ك
إصحاح
G5086
G5087. títhēmi
G5088
المعنى المختصر للكلمة
títhēmi: to place (in the widest application, literally and figuratively
اللفظ الأصلي τίθημι
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق títhēmi (tith-ay-mee)
تكرار الورود في الكتاب 77 مرة في الكتاب
المعنى والشرح المفصل
1 to place (in the widest application, literally and figuratively
2 properly, in a passive or horizontal posture, and thus different from , which properly denotes an upright and active position, while is properly reflexive and utterly prostrate)
الإنجليزية — KJV Translation Tags
+ advise appoint bow commit conceive give X kneel down lay (aside, down, up) make ordain purpose put set (forth) settle sink down

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

ἔθετο (6×) θῶ (5×) καὶ ; ἔθηκεν (4×) τίθημι (3×) ἔθηκαν (2×) ἐτέθην (2×) ἐτέθη (2×) τίθησιν, (2×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (77 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
متى 12: 18 Mat.12.18
هُوَذَا فَتَايَ الَّذِي اخْتَرْتُهُ، حَبِيبِي الَّذِي سُرَّتْ بِهِ نَفْسِي. أَضَعُ رُوحِي عَلَيْهِ فَيُخْبِرُ الأُمَمَ بِالْحَقِّ.
ἰδοὺ ὁ ; παῖς ; μου ὃν ᾑρέτισα, ὁ ; ἀγαπητός ; μου ὃν εὐδόκησεν εἰς ἡ ; ψυχή ; μου. θήσω τὸ ; πνεῦμά ; μου αὐτόν, ; ἐπ᾽ καὶ ; ἀπαγγελεῖ. τοῖς ; ἔθνεσιν κρίσιν
فَإِنَّ هِيرُودُسَ كَانَ قَدْ أَمْسَكَ يُوحَنَّا وَأَوْثَقَهُ وَطَرَحَهُ فِي سِجْنٍ مِنْ أَجْلِ هِيرُودِيَّا امْرَأَةِ فِيلُبُّسَ أَخِيهِ،
γὰρ ὁ ; Ἡρῴδης κρατήσας τὸν ; Ἰωάννην ἔδησεν ; αὐτὸν ἔθετο ἐν φυλακῇ διὰ Ἡρῳδιάδα τὴν ; γυναῖκα Φιλίππου τοῦ ; ἀδελφοῦ ; αὐτοῦ.
متى 22: 44 Mat.22.44
قَالَ الرَّبُّ لِرَبِّي: اجْلِسْ عَنْ يَمِيني حَتَّى أَضَعَ أَعْدَاءَكَ مَوْطِئًا لِقَدَمَيْكَ.
εἶπεν ὁ ; κύριος τῷ ; κυρίῳ ; μου· κάθου ἐκ δεξιῶν ; μου ἕως ; ἂν θῶ τοὺς ; ἐχθρούς ; σου ὑποπόδιον ποδῶν ; σου; ; τῶν
متى 24: 51 Mat.24.51
فَيُقَطِّعُهُ وَيَجْعَلُ نَصِيبَهُ مَعَ الْمُرَائِينَ. هُنَاكَ يَكُونُ الْبُكَاءُ وَصَرِيرُ الأَسْنَانِ.
καὶ ; διχοτομήσει ; αὐτὸν καὶ ; θήσει· τὸ ; μέρος ; αὐτοῦ μετὰ τῶν ; ὑποκριτῶν ἐκεῖ ἔσται ὁ ; κλαυθμὸς καὶ ; ὁ ; βρυγμὸς τῶν ; ὀδόντων.¶
ثُمَّ قَالَ لَهُمْ: هَلْ يُؤْتَى بِسِرَاجٍ لِيُوضَعَ تَحْتَ الْمِكْيَالِ أَوْ تَحْتَ السَّرِيرِ. أَلَيْسَ لِيُوضَعَ عَلَى الْمَنَارَةِ.
