ك
إصحاح
G443
G444. ánthrōpos
G445
المعنى المختصر للكلمة
ánthrōpos: from )
اللفظ الأصلي ἄνθρωπος
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق ánthrōpos (anth-ro-pos)
تكرار الورود في الكتاب 542 مرة في الكتاب
المعنى والشرح المفصل
1 from )
2 man-faced, i.e. a human being
الإنجليزية — KJV Translation Tags
certain man

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

τοῦ ; ἀνθρώπου (76×) ἄνθρωπος (66×) ἀνθρώπων (33×) ἄνθρωπον (30×) ὁ ; ἄνθρωπος (27×) ἀνθρώπου (17×) ἀνθρώποις (17×) τῶν ; ἀνθρώπων (16×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (542 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
وَلكِنْ لِكَيْ تَعْلَمُوا أَنَّ لابْنِ الإِنْسَانِ سُلْطَانًا عَلَى الأَرْضِ أَنْ يَغْفِرَ الْخَطَايَا، قَالَ لِلْمَفْلُوجِ: لَكَ أَقُولُ: قُمْ وَاحْمِلْ فِرَاشَكَ وَاذْهَبْ إِلَى بَيْتِكَ..
δὲ ἵνα εἰδῆτε ὅτι ὁ ; υἱὸς ; ἔχει τοῦ ; ἀνθρώπου ἐξουσίαν ἐπὶ τῆς ; γῆς ἀφιέναι ἁμαρτίας, εἶπεν τῷ ; παραλελυμένῳ· σοὶ λέγω, ἔγειραι καὶ ; ἄρας τὸ ; κλινίδιόν ; σου, πορεύου εἰς τὸν ; οἶκόν ; σου.
وَقَالَ لَهُمْ: إِنَّ ابْنَ الإِنْسَانِ هُوَ رَبُّ السَّبْتِ أَيْضًا.
καὶ ; ἔλεγεν αὐτοῖς ὅτι· ὁ ; υἱὸς τοῦ ; ἀνθρώπου.¶ ἐστιν κύριός τοῦ ; σαββάτου καὶ
وَفِي سَبْتٍ آخَرَ دَخَلَ الْمَجْمَعَ وَصَارَ يُعَلِّمُ. وَكَانَ هُنَاكَ رَجُلٌ يَدُهُ الْيُمْنَى يَابِسَةٌ،
Ἐγένετο ; δὲ ; ἐν σαββάτῳ ἑτέρῳ εἰσελθεῖν ; αὐτὸν εἰς ; τὴν ; συναγωγὴν καὶ ; διδάσκειν· καὶ ; ἦν ἐκεῖ, ἄνθρωπος καὶ ; ἡ ; χεὶρ ; αὐτοῦ ἡ ; δεξιὰ ἦν ; ξηρά.
ثُمَّ نَظَرَ حَوْلَهُ إِلَى جَمِيعِهِمْ وَقَالَ لِلرَّجُلِ: مُدَّ يَدَكَ. فَفَعَلَ هكَذَا. فَعَادَتْ يَدُهُ صَحِيحَةً كَالأُخْرَى.
καὶ περιβλεψάμενος πάντας ; αὐτοὺς εἶπεν τῷ ἀνθρώπῳ ἔκτεινον τὴν ; χεῖρά ; σου. ὁ ; δὲ ; ἐποίησεν οὕτως· καὶ ; ἀπεκατεστάθη ἡ ; χεὶρ ; αὐτοῦ ὑγιὴς ὡς ; ἡ ; ἄλλη.
طُوبَاكُمْ إِذَا أَبْغَضَكُمُ النَّاسُ، وَإِذَا أَفْرَزُوكُمْ وَعَيَّرُوكُمْ، وَأَخْرَجُوا اسْمَكُمْ كَشِرِّيرٍ مِنْ أَجْلِ ابْنِ الإِنْسَانِ.
