المعنى المختصر للكلمة
poús:
a "foot" (figuratively or literally)
اللفظ الأصلي
πούς
نوع الكلمة
اسم
طريقة النطق
poús
(pooce)
تكرار الورود في الكتاب
38
مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
a primary word;
المعنى والشرح المفصل
a "foot" (figuratively or literally)
الإنجليزية — KJV Translation Tags
foot(-stool)
أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك
أشكال الكلمة في النص الأصلي:
τοὺς ; πόδας (15×)
τῶν ; ποδῶν (2×)
μου ; τοὺς ; πόδας (2×)
αὐτοῦ ; τοὺς ; πόδας (2×)
ὑμῶν ; τοὺς ; πόδας (1×)
ἀλλήλων ; τοὺς ; πόδας· (1×)
τοῖς ; ποσίν· (1×)
τοῖς ; ποσίν, (1×)
شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (38 آية)
شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
متى 15: 30
Mat.15.30
فَجَاءَ إِلَيْهِ جُمُوعٌ كَثِيرَةٌ، مَعَهُمْ عُرْجٌ وَعُمْيٌ وَخُرْسٌ وَشُلٌّ وَآخَرُونَ كَثِيرُونَ، وَطَرَحُوهُمْ عِنْدَ قَدَمَيْ يَسُوعَ. فَشَفَاهُمْ
καὶ ; προσῆλθον αὐτῷ ὄχλοι πολλοὶ ἔχοντες ; μεθ᾽ ; ἑαυτῶν χωλούς, τυφλούς, κωφούς, κυλλούς, καὶ ; ἑτέρους πολλοὺς αὐτοὺς ; ἔρριψαν ; καὶ παρὰ τοὺς ; πόδας τοῦ; Ἰησοῦ· καὶ ; ἐθεράπευσεν ; αὐτοὺς
متى 18: 8
Mat.18.8
فَإِنْ أَعْثَرَتْكَ يَدُكَ أَوْ رِجْلُكَ فَاقْطَعْهَا وَأَلْقِهَا عَنْكَ. خَيْرٌ لَكَ أَنْ تَدْخُلَ الْحَيَاةَ أَعْرَجَ أَوْ أَقْطَعَ مِنْ أَنْ تُلْقَى فِي النَّارِ الأَبَدِيَّةِ وَلَكَ يَدَانِ أَوْ رِجْلاَنِ.
εἰ ; δὲ σκανδαλίζει ; σε, ἡ ; χείρ ; σου ἢ ὁ ; πούς ; σου ἔκκοψον ; αὐτὰ καὶ ; βάλε ἀπὸ ; σοῦ· καλόν σοί ἐστιν εἰσελθεῖν τὴν ; ζωὴν χωλὸν ἢ κυλλὸν ἢ βληθῆναι εἰς τὸ ; πῦρ τὸ ; αἰώνιον. ἔχοντα δύο ; χεῖρας ἢ δύο ; πόδας
متى 22: 13
Mat.22.13
حِينَئِذٍ قَالَ الْمَلِكُ لِلْخُدَّامِ: ارْبُطُوا رِجْلَيْهِ وَيَدَيْهِ، وَخُذُوهُ وَاطْرَحُوهُ فِي الظُّلْمَةِ الْخَارِجِيَّةِ. هُنَاكَ يَكُونُ الْبُكَاءُ وَصَرِيرُ الأَسْنَانِ.
τότε εἶπεν ὁ ; βασιλεὺς τοῖς ; διακόνοις· δήσαντες αὐτοῦ ; πόδας καὶ ; χεῖρας ἄρατε καὶ ; ἐκβάλετε ; αὐτὸν εἰς τὸ ; σκότος τὸ ; ἐξώτερον· ἐκεῖ ἔσται ὁ ; κλαυθμὸς καὶ ; ὁ ; βρυγμὸς τῶν ; ὀδόντων.
متى 28: 9
Mat.28.9
وَفِيمَا هُمَا مُنْطَلِقَتَانِ لِتُخْبِرَا تَلاَمِيذَهُ إِذَا يَسُوعُ لاَقَاهُمَا وَقَالَ: سَلاَمٌ لَكُمَا. فَتَقَدَّمَتَا وَأَمْسَكَتَا بِقَدَمَيْهِ وَسَجَدَتَا لَهُ.
