ك
إصحاح
G3761
G3762. oudeís
G3763
المعنى المختصر للكلمة
oudeís: not even one (man, woman or thing), i.e. none, nobody, nothing
اللفظ الأصلي οὐδείς
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق oudeís (oo-dice)
تكرار الورود في الكتاب 159 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل

not even one (man, woman or thing), i.e. none, nobody, nothing

الإنجليزية — KJV Translation Tags
any (man) aught man neither any (thing) never (man) no (man) none (+ of these things) not (any, at all, -thing) nought

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

οὐδεὶς (34×) οὐδὲν (27×) καὶ ; οὐδεὶς (14×) οὐδένα (7×) οὐδεμίαν (6×) οὐδέν (5×) οὐδέν, (4×) οὐδενὸς (4×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (159 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
اَلرُّوحُ هُوَ الَّذِي يُحْيِي. أَمَّا الْجَسَدُ فَلاَ يُفِيدُ شَيْئًا. اَلْكَلاَمُ الَّذِي أُكَلِّمُكُمْ بِهِ هُوَ رُوحٌ وَحَيَاةٌ،
τὸ ; πνεῦμά ἐστιν τὸ ζῳοποιοῦν, ἡ ; σὰρξ οὐκ ὠφελεῖ οὐδέν· τὰ ; ῥήματα ἃ ἐγὼ ; λαλῶ; ὑμῖν ἐστιν πνεῦμά καὶ ; ζωή ; ἐστιν.
لأَنَّهُ لَيْسَ أَحَدٌ يَعْمَلُ شَيْئًا فِي الْخَفَاءِ وَهُوَ يُرِيدُ أَنْ يَكُونَ عَلاَنِيَةً. إِنْ كُنْتَ تَعْمَلُ هذِهِ الأَشْيَاءَ فَأَظْهِرْ نَفْسَكَ لِلْعَالَمِ.
γάρ οὐδεὶς ποιεῖ τι ἐν κρυπτῷ καὶ ; ζητεῖ αὐτὸς ; εἶναι· ἐν ; παρρησίᾳ εἰ ποιεῖς, ταῦτα φανέρωσον σεαυτὸν τῷ ; κόσμῳ.
وَلكِنْ لَمْ يَكُنْ أَحَدٌ يَتَكَلَّمُ عَنْهُ جِهَارًا لِسَبَبِ الْخَوْفِ مِنَ الْيَهُودِ.
μέντοι οὐδεὶς ἐλάλει περὶ ; αὐτοῦ παρρησίᾳ διὰ τὸν ; φόβον τῶν Ἰουδαίων.¶
أَلَيْسَ مُوسَى قَدْ أَعْطَاكُمُ النَّامُوسَ. وَلَيْسَ أَحَدٌ مِنْكُمْ يَعْمَلُ النَّامُوسَ. لِمَاذَا تَطْلُبُونَ أَنْ تَقْتُلُونِي.
οὐ Μωϋσῆς δέδωκεν ; ὑμῖν τὸν ; νόμον; καὶ ; οὐδεὶς ἐξ ; ὑμῶν ποιεῖ τὸν ; νόμον· τί ζητεῖτε με ; ἀποκτεῖναι;
وَهَا هُوَ يَتَكَلَّمُ جِهَارًا وَلاَ يَقُولُونَ لَهُ أَلَعَلَّ الرُّؤَسَاءَ عَرَفُوا يَقِينًا أَنَّ هذَا هُوَ الْمَسِيحُ حَقًّا.
καὶ ; ἴδε λαλεῖ, παρρησίᾳ καὶ ; οὐδὲν λέγουσιν. αὐτῷ μήποτε οἱ ; ἄρχοντες ἔγνωσαν ἀληθῶς ὅτι οὗτός ἐστιν ὁ ; χριστός; ἀληθῶς
فَلَمَّا انْتَصَبَ يَسُوعُ وَلَمْ يَنْظُرْ أَحَدًا سِوَى الْمَرْأَةِ، قَالَ لَهَا: يَا امْرَأَةُ، أَيْنَ هُمْ أُولئِكَ الْمُشْتَكُونَ عَلَيْكِ. أَمَا دَانَكِ أَحَدٌ.
