المعنى المختصر للكلمة
maría:
Maria or Mariam (i.e. Mirjam), the name of
six Christian females
اللفظ الأصلي
Μαρία
نوع الكلمة
اسم
طريقة النطق
maría
(mar-ee-ah)
تكرار الورود في الكتاب
53
مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل
Maria or Mariam (i.e. Mirjam), the name of six Christian females
الإنجليزية — KJV Translation Tags
Mary
أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك
أشكال الكلمة في النص الأصلي:
Μαριὰμ (11×)
Μαρία (8×)
καὶ ; Μαρία (7×)
Μαρίας (5×)
ἡ ; Μαρία (2×)
τῆς ; Μαρίας (2×)
τὴν ; Μαριὰμ (2×)
καὶ ; Μαριὰμ (2×)
شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (53 آية)
شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
متى 1: 16
Mat.1.16
وَيَعْقُوبُ وَلَدَ يُوسُفَ رَجُلَ مَرْيَمَ الَّتِي وُلِدَ مِنْهَا يَسُوعُ الَّذِي يُدْعَى الْمَسِيحَ.
Ἰακὼβ ; δὲ ἐγέννησεν τὸν ; Ἰωσὴφ τὸν ; ἄνδρα Μαρίας ἧς ἐγεννήθη ἐξ Ἰησοῦς ὁ λεγόμενος Χριστός.¶
متى 1: 18
Mat.1.18
أَمَّا وِلاَدَةُ يَسُوعَ الْمَسِيحِ فَكَانَتْ هكَذَا: لَمَّا كَانَتْ مَرْيَمُ أُمُّهُ مَخْطُوبَةً لِيُوسُفَ، قَبْلَ أَنْ يَجْتَمِعَا، وُجِدَتْ حُبْلَى مِنَ الرُّوحِ الْقُدُسِ.
δὲ ἡ ; γέννησις Τοῦ ; Ἰησοῦ Χριστοῦ ἦν· οὕτως γὰρ Μαρίας μητρὸς ; αὐτοῦ μνηστευθείσης τῷ ; Ἰωσήφ, πρὶν ἢ συνελθεῖν εὑρέθη ἐν ; γαστρὶ ; ἔχουσα ἐκ πνεύματος ἁγίου.
متى 1: 20
Mat.1.20
وَلكِنْ فِيمَا هُوَ مُتَفَكِّرٌ فِي هذِهِ الأُمُورِ، إِذَا مَلاَكُ الرَّبِّ قَدْ ظَهَرَ لَهُ فِي حُلْمٍ قَائِلاً: يَا يُوسُفُ ابْنَ دَاوُدَ، لاَ تَخَفْ أَنْ تَأْخُذَ مَرْيَمَ امْرَأَتَكَ. لأَنَّ الَّذِي حُبِلَ بِهِ فِيهَا هُوَ مِنَ الرُّوحِ الْقُدُسِ.
δὲ αὐτοῦ ἐνθυμηθέντος Ταῦτα ἰδοὺ ἄγγελος κυρίου ἐφάνη αὐτῷ κατ᾽ ὄναρ λέγων· Ἰωσὴφ υἱὸς Δαυίδ, μὴ φοβηθῇς παραλαβεῖν Μαρίαν τὴν ; γυναῖκά ; σου· γὰρ γεννηθὲν ἐν ; αὐτῇ ἐκ πνεύματός ἐστιν ; ἁγίου.
متى 2: 11
Mat.2.11
وَأَتَوْا إِلَى الْبَيْتِ، وَرَأَوْا الصَّبِيَّ مَعَ مَرْيَمَ أُمِّهِ. فَخَرُّوا وَسَجَدُوا لَهُ. ثُمَّ فَتَحُوا كُنُوزَهُمْ وَقَدَّمُوا لَهُ هَدَايَا: ذَهَبًا وَلُبَانًا وَمُرًّا.