Ὡς ; δὲ ἐπορεύοντο ἀπαγγεῖλαι τοῖς ; μαθηταῖς ; αὐτοῦ καὶ ; ἰδοὺ ὁ ; Ἰησοῦς ἀπήντησεν; αὐταῖς λέγων· χαίρετε. δὲ ; προσελθοῦσαι ἐκράτησαν ; αἱ αὐτοῦ ; τοὺς ; πόδας καὶ ; προσεκύνησαν αὐτῷ.¶
مرقس 9: 45
Mrk.9.45
وَإِنْ أَعْثَرَتْكَ رِجْلُكَ فَاقْطَعْهَا. خَيْرٌ لَكَ أَنْ تَدْخُلَ الْحَيَاةَ أَعْرَجَ مِنْ أَنْ تَكُونَ لَكَ رِجْلاَنِ وَتُطْرَحَ فِي جَهَنَّمَ فِي النَّارِ الَّتِي لاَ تُطْفَأُ.
καὶ ; ἐὰν σκανδαλίζῃ ; σε, ὁ ; πούς ; σου ἀπόκοψον ; αὐτόν· καλόν ; ἐστίν σοι εἰσελθεῖν εἰς ; τὴν ; ζωὴν χωλὸν ἢ ἔχοντα τοὺς ; δύο ; πόδας βληθῆναι εἰς τὴν ; γέενναν εἰς τὸ ; πῦρ τὸ ; ἄσβεστον.
لوقا 7: 44
Luk.7.44
ثُمَّ الْتَفَتَ إِلَى الْمَرْأَةِ وَقَالَ لِسِمْعَانَ: أَتَنْظُرُ هذِهِ الْمَرْأَةَ. إِنِّي دَخَلْتُ بَيْتَكَ، وَمَاءً لأَجْلِ رِجْلَيَّ لَمْ تُعْطِ. وَأَمَّا هِيَ فَقَدْ غَسَلَتْ رِجْلَيَّ بِالدُّمُوعِ وَمَسَحَتْهُمَا بِشَعْرِ رَأْسِهَا.
καὶ στραφεὶς πρὸς τὴν ; γυναῖκα ἔφη· τῷ ; Σίμωνι βλέπεις ταύτην τὴν ; γυναῖκα; εἰσῆλθόν σου ; εἰς ; τὴν ; οἰκίαν, ὕδωρ ἐπὶ τοὺς ; πόδας ; μου οὐκ ἔδωκας· δὲ ἔβρεξέν μου ; τοὺς ; πόδας δάκρυσιν ; τοῖς καὶ ; ἐξέμαξεν. ταῖς ; θριξὶν τὴς ; κεφαλῆς ; αὐτῆς
لوقا 7: 45
Luk.7.45
قُبْلَةً لَمْ تُقَبِّلْنِي، وَأَمَّا هِيَ فَمُنْذُ دَخَلْتُ لَمْ تَكُفَّ عَنْ تَقْبِيلِ رِجْلَيَّ.
φίλημά οὐκ μοι ; ἔδωκας· δὲ αὕτη ἀφ᾽ ; ἧς εἰσῆλθον οὐ διέλιπεν καταφιλοῦσά μου ; τοὺς ; πόδας.
لوقا 8: 35
Luk.8.35
فَخَرَجُوا لِيَرَوْا مَا جَرَى. وَجَاءُوا إِلَى يَسُوعَ فَوَجَدُوا الإِنْسَانَ الَّذِي كَانَتِ الشَّيَاطِينُ قَدْ خَرَجَتْ مِنْهُ لاَبِسًا وَعَاقِلاً، جَالِسًا عِنْدَ قَدَمَيْ يَسُوعَ، فَخَافُوا.
ἐξῆλθον ; δὲ ἰδεῖν τὸ γεγονὸς καὶ ; ἦλθον πρὸς τὸν ; Ἰησοῦν καὶ ; εὗρον τὸν ; ἄνθρωπον οὗ τὰ ; δαιμόνια ἐξεληλύθει ἀφ᾽ ἱματισμένον καὶ ; σωφρονοῦντα καθήμενον παρὰ τοὺς ; πόδας τοῦ ; Ἰησοῦ, καὶ ; ἐφοβήθησαν.