δὲ ἀνακύψας ὁ ; Ἰησοῦς καὶ θεασάμενος μηδένα πλὴν τὴς ; γυναικός εἶπεν αὐτῇ· ἡ ; γυνή, ποῦ εἰσιν ἐκεῖνοι οἱ ; κατήγοροί σου σε ; κατέκρινεν; οὐδείς
فَقَالَتْ: لاَ أَحَدَ، يَا سَيِّدُ.. فَقَالَ لَهَا يَسُوعُ: وَلاَ أَنَا أَدِينُكِ. اذْهَبِي وَلاَ تُخْطِئِي أَيْضًا.
ἡ ; δὲ ; εἶπεν, οὐδείς, κύριε. εἶπεν ; δὲ αὐτῇ ὁ ; Ἰησοῦς, οὐδὲ ἐγώ σε ; κατακρίνω· πορεύου καὶ ; μηκέτι ; ἁμάρτανε.¶]]
أَنْتُمْ حَسَبَ الْجَسَدِ تَدِينُونَ، أَمَّا أَنَا فَلَسْتُ أَدِينُ أَحَدًا.
ὑμεῖς κατὰ τὴν ; σάρκα κρίνετε, ἐγὼ οὐ κρίνω οὐδένα.
فَقَالَ لَهُمْ يَسُوعُ: مَتَى رَفَعْتُمُ ابْنَ الإِنْسَانِ، فَحِينَئِذٍ تَفْهَمُونَ أَنِّي أَنَا هُوَ، وَلَسْتُ أَفْعَلُ شَيْئًا مِنْ نَفْسِي، بَلْ أَتَكَلَّمُ بِهذَا كَمَا عَلَّمَنِي أَبِي.
εἶπεν ; οὖν αὐτοῖς ὁ ; Ἰησοῦς· ὅταν ὑψώσητε τὸν ; υἱὸν τοῦ ; ἀνθρώπου, τότε γνώσεσθε ὅτι ; ἐγώ εἰμι, καὶ ; ποιῶ ; οὐδέν, ἀπ᾽ ἐμαυτοῦ ἀλλὰ λαλῶ. ταῦτα καθὼς ἐδίδαξέν ; με ὁ ; πατὴρ ; μου,
أَجَابُوهُ: إِنَّنَا ذُرِّيَّةُ إِبْرَاهِيمَ، وَلَمْ نُسْتَعْبَدْ لأَحَدٍ قَطُّ. كَيْفَ تَقُولُ أَنْتَ: إِنَّكُمْ تَصِيرُونَ أَحْرَارًا.
ἀπεκρίθησαν ; αὐτῷ ἐσμεν σπέρμα Ἀβραάμ καὶ δεδουλεύκαμεν οὐδενὶ πώποτε· πῶς λέγεις σὺ ὅτι γενήσεσθε; ἐλεύθεροι
أَجَابَ يَسُوعُ: إِنْ كُنْتُ أُمَجِّدُ نَفْسِي فَلَيْسَ مَجْدِي شَيْئًا. أَبِي هُوَ الَّذِي يُمَجِّدُنِي، الَّذِي تَقُولُونَ أَنْتُمْ إِنَّهُ إِلهُكُمْ،
Ἀπεκρίθη Ἰησοῦς· ἐὰν ἐγὼ ; δοξάζω ἐμαυτόν, οὐδέν ἡ ; δόξα ; μου ἐστιν· ὁ ; πατήρ ; μου ἔστιν ὁ δοξάζων ; με ὃν λέγετε ὑμεῖς ὅτι ; ἐστιν, θεὸς ; ὑμῶν
يَنْبَغِي أَنْ أَعْمَلَ أَعْمَالَ الَّذِي أَرْسَلَنِي مَا دَامَ نَهَارٌ. يَأْتِي لَيْلٌ حِينَ يَسْتَطِيعُ أَحَدٌ أَنْ يَعْمَلَ.