Μακάριοί ; ἐστε, ὅταν μισήσωσιν ; ὑμᾶς οἱ ; ἄνθρωποι καὶ ; ὅταν ἀφορίσωσιν ; ὑμᾶς καὶ ; ὀνειδίσωσιν καὶ ; ἐκβάλωσιν τὸ ; ὄνομα ; ὑμῶν ὡς ; πονηρὸν ἕνεκα τοῦ ; υἱοῦ τοῦ ; ἀνθρώπου.
طُوبَاكُمْ إِذَا أَبْغَضَكُمُ النَّاسُ، وَإِذَا أَفْرَزُوكُمْ وَعَيَّرُوكُمْ، وَأَخْرَجُوا اسْمَكُمْ كَشِرِّيرٍ مِنْ أَجْلِ ابْنِ الإِنْسَانِ.
Μακάριοί ; ἐστε, ὅταν μισήσωσιν ; ὑμᾶς οἱ ; ἄνθρωποι καὶ ; ὅταν ἀφορίσωσιν ; ὑμᾶς καὶ ; ὀνειδίσωσιν καὶ ; ἐκβάλωσιν τὸ ; ὄνομα ; ὑμῶν ὡς ; πονηρὸν ἕνεκα τοῦ ; υἱοῦ τοῦ ; ἀνθρώπου.
وَيْلٌ لَكُمْ إِذَا قَالَ فِيكُمْ جَمِيعُ النَّاسِ حَسَنًا. لأَنَّهُ هكَذَا كَانَ آبَاؤُهُمْ يَفْعَلُونَ بِالأَنْبِيَاءِ الْكَذَبَةِ.
Οὐαὶ ὑμῖν ὅταν εἴπωσιν ὑμᾶς πάντες οἱ ; ἄνθρωποι· καλῶς γὰρ κατὰ ; τὰ ; ταῦτα οἱ ; πατέρες ; αὐτῶν. ἐποίουν τοῖς ; ψευδοπροφήταις
وَكَمَا تُرِيدُونَ أَنْ يَفْعَلَ النَّاسُ بِكُمُ افْعَلُوا أَنْتُمْ أَيْضًا بِهِمْ هكَذَا.
καὶ ; καθὼς θέλετε ἵνα ποιῶσιν οἱ ; ἄνθρωποι, ὑμῖν ποιεῖτε ὑμεῖς καὶ αὐτοῖς ὁμοίως.
اَلإِنْسَانُ الصَّالِحُ مِنْ كَنْزِ قَلْبِهِ الصَّالِحِ يُخْرِجُ الصَّلاَحَ، وَالإِنْسَانُ الشِّرِّيرُ مِنْ كَنْزِ قَلْبِهِ الشِّرِّيرِ يُخْرِجُ الشَّرَّ. فَإِنَّهُ مِنْ فَضْلَةِ الْقَلْبِ يَتَكَلَّمُ فَمُهُ.
Ὁ ; ἄνθρωπος ἀγαθὸς ἐκ τοῦ ; θησαυροῦ τῆς ; καρδίας ; αὐτοῦ ἀγαθοῦ προφέρει τὸ ; ἀγαθόν, καὶ ; ὁ ; ἄνθρωπος πονηρὸς ἐκ τοῦ ; θησαυροῦ τῆς ; καρδίας ; αὑτοῦ πονηροῦ προφέρει τὸ ; πονηρόν· γὰρ ἐκ τοῦ ; περισσεύματος τῆς ; καρδίας λαλεῖ τὸ ; στόμα ; αὐτοῦ.
اَلإِنْسَانُ الصَّالِحُ مِنْ كَنْزِ قَلْبِهِ الصَّالِحِ يُخْرِجُ الصَّلاَحَ، وَالإِنْسَانُ الشِّرِّيرُ مِنْ كَنْزِ قَلْبِهِ الشِّرِّيرِ يُخْرِجُ الشَّرَّ. فَإِنَّهُ مِنْ فَضْلَةِ الْقَلْبِ يَتَكَلَّمُ فَمُهُ.