لوقا 8: 41
Luk.8.41
وَإِذَا رَجُلٌ اسْمُهُ يَايِرُسُ قَدْ جَاءَ، وَكَانَ رَئِيسَ الْمَجْمَعِ، فَوَقَعَ عِنْدَ قَدَمَيْ يَسُوعَ وَطَلَبَ إِلَيْهِ أَنْ يَدْخُلَ بَيْتَهُ،
καὶ ; ἰδοὺ ἀνὴρ ᾧ ; ὄνομα Ἰάϊρος, ἦλθεν καὶ ; αὐτὸς; ὑπῆρχεν. ἄρχων τῆς ; συναγωγῆς καὶ ; πεσὼν παρὰ τοὺς ; πόδας τοῦ ; Ἰησοῦ παρεκάλει αὐτὸν εἰσελθεῖν εἰς ; τὸν ; οἶκον ; αὐτοῦ
لوقا 10: 39
Luk.10.39
وَكَانَتْ لِهذِهِ أُخْتٌ تُدْعَى مَرْيَمَ، الَّتِي جَلَسَتْ عِنْدَ قَدَمَيْ يَسُوعَ وَكَانَتْ تَسْمَعُ كَلاَمَهُ.
καὶ ; ἦν τῇδε ἀδελφὴ καλουμένη Μαριάμ. ἣ παρακαθίσασα παρὰ τοὺς ; πόδας τοῦ ; Ἰησοῦ ἤκουεν τὸν ; λόγον ; αὐτοῦ.
لوقا 15: 22
Luk.15.22
فَقَالَ الأَبُ لِعَبِيدِهِ: أَخْرِجُوا الْحُلَّةَ الأُولَى وَأَلْبِسُوهُ، وَاجْعَلُوا خَاتَمًا فِي يَدِهِ، وَحِذَاءً فِي رِجْلَيْهِ،
Εἶπεν ; δὲ ὁ ; πατὴρ πρὸς ; τοὺς ; δούλους ; αὐτοῦ· ἐξενέγκατε τὴν ; στολὴν τὴν ; πρώτην καὶ ; ἐνδύσατε ; αὐτὸν καὶ ; δότε δακτύλιον εἰς τὴν ; χεῖρα ; αὐτοῦ καὶ ; ὑποδήματα εἰς τοὺς ; πόδας,
لوقا 24: 40
Luk.24.40
وَحِينَ قَالَ هذَا أَرَاهُمْ يَدَيْهِ وَرِجْلَيْهِ.
καὶ ; εἰπὼν τοῦτο ἐπέδειξεν; αὐτοῖς τὰς ; χεῖρας καὶ ; τοὺς ; πόδας.
يوحنا 11: 32
Jhn.11.32
فَمَرْيَمُ لَمَّا أَتَتْ إِلَى حَيْثُ كَانَ يَسُوعُ وَرَأَتْهُ، خَرَّتْ عِنْدَ رِجْلَيْهِ قَائِلَةً لَهُ: يَا سَيِّدُ، لَوْ كُنْتَ ههُنَا لَمْ يَمُتْ أَخِي..
ἡ ; οὖν ; Μαριὰμ ὡς ἦλθεν ὅπου ἦν ὁ ; Ἰησοῦς, ἰδοῦσα ; αὐτὸν ἔπεσεν εἰς αὐτοῦ ; τοὺς ; πόδας λέγουσα αὐτῷ· κύριε, εἰ ἦς ὧδε, οὐκ ἄν ; ἀπέθανεν μου ; ὁ ; ἀδελφός.
يوحنا 11: 44
Jhn.11.44
فَخَرَجَ الْمَيْتُ وَيَدَاهُ وَرِجْلاَهُ مَرْبُوطَاتٌ بِأَقْمِطَةٍ، وَوَجْهُهُ مَلْفُوفٌ بِمِنْدِيل. فَقَالَ لَهُمْ يَسُوعُ: حُلُّوهُ وَدَعُوهُ يَذْهَبْ.