δεῖ Ἐμὲ; ἐργάζεσθαι τὰ ; ἔργα τοῦ πέμψαντός ; με ἕως ; ἐστίν· ἡμέρα ἔρχεται νύξ, ὅτε δύναται οὐδεὶς ἐργάζεσθαι.
لَوْ لَمْ يَكُنْ هذَا مِنَ اللهِ لَمْ يَقْدِرْ أَنْ يَفْعَلَ شَيْئًا.
εἰ μὴ ἦν οὗτος παρὰ θεοῦ, οὐκ ἠδύνατο ποιεῖν οὐδέν.¶
لَيْسَ أَحَدٌ يَأْخُذُهَا مِنِّي، بَلْ أَضَعُهَا أَنَا مِنْ ذَاتِي. لِي سُلْطَانٌ أَنْ أَضَعَهَا وَلِي سُلْطَانٌ أَنْ آخُذَهَا أَيْضًا. هذِهِ الْوَصِيَّةُ قَبِلْتُهَا مِنْ أَبِي.
οὐδεὶς αἴρει ; αὐτὴν ἀπ᾽ ; ἐμοῦ, ἀλλ᾽ τίθημι ; αὐτὴν ἐγὼ ἀπ᾽ ἐμαυτοῦ. ἔχω ἐξουσίαν θεῖναι ; αὐτὴν καὶ ; ἔχω ἐξουσίαν λαβεῖν ; αὐτήν· πάλιν ταύτην τὴν ; ἐντολὴν ἔλαβον παρὰ τοῦ ; πατρός ; μου.¶
أَبِي الَّذِي أَعْطَانِي إِيَّاهَا هُوَ أَعْظَمُ مِنَ الْكُلِّ، وَلاَ يَقْدِرُ أَحَدٌ أَنْ يَخْطَفَ مِنْ يَدِ أَبِي.
ὁ ; πατήρ ; μου ὃς δέδωκέν ; μοι ἐστιν, μείζων πάντων καὶ δύναται οὐδεὶς ἁρπάζειν ἐκ τῆς ; χειρὸς τοῦ ; πατρός ; μου.
فَأَتَى إِلَيْهِ كَثِيرُونَ وَقَالُوا: إِنَّ يُوحَنَّا لَمْ يَفْعَلْ آيَةً وَلكِنْ كُلُّ مَا قَالَهُ يُوحَنَّا عَنْ هذَا كَانَ حَقًّا.
καὶ ; ἦλθον πρὸς ; αὐτὸν πολλοὶ καὶ ; ἔλεγον ὅτι ; μὲν Ἰωάννης οὐδέν, ἐποίησεν σημεῖον δὲ πάντα ὅσα εἶπεν Ἰωάννης περὶ τούτου ἦν. ἀληθῆ
فَقَالَ لَهُمْ وَاحِدٌ مِنْهُمْ، وَهُوَ قَيَافَا، كَانَ رَئِيسًا لِلْكَهَنَةِ فِي تِلْكَ السَّنَةِ: أَنْتُمْ لَسْتُمْ تَعْرِفُونَ شَيْئًا،
δέ ; εἶπεν αὐτοῖς· Εἷς ; τις ἐξ ; αὐτῶν Καϊάφας, ὢν ἀρχιερεὺς τοῦ ἐκείνου, ἐνιαυτοῦ ὑμεῖς οὐκ οἴδατε οὐδέν,
فَقَالَ الْفَرِّيسِيُّونَ بَعْضُهُمْ لِبَعْضٍ: انْظُرُوا. إِنَّكُمْ لاَ تَنْفَعُونَ شَيْئًا. هُوَذَا الْعَالَمُ قَدْ ذَهَبَ وَرَاءَهُ..
οὖν ; εἶπαν Οἱ ; Φαρισαῖοι πρὸς ἑαυτούς· θεωρεῖτε ὅτι οὐκ ὠφελεῖτε οὐδέν; ἴδε ὁ ; κόσμος ἀπῆλθεν.¶ ὀπίσω ; αὐτοῦ
قَالَ لَهُ يَسُوعُ: أَنَا هُوَ الطَّرِيقُ وَالْحَقُّ وَالْحَيَاةُ. لَيْسَ أَحَدٌ يَأْتِي إِلَى الآبِ إِلاَّ بِي.