Καὶ ἔλεγεν αὐτοῖς μήτι ἔρχεται ὁ ; λύχνος ἵνα ; τεθῇ ὑπὸ τὸν ; μόδιον ἢ ὑπὸ τὴν ; κλίνην; οὐχ τεθῇ; ἐπὶ τὴν ; λυχνίαν
ثُمَّ قَالَ لَهُمْ: هَلْ يُؤْتَى بِسِرَاجٍ لِيُوضَعَ تَحْتَ الْمِكْيَالِ أَوْ تَحْتَ السَّرِيرِ. أَلَيْسَ لِيُوضَعَ عَلَى الْمَنَارَةِ.
Καὶ ἔλεγεν αὐτοῖς μήτι ἔρχεται ὁ ; λύχνος ἵνα ; τεθῇ ὑπὸ τὸν ; μόδιον ἢ ὑπὸ τὴν ; κλίνην; οὐχ τεθῇ; ἐπὶ τὴν ; λυχνίαν
وَحَيْثُمَا دَخَلَ إِلَى قُرىً أَوْ مُدُنٍ أَوْ ضِيَاعٍ، وَضَعُوا الْمَرْضَى فِي الأَسْوَاقِ، وَطَلَبُوا إِلَيْهِ أَنْ يَلْمِسُوا وَلَوْ هُدْبَ ثَوْبِهِ. وَكُلُّ مَنْ لَمَسَهُ شُفِيَ.
καὶ ; ὅπου ; ἂν εἰσεπορεύετο εἰς κώμας ἢ πόλεις ἢ ἀγροὺς ἐτίθεσαν τοὺς ; ἀσθενοῦντας ἐν ταῖς ; ἀγοραῖς καὶ ; παρεκάλουν αὐτὸν ἵνα ἅψωνται, κἂν ; καὶ τοῦ ; κρασπέδου τοῦ ; ἱματίου ; αὐτοῦ καὶ ; ὅσοι ; ἂν ἥπτοντο; αὐτοῦ ἐσῴζοντο.¶
فَاحْتَضَنَهُمْ وَوَضَعَ يَدَيْهِ عَلَيْهِمْ وَبَارَكَهُمْ.
καὶ ; ἐναγκαλισάμενος ; αὐτὰ τιθεὶς τὰς ; χεῖρας ἐπ᾽ ; αὐτά.¶ ηὐλόγει
لأَنَّ دَاوُدَ نَفْسَهُ قَالَ بِالرُّوحِ الْقُدُسِ: قَالَ الرَّبُّ لِرَبِّي: اجْلِسْ عَنْ يَمِينِي، حَتَّى أَضَعَ أَعْدَاءَكَ مَوْطِئًا لِقَدَمَيْكَ.
γὰρ Δαυὶδ αὐτὸς εἶπεν ἐν ; τῷ ; πνεύματι τῷ ; ἁγίῳ· εἶπεν ὁ ; κύριος τῷ ; κυρίῳ ; μου· κάθου ἐκ δεξιῶν ; μου ἕως ; ἂν θῶ ἐχθρούς ; σου ὑποπόδιον τῶν ; ποδῶν ; σου.
وَكَانُوا يَضْرِبُونَهُ عَلَى رَأْسِهِ بِقَصَبَةٍ، وَيَبْصُقُونَ عَلَيْهِ، ثُمَّ يَسْجُدُونَ لَهُ جَاثِينَ عَلَى رُكَبِهِمْ.
καὶ ; ἔτυπτον αὐτοῦ ; τὴν ; κεφαλὴν καλάμῳ καὶ ; ἐνέπτυον αὐτῷ, καὶ προσεκύνουν αὐτῷ. τιθέντες τὰ ; γόνατα
وَكَانَتْ مَرْيَمُ الْمَجْدَلِيَّةُ وَمَرْيَمُ أُمُّ يُوسِي تَنْظُرَانِ أَيْنَ وُضِعَ.