καὶ ; ἐξῆλθεν ὁ ; τεθνηκὼς καὶ ; τὰς ; χεῖρας τοὺς ; πόδας δεδεμένος κειρίαις, καὶ ; ἡ ; ὄψις ; αὐτοῦ περιεδέδετο. σουδαρίῳ λέγει αὐτοῖς ὁ ; Ἰησοῦς· λύσατε ; αὐτὸν καὶ ; ἄφετε ; αὐτὸν ὑπάγειν.¶
يوحنا 12: 3
Jhn.12.3
فَأَخَذَتْ مَرْيَمُ مَنًا مِنْ طِيبِ نَارِدِينٍ خَالِصٍ كَثِيرِ الثَّمَنِ، وَدَهَنَتْ قَدَمَيْ يَسُوعَ، وَمَسَحَتْ قَدَمَيْهِ بِشَعْرِهَا، فَامْتَلأَ الْبَيْتُ مِنْ رَائِحَةِ الطِّيبِ.
οὖν ; λαβοῦσα ἡ ; Μαριὰμ λίτραν μύρου νάρδου πιστικῆς πολυτίμου ἤλειψεν τοὺς ; πόδας τοῦ ; Ἰησοῦ καὶ ; ἐξέμαξεν τοὺς ; πόδας ; αὐτοῦ· ταῖς ; θριξὶν ; αὐτῆς δὲ ; ἐπληρώθη ἡ ; οἰκία ἐκ τῆς ; ὀσμῆς τοῦ ; μύρου.
يوحنا 13: 5
Jhn.13.5
ثُمَّ صَبَّ مَاءً فِي مِغْسَل، وَابْتَدَأَ يَغْسِلُ أَرْجُلَ التَّلاَمِيذِ وَيَمْسَحُهَا بِالْمِنْشَفَةِ الَّتِي كَانَ مُتَّزِرًا بِهَا.
εἶτα βάλλει ὕδωρ εἰς τὸν ; νιπτῆρα καὶ ; ἤρξατο νίπτειν τοὺς ; πόδας τῶν ; μαθητῶν καὶ ; ἐκμάσσειν τῷ ; λεντίῳ ᾧ ἦν διεζωσμένος.¶
يوحنا 13: 6
Jhn.13.6
فَجَاءَ إِلَى سِمْعَانَ بُطْرُسَ. فَقَالَ لَهُ ذَاكَ: يَا سَيِّدُ، أَنْتَ تَغْسِلُ رِجْلَيَّ.
Ἔρχεται ; οὖν πρὸς Σίμωνα Πέτρον· καὶ ; λέγει αὐτῷ ἐκεῖνος· κύριε, σύ νίπτεις μου ; τοὺς ; πόδας;
يوحنا 13: 8
Jhn.13.8
قَالَ لَهُ بُطْرُسُ: لَنْ تَغْسِلَ رِجْلَيَّ أَبَدًا. أَجَابَهُ يَسُوعُ: إِنْ كُنْتُ لاَ أَغْسِلُكَ فَلَيْسَ لَكَ مَعِي نَصِيبٌ.
λέγει αὐτῷ Πέτρος· οὐ ; μὴ νίψῃς μου ; τοὺς ; πόδας εἰς ; τὸν ; αἰῶνα.¶ Ἀπεκρίθη ; αὐτῷ· ὁ ; Ἰησοῦς ἐὰν μὴ νίψω ; σε, οὐκ ἔχεις μετ᾽ ; ἐμοῦ. μέρος
يوحنا 13: 10
Jhn.13.10
قَالَ لَهُ يَسُوعُ: الَّذِي قَدِ اغْتَسَلَ لَيْسَ لَهُ حَاجَةٌ إِلاَّ إِلَى غَسْلِ رِجْلَيْهِ، بَلْ هُوَ طَاهِرٌ كُلُّهُ. وَأَنْتُمْ طَاهِرُونَ وَلكِنْ لَيْسَ كُلُّكُمْ.