Ὁ ; ἄνθρωπος ἀγαθὸς ἐκ τοῦ ; θησαυροῦ τῆς ; καρδίας ; αὐτοῦ ἀγαθοῦ προφέρει τὸ ; ἀγαθόν, καὶ ; ὁ ; ἄνθρωπος πονηρὸς ἐκ τοῦ ; θησαυροῦ τῆς ; καρδίας ; αὑτοῦ πονηροῦ προφέρει τὸ ; πονηρόν· γὰρ ἐκ τοῦ ; περισσεύματος τῆς ; καρδίας λαλεῖ τὸ ; στόμα ; αὐτοῦ.
يُشْبِهُ إِنْسَانًا بَنَى بَيْتًا، وَحَفَرَ وَعَمَّقَ وَوَضَعَ الأَسَاسَ عَلَى الصَّخْرِ. فَلَمَّا حَدَثَ سَيْلٌ صَدَمَ النَّهْرُ ذلِكَ الْبَيْتَ، فَلَمْ يَقْدِرْ أَنْ يُزَعْزِعَهُ، لأَنَّهُ كَانَ مُؤَسَّسًا عَلَى الصَّخْرِ.
ὅμοιός ; ἐστιν ἀνθρώπῳ οἰκοδομοῦντι οἰκίαν ὃς ; ἔσκαψεν καὶ ; ἐβάθυνεν καὶ ; ἔθηκεν θεμέλιον ἐπὶ τὴν ; πέτραν. δὲ γενομένης πλημμύρης προσέρηξεν ὁ ; ποταμὸς ἐκείνῃ, τῇ ; οἰκίᾳ καὶ ; οὐκ ἴσχυσεν σαλεῦσαι ; αὐτὴν γὰρ τεθεμελίωτο ἐπὶ τὴν ; πέτραν.¶
وَأَمَّا الَّذِي يَسْمَعُ وَلاَ يَعْمَلُ، فَيُشْبِهُ إِنْسَانًا بَنَى بَيْتَهُ عَلَى الأَرْضِ مِنْ دُونِ أَسَاسٍ، فَصَدَمَهُ النَّهْرُ فَسَقَطَ حَالاً، وَكَانَ خَرَابُ ذلِكَ الْبَيْتِ عَظِيمًا..
δὲ Ὁ ἀκούσας καὶ ; μὴ ποιήσας ὅμοιός ; ἐστιν ἀνθρώπῳ οἰκοδομήσαντι οἰκίαν ἐπὶ τὴν ; γῆν χωρὶς θεμελίου ᾗ ; προσέρηξεν ὁ ; ποταμός, ἔπεσεν εὐθὺς καὶ ; ἐγένετο τὸ ; ῥῆγμα τῆς ; ἐκείνης οἰκίας μέγα.¶
لأَنِّي أَنَا أَيْضًا إِنْسَانٌ مُرَتَّبٌ تَحْتَ سُلْطَانٍ، لِي جُنْدٌ تَحْتَ يَدِي. وَأَقُولُ لِهذَا: اذْهَبْ. فَيَذْهَبُ، وَلآخَرَ: ائْتِ. فَيَأْتِي، وَلِعَبْدِي: افْعَلْ هذَا. فَيَفْعَلُ.
γὰρ ἐγὼ ; εἰμι καὶ ἄνθρωπός τασσόμενος, ὑπὸ ἐξουσίαν ἔχων στρατιώτας. ὑπ᾽ ἐμαυτὸν καὶ ; λέγω τούτῳ· πορεύθητι, καὶ ; πορεύεται, καὶ ; ἄλλῳ· ἔρχου, καὶ ; ἔρχεται, καὶ ; τῷ ; δούλῳ ; μου· ποίησον τοῦτο, καὶ ; ποιεῖ.
بَلْ مَاذَا خَرَجْتُمْ لِتَنْظُرُوا. أَإِنْسَانًا لاَبِسًا ثِيَابًا نَاعِمَةً. هُوَذَا الَّذِينَ فِي اللِّبَاسِ الْفَاخِرِ وَالتَّنَعُّمِ هُمْ فِي قُصُورِ الْمُلُوكِ.