λέγει αὐτῷ ὁ ; Ἰησοῦς· ἐγώ εἰμι ἡ ; ὁδὸς καὶ ; ἡ ; ἀλήθεια καὶ ; ἡ ; ζωή. οὐδεὶς ἔρχεται πρὸς τὸν ; πατέρα εἰ ; μὴ δι᾽ ; ἐμοῦ.
لاَ أَتَكَلَّمُ مَعَكُمْ كَثِيرًا، لأَنَّ رَئِيسَ هذَا الْعَالَمِ يَأْتِي وَلَيْسَ لَهُ فِيَّ شَيْءٌ.
Οὐκέτι λαλήσω μεθ᾽ ; ὑμῶν· πολλὰ γὰρ ὁ ; ἄρχων, τούτου τοῦ ; κόσμου ἔρχεται καὶ ; οὐκ ἔχει ἐν ; ἐμοὶ οὐδέν,
أَنَا الْكَرْمَةُ وَأَنْتُمُ الأَغْصَانُ. الَّذِي يَثْبُتُ فِيَّ وَأَنَا فِيهِ هذَا يَأْتِي بِثَمَرٍ كَثِيرٍ، لأَنَّكُمْ بِدُونِي لاَ تَقْدِرُونَ أَنْ تَفْعَلُوا شَيْئًا.
ἐγώ ; εἰμι ἡ ; ἄμπελος, ὑμεῖς τὰ ; κλήματα. ὁ μένων ἐν ; ἐμοὶ κἀγὼ ἐν ; αὐτῷ, οὗτος φέρει καρπὸν πολύν· ὅτι χωρὶς ; ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν.
وَأَمَّا الآنَ فَأَنَا مَاضٍ إِلَى الَّذِي أَرْسَلَنِي، وَلَيْسَ أَحَدٌ مِنْكُمْ يَسْأَلُنِي: أَيْنَ تَمْضِي.
δὲ νῦν ὑπάγω πρὸς τὸν πέμψαντά ; με, καὶ οὐδεὶς ἐξ ; ὑμῶν ἐρωτᾷ ; με· ποῦ ὑπάγεις;
فَأَنْتُمْ كَذلِكَ، عِنْدَكُمُ الآنَ حُزْنٌ. وَلكِنِّي سَأَرَاكُمْ أَيْضًا فَتَفْرَحُ قُلُوبُكُمْ، وَلاَ يَنْزِعُ أَحَدٌ فَرَحَكُمْ مِنْكُمْ
ὑμεῖς ; οὖν Καὶ ἔχετε, νῦν λύπην δὲ ὄψομαι ; ὑμᾶς πάλιν καὶ ; χαρήσεται ὑμῶν ; ἡ ; καρδία, καὶ αἴρει οὐδεὶς τὴν ; χαρὰν ; ὑμῶν ἀφ᾽ ; ὑμῶν,
وَفِي ذلِكَ الْيَوْمِ لاَ تَسْأَلُونَنِي شَيْئًا. اَلْحَقَّ الْحَقَّ أَقُولُ لَكُمْ: إِنَّ كُلَّ مَا طَلَبْتُمْ مِنَ الآبِ بِاسْمِي يُعْطِيكُمْ.
καὶ ; ἐν ἐκείνῃ τῇ ; ἡμέρᾳ οὐκ ἐμὲ ; ἐρωτήσετε οὐδέν.¶ Ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν· ὅτι ἄν ; ὅσα αἰτήσητε τὸν ; πατέρα τῷ ; ὀνόματί ; μου δώσει ; ὑμῖν.
إِلَى الآنَ لَمْ تَطْلُبُوا شَيْئًا بِاسْمِي. اُطْلُبُوا تَأْخُذُوا، لِيَكُونَ فَرَحُكُمْ كَامِلاً.