Λέγει αὐτῷ ὁ ; Ἰησοῦς· ὁ λελουμένος οὐκ ἔχει χρείαν εἰ νίψασθαι, τοὺς ; πόδας ἀλλ᾽ ἔστιν καθαρὸς ὅλος· καὶ ; ὑμεῖς ; ἐστε καθαροί ἀλλ᾽ οὐχὶ πάντες.
يوحنا 13: 14
Jhn.13.14
فَإِنْ كُنْتُ وَأَنَا السَّيِّدُ وَالْمُعَلِّمُ قَدْ غَسَلْتُ أَرْجُلَكُمْ، فَأَنْتُمْ يَجِبُ عَلَيْكُمْ أَنْ يَغْسِلَ بَعْضُكُمْ أَرْجُلَ بَعْضٍ،
εἰ ; οὖν ἐγὼ ὁ ; κύριος καὶ ; ὁ ; διδάσκαλος, ἔνιψα ὑμῶν ; τοὺς ; πόδας καὶ ; ὑμεῖς ὀφείλετε νίπτειν ἀλλήλων ; τοὺς ; πόδας·
يوحنا 13: 14
Jhn.13.14
فَإِنْ كُنْتُ وَأَنَا السَّيِّدُ وَالْمُعَلِّمُ قَدْ غَسَلْتُ أَرْجُلَكُمْ، فَأَنْتُمْ يَجِبُ عَلَيْكُمْ أَنْ يَغْسِلَ بَعْضُكُمْ أَرْجُلَ بَعْضٍ،
εἰ ; οὖν ἐγὼ ὁ ; κύριος καὶ ; ὁ ; διδάσκαλος, ἔνιψα ὑμῶν ; τοὺς ; πόδας καὶ ; ὑμεῖς ὀφείλετε νίπτειν ἀλλήλων ; τοὺς ; πόδας·
يوحنا 20: 12
Jhn.20.12
فَنَظَرَتْ مَلاَكَيْنِ بِثِيَابٍ بِيضٍ جَالِسَيْنِ وَاحِدًا عِنْدَ الرَّأْسِ وَالآخَرَ عِنْدَ الرِّجْلَيْنِ، حَيْثُ كَانَ جَسَدُ يَسُوعَ مَوْضُوعًا.
καὶ ; θεωρεῖ δύο ; ἀγγέλους ἐν ; λευκοῖς καθεζομένους ἕνα πρὸς τῇ ; κεφαλῇ καὶ ; ἕνα πρὸς τοῖς ; ποσίν, ὅπου τὸ ; σῶμα τοῦ ; Ἰησοῦ. ἔκειτο
أعمال الرسل 4: 35
Act.4.35
وَيَضَعُونَهَا عِنْدَ أَرْجُلِ الرُّسُلِ، فَكَانَ يُوزَّعُ عَلَى كُلِّ أَحَدٍ كَمَا يَكُونُ لَهُ احْتِيَاجٌ.
ἐτίθουν ; καὶ παρὰ τοὺς ; πόδας τῶν ; ἀποστόλων, δὲ διεδίδετο ἑκάστῳ τις καθότι ἄν εἶχεν.¶ χρείαν
أعمال الرسل 4: 37
Act.4.37
إِذْ كَانَ لَهُ حَقْلٌ بَاعَهُ، وَأَتَى بِالدَّرَاهِمِ وَوَضَعَهَا عِنْدَ أَرْجُلِ الرُّسُلِ.
ὑπάρχοντος αὐτῷ ἀγροῦ, πωλήσας ἤνεγκεν τὸ ; χρῆμα καὶ ; ἔθηκεν παρὰ τοὺς ; πόδας τῶν ; ἀποστόλων.¶
أعمال الرسل 5: 9
Act.5.9
فَقَالَ لَهَا بُطْرُسُ: مَا بَالُكُمَا اتَّفَقْتُمَا عَلَى تَجْرِبَةِ رُوحِ الرَّبِّ. هُوَذَا أَرْجُلُ الَّذِينَ دَفَنُوا رَجُلَكِ عَلَى الْبَابِ، وَسَيَحْمِلُونَكِ خَارِجًا.