ἀλλὰ τί ἐξεληλύθατε ἰδεῖν; ἄνθρωπον ἠμφιεσμένον; ἐν ; ἱματίοις μαλακοῖς ἰδοὺ οἱ ἐν ἱματισμῷ ἐνδόξῳ καὶ ; τρυφῇ ; ὑπάρχοντες εἰσίν. ἐν τοῖς ; βασιλείοις
ثُمَّ قَالَ الرَّبُّ: فَبِمَنْ أُشَبِّهُ أُنَاسَ هذَا الْجِيلِ. وَمَاذَا يُشْبِهُونَ.
δὲ Εἶπεν ὁ ; κύριος, τίνι ; οὖν ὁμοιώσω τοὺς ; ἀνθρώπους τῆς ; ταύτης γενεᾶς καὶ ; τίνι εἰσὶν ; ὅμοιοι;
جَاءَ ابْنُ الإِنْسَانِ يَأْكُلُ وَيَشْرَبُ، فَتَقُولُونَ: هُوَذَا إِنْسَانٌ أَكُولٌ وَشِرِّيبُ خَمْرٍ، مُحِبٌّ لِلْعَشَّارِينَ وَالْخُطَاةِ.
ἐλήλυθεν ὁ ; υἱὸς τοῦ ; ἀνθρώπου ἐσθίων καὶ ; πίνων, καὶ ; λέγετε· ἰδοὺ ἄνθρωπος φάγος καὶ ; οἰνοπότης, φίλος τελωνῶν καὶ ; ἁμαρτωλῶν.
جَاءَ ابْنُ الإِنْسَانِ يَأْكُلُ وَيَشْرَبُ، فَتَقُولُونَ: هُوَذَا إِنْسَانٌ أَكُولٌ وَشِرِّيبُ خَمْرٍ، مُحِبٌّ لِلْعَشَّارِينَ وَالْخُطَاةِ.
ἐλήλυθεν ὁ ; υἱὸς τοῦ ; ἀνθρώπου ἐσθίων καὶ ; πίνων, καὶ ; λέγετε· ἰδοὺ ἄνθρωπος φάγος καὶ ; οἰνοπότης, φίλος τελωνῶν καὶ ; ἁμαρτωλῶν.
لأَنَّهُ أَمَرَ الرُّوحَ النَّجِسَ أَنْ يَخْرُجَ مِنَ الإِنْسَانِ. لأَنَّهُ مُنْذُ زَمَانٍ كَثِيرٍ كَانَ يَخْطَفُهُ، وَقَدْ رُبِطَ بِسَلاَسِل وَقُيُودٍ مَحْرُوسًا، وَكَانَ يَقْطَعُ الرُّبُطَ وَيُسَاقُ مِنَ الشَّيْطَانِ إِلَى الْبَرَارِي.
γὰρ παρήγγειλεν τῷ ; πνεύματι τῷ ; ἀκαθάρτῳ ἐξελθεῖν ἀπὸ τοῦ ; ἀνθρώπου· γὰρ χρόνοις πολλοῖς συνηρπάκει ; αὐτόν, καὶ ; ἐδεσμεῖτο ἁλύσεσιν καὶ ; πέδαις φυλασσόμενος, καὶ ; διαρρήσσων τὰ ; δεσμὰ ἠλαύνετο ὑπὸ τοῦ ; δαίμονος εἰς τὰς ; ἐρήμους.
فَخَرَجَتِ الشَّيَاطِينُ مِنَ الإِنْسَانِ وَدَخَلَتْ فِي الْخَنَازِيرِ، فَانْدَفَعَ الْقَطِيعُ مِنْ عَلَى الْجُرُفِ إِلَى الْبُحَيْرَةِ وَاخْتَنَقَ.