δὲ ἡ ; Μαρία ἡ ; Μαγδαληνὴ καὶ ; Μαρία ἡ Ἰωσῆτος ἐθεώρουν ποῦ τίθεται
فَأَوْدَعَهَا جَمِيعُ السَّامِعِينَ فِي قُلُوبِهِمْ قَائِلِينَ: أَتَرَى مَاذَا يَكُونُ هذَا الصَّبِيُّ. وَكَانَتْ يَدُ الرَّبِّ مَعَهُ.
καὶ ; ἔθεντο πάντες οἱ ; ἀκούσαντες ἐν τῇ ; καρδίᾳ ; αὐτῶν λέγοντες· τί ; ἄρα ἔσται; τοῦτο τὸ ; παιδίον καὶ ; ἦν χεὶρ κυρίου μετ᾽ ; αὐτοῦ.¶
يُشْبِهُ إِنْسَانًا بَنَى بَيْتًا، وَحَفَرَ وَعَمَّقَ وَوَضَعَ الأَسَاسَ عَلَى الصَّخْرِ. فَلَمَّا حَدَثَ سَيْلٌ صَدَمَ النَّهْرُ ذلِكَ الْبَيْتَ، فَلَمْ يَقْدِرْ أَنْ يُزَعْزِعَهُ، لأَنَّهُ كَانَ مُؤَسَّسًا عَلَى الصَّخْرِ.
ὅμοιός ; ἐστιν ἀνθρώπῳ οἰκοδομοῦντι οἰκίαν ὃς ; ἔσκαψεν καὶ ; ἐβάθυνεν καὶ ; ἔθηκεν θεμέλιον ἐπὶ τὴν ; πέτραν. δὲ γενομένης πλημμύρης προσέρηξεν ὁ ; ποταμὸς ἐκείνῃ, τῇ ; οἰκίᾳ καὶ ; οὐκ ἴσχυσεν σαλεῦσαι ; αὐτὴν γὰρ τεθεμελίωτο ἐπὶ τὴν ; πέτραν.¶
وَلَيْسَ أَحَدٌ يُوقِدُ سِرَاجًا وَيُغَطِّيهِ بِإِنَاءٍ أَوْ يَضَعُهُ تَحْتَ سَرِيرٍ، بَلْ يَضَعُهُ عَلَى مَنَارَةٍ، لِيَنْظُرَ الدَّاخِلُونَ النُّورَ.
Οὐδεὶς ; δὲ ἅψας λύχνον καλύπτει ; αὐτὸν σκεύει ἢ τίθησιν, ὑποκάτω κλίνης ἀλλ᾽ ἐπιτίθησιν ἐπὶ λυχνίας βλέπωσιν οἱ ; εἰσπορευόμενοι τὸ ; φῶς.
ضَعُوا أَنْتُمْ هذَا الْكَلاَمَ فِي آذَانِكُمْ: إِنَّ ابْنَ الإِنْسَانِ سَوْفَ يُسَلَّمُ إِلَى أَيْدِي النَّاسِ.
θέσθε ὑμεῖς τούτους· τοὺς ; λόγους εἰς τὰ ; ὦτα ; ὑμῶν γὰρ ὁ ; υἱὸς τοῦ ; ἀνθρώπου μέλλει παραδίδοσθαι εἰς χεῖρας ἀνθρώπων.
لَيْسَ أَحَدٌ يُوقِدُ سِرَاجًا وَيَضَعُهُ فِي خِفْيَةٍ، وَلاَ تَحْتَ الْمِكْيَالِ، بَلْ عَلَى الْمَنَارَةِ، لِكَيْ يَنْظُرَ الدَّاخِلُونَ النُّورَ.