δὲ ; εἶπεν πρὸς ; αὐτήν· ὁ ; Πέτρος τί ; ὅτι συνεφωνήθη ; ὑμῖν πειράσαι τὸ ; πνεῦμα κυρίου; ἰδοὺ οἱ ; πόδες τῶν θαψάντων τὸν ; ἄνδρα ; σου ἐπὶ τῇ ; θύρᾳ σε. ; ἐξοίσουσίν ; καὶ
أعمال الرسل 7: 5
Act.7.5
وَلَمْ يُعْطِهِ فِيهَا مِيرَاثًا وَلاَ وَطْأَةَ قَدَمٍ، وَلكِنْ وَعَدَ أَنْ يُعْطِيَهَا مُلْكًا لَهُ وَلِنَسْلِهِ مِنْ بَعْدِهِ، وَلَمْ يَكُنْ لَهُ وَلَدٌ.
καὶ ; οὐκ ἔδωκεν ; αὐτῷ ἐν ; αὐτῇ κληρονομίαν οὐδὲ βῆμα ποδὸς καὶ ἐπηγγείλατο δοῦναι εἰς ; κατάσχεσιν αὐτῷ καὶ ; τῷ ; σπέρματι ; αὐτοῦ μετ᾽ ; αὐτόν, οὐκ ὄντος αὐτῷ τέκνου.
أعمال الرسل 7: 58
Act.7.58
وَأَخْرَجُوهُ خَارِجَ الْمَدِينَةِ وَرَجَمُوهُ. وَالشُّهُودُ خَلَعُوا ثِيَابَهُمْ عِنْدَ رِجْلَيْ شَابٍّ يُقَالُ لَهُ شَاوُلُ.
καὶ ; ἐκβαλόντες ἔξω τῆς ; πόλεως ἐλιθοβόλουν. καὶ ; οἱ ; μάρτυρες ἀπέθεντο τὰ ; αὐτῶν ; ἱμάτια παρὰ τοὺς ; πόδας νεανίου καλουμένου Σαύλου
أعمال الرسل 10: 25
Act.10.25
وَلَمَّا دَخَلَ بُطْرُسُ اسْتَقْبَلَهُ كَرْنِيلِيُوسُ وَسَجَدَ وَاقِعًا عَلَى قَدَمَيْهِ.
ὡς ; δὲ ; ἐγένετο εἰσελθεῖν ; τοῦ τὸν ; Πέτρον, συναντήσας ; αὐτῷ ὁ ; Κορνήλιος προσεκύνησεν. πεσὼν ἐπὶ τοὺς ; πόδας
أعمال الرسل 13: 25
Act.13.25
وَلَمَّا صَارَ يُوحَنَّا يُكَمِّلُ سَعْيَهُ جَعَلَ يَقُولُ: مَنْ تَظُنُّونَ أَنِّي أَنَا. لَسْتُ أَنَا إِيَّاهُ، لكِنْ هُوَذَا يَأْتِي بَعْدِي الَّذِي لَسْتُ مُسْتَحِقًّا أَنْ أَحُلَّ حِذَاءَ قَدَمَيْهِ.
δὲ ὡς ὁ ; Ἰωάννης ἐπλήρου τὸν ; δρόμον ἔλεγεν· Τίνα ὑπονοεῖτε ἐμὲ εἶναι; οὐκ ἐγώ· ; εἰμὶ ἀλλ᾽ ἰδοὺ ἔρχεται μετ᾽ ; ἐμὲ οὗ οὐκ εἰμὶ ; ἄξιος λῦσαι.¶ ὑπόδημα τῶν ; ποδῶν
أعمال الرسل 14: 8
Act.14.8
وَكَانَ يَجْلِسُ فِي لِسْتْرَةَ رَجُلٌ عَاجِزُ الرِّجْلَيْنِ مُقْعَدٌ مِنْ بَطْنِ أُمِّهِ، وَلَمْ يَمْشِ قَطُّ.
Καί ἐκάθητο, ἐν Λύστροις τις ; ἀνὴρ ἀδύνατος τοῖς ; ποσὶν χωλὸς ; ὑπάρχων, ἐκ κοιλίας μητρὸς ; αὐτοῦ ὃς ; οὐδέποτε ; περιπεπατήκει