ἐξελθόντα ; δὲ τὰ ; δαιμόνια ἀπὸ τοῦ ; ἀνθρώπου εἰσῆλθεν εἰς τοὺς ; χοίρους, καὶ ; ὥρμησεν ἡ ; ἀγέλη κατὰ τοῦ ; κρημνοῦ εἰς τὴν ; λίμνην καὶ ; ἀπεπνίγη.¶
فَخَرَجُوا لِيَرَوْا مَا جَرَى. وَجَاءُوا إِلَى يَسُوعَ فَوَجَدُوا الإِنْسَانَ الَّذِي كَانَتِ الشَّيَاطِينُ قَدْ خَرَجَتْ مِنْهُ لاَبِسًا وَعَاقِلاً، جَالِسًا عِنْدَ قَدَمَيْ يَسُوعَ، فَخَافُوا.
ἐξῆλθον ; δὲ ἰδεῖν τὸ γεγονὸς καὶ ; ἦλθον πρὸς τὸν ; Ἰησοῦν καὶ ; εὗρον τὸν ; ἄνθρωπον οὗ τὰ ; δαιμόνια ἐξεληλύθει ἀφ᾽ ἱματισμένον καὶ ; σωφρονοῦντα καθήμενον παρὰ τοὺς ; πόδας τοῦ ; Ἰησοῦ, καὶ ; ἐφοβήθησαν.
قَائِلاً: إِنَّهُ يَنْبَغِي أَنَّ ابْنَ الإِنْسَانِ يَتَأَلَّمُ كَثِيرًا، وَيُرْفَضُ مِنَ الشُّيُوخِ وَرُؤَسَاءِ الْكَهَنَةِ وَالْكَتَبَةِ، وَيُقْتَلُ، وَفِي الْيَوْمِ الثَّالِثِ يَقُومُ.
εἰπὼν ὅτι ; δεῖ ὅτι τὸν ; υἱὸν τοῦ ; ἀνθρώπου παθεῖν πολλὰ καὶ ; ἀποδοκιμασθῆναι ἀπὸ τῶν ; πρεσβυτέρων καὶ ; ἀρχιερέων καὶ ; γραμματέων καὶ ; ἀποκτανθῆναι καὶ ; τῇ ἡμέρᾳ τρίτῃ ἐγερθῆναι.¶
لأَنَّهُ مَاذَا يَنْتَفِعُ الإِنْسَانُ لَوْ رَبحَ الْعَالَمَ كُلَّهُ، وَأَهْلَكَ نَفْسَهُ أَوْ خَسِرَهَا.
γὰρ τί ὠφελεῖται ἄνθρωπος κερδήσας τὸν ; κόσμον ὅλον δὲ ; ἀπολέσας ἑαυτὸν ἢ ζημιωθείς;
لأَنَّ مَنِ اسْتَحَى بِي وَبِكَلاَمِي، فَبِهذَا يَسْتَحِي ابْنُ الإِنْسَانِ مَتَى جَاءَ بِمَجْدِهِ وَمَجْدِ الآبِ وَالْمَلاَئِكَةِ الْقِدِّيسِينَ.
γὰρ ὃς ; ἂν ἐπαισχυνθῇ με καὶ ; τοὺς ; ἐμοὺς ; λόγους, τοῦτον ἐπαισχυνθήσεται ὁ ; υἱὸς τοῦ ; ἀνθρώπου ὅταν ἔλθῃ τῇ ; δόξῃ ; αὐτοῦ καὶ ; τοῦ ; πατρὸς καὶ ; τῶν ; ἀγγέλων. ἁγίων
ضَعُوا أَنْتُمْ هذَا الْكَلاَمَ فِي آذَانِكُمْ: إِنَّ ابْنَ الإِنْسَانِ سَوْفَ يُسَلَّمُ إِلَى أَيْدِي النَّاسِ.
θέσθε ὑμεῖς τούτους· τοὺς ; λόγους εἰς τὰ ; ὦτα ; ὑμῶν γὰρ ὁ ; υἱὸς τοῦ ; ἀνθρώπου μέλλει παραδίδοσθαι εἰς χεῖρας ἀνθρώπων.
ضَعُوا أَنْتُمْ هذَا الْكَلاَمَ فِي آذَانِكُمْ: إِنَّ ابْنَ الإِنْسَانِ سَوْفَ يُسَلَّمُ إِلَى أَيْدِي النَّاسِ.
