتُمْ أَيْضًا سَلَكْتُمْ قَبْلاً، حِينَ كُنْتُمْ تَعِيشُونَ فِيهَا.
οἷς ἐν ὑμεῖς καὶ περιεπατήσατέ ποτε, ὅτε ἐζῆτε ἐν ; αὐτοῖς
كولوسي 3: 9
Col.3.9
لاَ تَكْذِبُوا بَعْضُكُمْ عَلَى بَعْضٍ، إِذْ خَلَعْتُمُ الإِنْسَانَ الْعَتِيقَ مَعَ أَعْمَالِهِ،
Μὴ ψεύδεσθε ἀλλήλους ; εἰς ἀπεκδυσάμενοι ἄνθρωπον παλαιὸν σὺν ταῖς ; πράξεσιν ; αὐτοῦ
كولوسي 3: 10
Col.3.10
وَلَبِسْتُمُ الْجَدِيدَ الَّذِي يَتَجَدَّدُ لِلْمَعْرِفَةِ حَسَبَ صُورَةِ خَالِقِهِ،
καὶ ; ἐνδυσάμενοι νέον, τὸν ; ἀνακαινούμενον εἰς ; ἐπίγνωσιν κατ᾽ εἰκόνα τοῦ ; κτίσαντος ; αὐτόν·