Οὐδεὶς ; δὲ ἅψας λύχνον τίθησιν εἰς κρυπτόν οὐδὲ ὑπὸ τὸν ; μόδιον ἀλλ᾽ ἐπὶ τὴν ; λυχνίαν ἵνα βλέπωσιν.¶ οἱ ; εἰσπορευόμενοι τὸ ; φέγγος
يَأْتِي سَيِّدُ ذلِكَ الْعَبْدِ فِي يَوْمٍ لاَ يَنْتَظِرُهُ وَفِي سَاعَةٍ لاَ يَعْرِفُهَا، فَيَقْطَعُهُ وَيَجْعَلُ نَصِيبَهُ مَعَ الْخَائِنِينَ.
ἥξει ὁ ; κύριος τοῦ ; ἐκείνου τοῦ ; δούλου ἐν ἡμέρᾳ ᾗ ; οὐ προσδοκᾷ καὶ ; ἐν ὥρᾳ ᾗ ; οὐ γινώσκει καὶ ; διχοτομήσει καὶ ; θήσει.¶ τὸ ; μέρος ; αὐτοῦ μετὰ τῶν ; ἀπίστων
لِئَلاَّ يَضَعَ الأَسَاسَ وَلاَ يَقْدِرَ أَنْ يُكَمِّلَ، فَيَبْتَدِئَ جَمِيعُ النَّاظِرِينَ يَهْزَأُونَ بِهِ،
ἵνα ; μήποτε θέντος αὐτοῦ ; θεμέλιον καὶ ; μὴ ἰσχύοντος ἐκτελέσαι ἄρξωνται πάντες οἱ ; θεωροῦντες ἐμπαίζειν αὐτῷ
لأَنِّي كُنْتُ أَخَافُ مِنْكَ، إِذْ أَنْتَ إِنْسَانٌ صَارِمٌ، تَأْخُذُ مَا لَمْ تَضَعْ وَتَحْصُدُ مَا لَمْ تَزْرَعْ.
ἐφοβούμην ; γάρ σε, ὅτι ἄνθρωπος αὐστηρὸς ; εἶ· αἴρεις ὃ οὐκ ἔθηκας καὶ ; θερίζεις ὃ οὐκ ἔσπειρας.¶
فَقَالَ لَهُ: مِنْ فَمِكَ أَدِينُكَ أَيُّهَا الْعَبْدُ الشِّرِّيرُ. عَرَفْتَ أَنِّي إِنْسَانٌ صَارِمٌ، آخُذُ مَا لَمْ أَضَعْ، وَأَحْصُدُ مَا لَمْ أَزْرَعْ،
Λέγει ; δὲ αὐτῷ· ἐκ τοῦ ; στόματός ; σου κρινῶ ; σε, δοῦλε. πονηρὲ ᾔδεις ὅτι ; ἐγὼ ἄνθρωπος αὐστηρός ; εἰμι αἴρων ὃ οὐκ ἔθηκα καὶ ; θερίζων ὃ οὐκ ἔσπειρα·
حَتَّى أَضَعَ أَعْدَاءَكَ مَوْطِئًا لِقَدَمَيْكَ.
ἕως ; ἂν θῶ τοὺς ; ἐχθρούς ; σου ὑποπόδιον τῶν ; ποδῶν ; σου.
وَانْفَصَلَ عَنْهُمْ نَحْوَ رَمْيَةِ حَجَرٍ وَجَثَا عَلَى رُكْبَتَيْهِ وَصَلَّى
καὶ ; αὐτὸς ; ἀπεσπάσθη ἀπ᾽ ; αὐτῶν ὡσεὶ βολήν, λίθου καὶ ; θεὶς τὰ ; γόνατα προσηύχετο
وَتَبِعَتْهُ نِسَاءٌ كُنَّ قَدْ أَتَيْنَ مَعَهُ مِنَ الْجَلِيلِ، وَنَظَرْنَ الْقَبْرَ وَكَيْفَ وُضِعَ جَسَدُهُ.
κατακολουθήσασαι ; δὲ ; καὶ γυναῖκες αἵτινες ἦσαν συνεληλυθυῖαι αὐτῷ, ἐκ τῆς ; Γαλιλαίας ἐθεάσαντο τὸ ; μνημεῖον καὶ ; ὡς ἐτέθη τὸ ; σῶμα ; αὐτοῦ.