θέσθε ὑμεῖς τούτους· τοὺς ; λόγους εἰς τὰ ; ὦτα ; ὑμῶν γὰρ ὁ ; υἱὸς τοῦ ; ἀνθρώπου μέλλει παραδίδοσθαι εἰς χεῖρας ἀνθρώπων.
لأَنَّ ابْنَ الإِنْسَانِ لَمْ يَأْتِ لِيُهْلِكَ أَنْفُسَ النَّاسِ، بَلْ لِيُخَلِّصَ. فَمَضَوْا إِلَى قَرْيَةٍ أُخْرَى.
γὰρ ὁ ; υἱὸς τοῦ ; ἀνθρώπου οὐκ ἦλθεν ἀπολέσαι, ψυχὰς ἀνθρώπων ἀλλὰ σῶσαι. καὶ ; ἐπορεύθησαν εἰς κώμην.¶ ἑτέραν
لأَنَّ ابْنَ الإِنْسَانِ لَمْ يَأْتِ لِيُهْلِكَ أَنْفُسَ النَّاسِ، بَلْ لِيُخَلِّصَ. فَمَضَوْا إِلَى قَرْيَةٍ أُخْرَى.
γὰρ ὁ ; υἱὸς τοῦ ; ἀνθρώπου οὐκ ἦλθεν ἀπολέσαι, ψυχὰς ἀνθρώπων ἀλλὰ σῶσαι. καὶ ; ἐπορεύθησαν εἰς κώμην.¶ ἑτέραν
فَقَالَ لَهُ يَسُوعُ: لِلثَّعَالِبِ أَوْجِرَةٌ، وَلِطُيُورِ السَّمَاءِ أَوْكَارٌ، وَأَمَّا ابْنُ الإِنْسَانِ فَلَيْسَ لَهُ أَيْنَ يُسْنِدُ رَأْسَهُ.
καὶ ; εἶπεν αὐτῷ ὁ ; Ἰησοῦς· αἱ ; ἀλώπεκες ; ἔχουσιν, φωλεοὺς καὶ ; τὰ ; πετεινὰ τοῦ ; οὐρανοῦ κατασκηνώσεις· δὲ ὁ ; υἱὸς τοῦ ; ἀνθρώπου οὐκ ἔχει ποῦ κλίνῃ.¶ τὴν ; κεφαλὴν
مَتَى خَرَجَ الرُّوحُ النَّجِسُ مِنَ الإِنْسَانِ، يَجْتَازُ فِي أَمَاكِنَ لَيْسَ فِيهَا مَاءٌ يَطْلُبُ رَاحَةً، وَإِذْ لاَ يَجِدُ يَقُولُ: أَرْجِعُ إِلَى بَيْتِي الَّذِي خَرَجْتُ مِنْهُ.
Ὅταν ἐξέλθῃ τὸ ; πνεῦμα ἀκάθαρτον ἀπὸ τοῦ ; ἀνθρώπου, διέρχεται δι᾽ τόπων ἀνύδρων ζητοῦν ἀνάπαυσιν. καὶ μὴ εὑρίσκον λέγει· ὑποστρέψω εἰς τὸν ; οἶκόν ; μου ὅθεν ; ἐξῆλθον.
ثُمَّ يَذْهَبُ وَيَأْخُذُ سَبْعَةَ أَرْوَاحٍ أُخَرَ أَشَرَّ مِنْهُ، فَتَدْخُلُ وَتَسْكُنُ هُنَاكَ، فَتَصِيرُ أَوَاخِرُ ذلِكَ الإِنْسَانِ أَشَرَّ مِنْ أَوَائِلِهِ..
τότε πορεύεται καὶ ; παραλαμβάνει ἑπτά, πνεύματα ἕτερα πονηρότερα ἑαυτοῦ καὶ ; εἰσελθόντα κατοικεῖ ἐκεῖ· καὶ ; γίνεται τὰ ; ἔσχατα τοῦ ; ἐκείνου ἀνθρώπου χείρονα τῶν πρώτων.¶