ἕως ἄρτι οὐκ ᾐτήσατε οὐδὲν ἐν ; τῷ ; ὀνόματί ; μου· αἰτεῖτε καὶ ; λήμψεσθε, ἵνα ; ᾖ ἡ ; χαρὰ ; ὑμῶν πεπληρωμένη.¶
قَالَ لَهُ تَلاَمِيذُهُ: هُوَذَا الآنَ تَتَكَلَّمُ عَلاَنِيَةً وَلَسْتَ تَقُولُ مَثَلاً وَاحِدًا.
Λέγουσιν αὐτῷ οἱ ; μαθηταὶ ; αὐτοῦ· ἴδε νῦν λαλεῖς παρρησίᾳ καὶ λέγεις. παροιμίαν οὐδεμίαν
حِينَ كُنْتُ مَعَهُمْ فِي الْعَالَمِ كُنْتُ أَحْفَظُهُمْ فِي اسْمِكَ. الَّذِينَ أَعْطَيْتَنِي حَفِظْتُهُمْ، وَلَمْ يَهْلِكْ مِنْهُمْ إِلاَّ ابْنُ الْهَلاَكِ لِيَتِمَّ الْكِتَابُ.
ὅτε ἤμην μετ᾽ ; αὐτῶν ἐν τῷ ; κόσμῳ, ἐγὼ ἐτήρουν ; αὐτοὺς ἐν τῷ ; ὀνόματί ; σου οὓς δέδωκάς ; μοι ἐφύλαξα, καὶ ; οὐδεὶς ἀπώλετο ἐξ ; αὐτῶν εἰ ; μὴ ὁ ; υἱὸς τῆς ; ἀπωλείας, ἵνα ; πληρωθῇ. ἡ ; γραφὴ
لِيَتِمَّ الْقَوْلُ الَّذِي قَالَهُ: إِنَّ الَّذِينَ أَعْطَيْتَنِي لَمْ أُهْلِكْ مِنْهُمْ أَحَدًا.
ἵνα ; πληρωθῇ ὁ ; λόγος ὃν εἶπεν ὅτι οὓς δέδωκάς ; μοι οὐκ ἀπώλεσα ἐξ ; αὐτῶν οὐδένα.
أَجَابَهُ يَسُوعُ: أَنَا كَلَّمْتُ الْعَالَمَ عَلاَنِيَةً. أَنَا عَلَّمْتُ كُلَّ حِينٍ فِي الْمَجْمَعِ وَفِي الْهَيْكَلِ حَيْثُ يَجْتَمِعُ الْيَهُودُ دَائِمًا. وَفِي الْخَفَاءِ لَمْ أَتَكَلَّمْ بِشَيْءٍ.
ἀπεκρίθη ; αὐτῷ ὁ ; Ἰησοῦς· ἐγὼ ἐλάλησα τῷ ; κόσμῳ. παρρησίᾳ ἐγὼ ἐδίδαξα πάντοτε ἐν τῇ ; συναγωγῇ καὶ ; ἐν τῷ ; ἱερῷ ὅπου συνέρχονται, οἱ ; Ἰουδαῖοι πάντοτε καὶ ; ἐν κρυπτῷ ἐλάλησα ; οὐδέν.
فَقَالَ لَهُمْ بِيلاَطُسُ: خُذُوهُ أَنْتُمْ وَاحْكُمُوا عَلَيْهِ حَسَبَ نَامُوسِكُمْ. فَقَالَ لَهُ الْيَهُودُ: لاَ يَجُوزُ لَنَا أَنْ نَقْتُلَ أَحَدًا.
εἶπεν ; οὖν αὐτοῖς ὁ ; Πιλᾶτος· λάβετε ; αὐτὸν ὑμεῖς καὶ ; κρίνατε αὐτόν. κατὰ τὸν ; νόμον ; ὑμῶν εἶπον ; οὖν αὐτῷ οἱ ; Ἰουδαῖοι· οὐκ ἔξεστιν ἡμῖν ἀποκτεῖναι οὐδένα·