وَقَالَ لَهُ: كُلُّ إِنْسَانٍ إِنَّمَا يَضَعُ الْخَمْرَ الْجَيِّدَةَ أَوَّلاً، وَمَتَى سَكِرُوا فَحِينَئِذٍ الدُّونَ. أَمَّا أَنْتَ فَقَدْ أَبْقَيْتَ الْخَمْرَ الْجَيِّدَةَ إِلَى الآنَ..
καὶ ; λέγει αὐτῷ· πᾶς ἄνθρωπος τίθησιν, τὸν ; οἶνον καλὸν πρῶτον καὶ ; ὅταν μεθυσθῶσιν τότε, τὸν ; ἐλάσσω· σὺ τετήρηκας τὸν ; οἶνον καλὸν ἕως ἄρτι.
أَنَا هُوَ الرَّاعِي الصَّالِحُ، وَالرَّاعِي الصَّالِحُ يَبْذِلُ نَفْسَهُ عَنِ الْخِرَافِ.
ἐγώ εἰμι ὁ ; ποιμὴν ὁ ; καλός· ὁ ; ποιμὴν ὁ ; καλὸς τίθησιν τὴν ; ψυχὴν ; αὐτοῦ ὑπὲρ τῶν ; προβάτων.
كَمَا أَنَّ الآبَ يَعْرِفُنِي وَأَنَا أَعْرِفُ الآبَ. وَأَنَا أَضَعُ نَفْسِي عَنِ الْخِرَافِ.
καθὼς ὁ ; πατὴρ γινώσκει ; με κἀγὼ γινώσκω πατέρα, καὶ ; τίθημι τὴν ; ψυχήν ; μου ὑπὲρ τῶν ; προβάτων.
لِهذَا يُحِبُّنِي الآبُ، لأَنِّي أَضَعُ نَفْسِي لآخُذَهَا أَيْضًا.
διὰ ; τοῦτό με ; ἀγαπᾷ ὁ ; πατὴρ ὅτι ; ἐγὼ τίθημι τὴν ; ψυχήν ; μου, ἵνα ; αὐτήν. ; λάβω πάλιν
قَامَ عَنِ الْعَشَاءِ، وَخَلَعَ ثِيَابَهُ، وَأَخَذَ مِنْشَفَةً وَاتَّزَرَ بِهَا،
ἐγείρεται ἐκ τοῦ ; δείπνου καὶ ; τίθησιν τὰ ; ἱμάτια, καὶ ; λαβὼν λέντιον διέζωσεν ; ἑαυτόν.
قَالَ لَهُ بُطْرُسُ: يَا سَيِّدُ، لِمَاذَا لاَ أَقْدِرُ أَنْ أَتْبَعَكَ الآنَ. إِنِّي أَضَعُ نَفْسِي عَنْكَ..
λέγει αὐτῷ ὁ ; Πέτρος· κύριε, διὰ ; τί οὐ δύναμαί σοι ; ἀκολουθῆσαι ἄρτι; θήσω. τὴν ; ψυχήν ; μου ὑπὲρ ; σοῦ
أَجَابَهُ يَسُوعُ: أَتَضَعُ نَفْسَكَ عَنِّي. اَلْحَقَّ الْحَقَّ أَقُولُ لَكَ: لاَ يَصِيحُ الدِّيكُ حَتَّى تُنْكِرَنِي ثَلاَثَ مَرَّاتٍ.
Ἀπεκρίθη; αὐτῷ ὁ ; Ἰησοῦς· θήσεις; τὴν ; ψυχήν ; σου ὑπὲρ ; ἐμοῦ ἀμὴν ἀμὴν λέγω σοι· οὐ ; μὴ φωνήσει ἀλέκτωρ ἕως ; οὗ ἀπαρνήσῃ; με τρίς.¶