καὶ ; ἐλθόντες εἰς τὴν ; οἰκίαν εὗρον τὸ ; παιδίον μετὰ Μαρίας τῆς ; μητρὸς ; αὐτοῦ, καὶ ; πεσόντες προσεκύνησαν αὐτῷ, καὶ ἀνοίξαντες τοὺς ; θησαυροὺς ; αὐτῶν προσήνεγκαν αὐτῷ δῶρα, χρυσὸν καὶ ; λίβανον καὶ ; σμύρναν.
متى 13: 55
Mat.13.55
أَلَيْسَ هذَا ابْنَ النَّجَّارِ. أَلَيْسَتْ أُمُّهُ تُدْعَى مَرْيَمَ، وَإِخْوَتُهُ يَعْقُوبَ وَيُوسِي وَسِمْعَانَ وَيَهُوذَا.
οὐχ οὗτός ; ἐστιν ὁ ; υἱός; τοῦ ; τέκτονος Οὐχί ἡ ; μήτηρ ; αὐτοῦ λέγεται Μαριάμ, καὶ ; οἱ ; ἀδελφοὶ ; αὐτοῦ Ἰάκωβος καὶ ; Ἰωσῆς καὶ ; Σίμων καὶ ; Ἰούδας;
متى 27: 56
Mat.27.56
وَبَيْنَهُنَّ مَرْيَمُ الْمَجْدَلِيَّةُ، وَمَرْيَمُ أُمُّ يَعْقُوبَ وَيُوسِي، وَأُمُّ ابْنَيْ زَبْدِي.
ἐν ; αἷς ; ἦν Μαρία ἡ ; Μαγδαληνὴ καὶ ; Μαρία ἡ ; μήτηρ τοῦ ; Ἰακώβου καὶ ; Ἰωσῆ καὶ ; ἡ ; μήτηρ τῶν ; υἱῶν Ζεβεδαίου.¶
متى 27: 56
Mat.27.56
وَبَيْنَهُنَّ مَرْيَمُ الْمَجْدَلِيَّةُ، وَمَرْيَمُ أُمُّ يَعْقُوبَ وَيُوسِي، وَأُمُّ ابْنَيْ زَبْدِي.
ἐν ; αἷς ; ἦν Μαρία ἡ ; Μαγδαληνὴ καὶ ; Μαρία ἡ ; μήτηρ τοῦ ; Ἰακώβου καὶ ; Ἰωσῆ καὶ ; ἡ ; μήτηρ τῶν ; υἱῶν Ζεβεδαίου.¶
متى 27: 61
Mat.27.61
وَكَانَتْ هُنَاكَ مَرْيَمُ الْمَجْدَلِيَّةُ وَمَرْيَمُ الأُخْرَى جَالِسَتَيْنِ تُجَاهَ الْقَبْرِ.
ἦν ; δὲ ἐκεῖ Μαριὰμ Μαγδαληνὴ ; ἡ καὶ ; Μαρία ἡ ; ἄλλη καθήμεναι ἀπέναντι τάφου.¶ ; τοῦ
متى 27: 61
Mat.27.61
وَكَانَتْ هُنَاكَ مَرْيَمُ الْمَجْدَلِيَّةُ وَمَرْيَمُ الأُخْرَى جَالِسَتَيْنِ تُجَاهَ الْقَبْرِ.
ἦν ; δὲ ἐκεῖ Μαριὰμ Μαγδαληνὴ ; ἡ καὶ ; Μαρία ἡ ; ἄλλη καθήμεναι ἀπέναντι τάφου.¶ ; τοῦ
متى 28: 1
Mat.28.1
وَبَعْدَ السَّبْتِ، عِنْدَ فَجْرِ أَوَّلِ الأُسْبُوعِ، جَاءَتْ مَرْيَمُ الْمَجْدَلِيَّةُ وَمَرْيَمُ الأُخْرَى لِتَنْظُرَا الْقَبْرَ.
Ὀψὲ ; δὲ σαββάτων τῇ ἐπιφωσκούσῃ εἰς ; μίαν σαββάτων ἦλθεν Μαριὰμ ἡ ; Μαγδαληνὴ Μαρία ; καὶ ἡ ; ἄλλη θεωρῆσαι τὸν ; τάφον.
مرقس 6: 3
Mrk.6.3
أَلَيْسَ هذَا هُوَ النَّجَّارَ ابْنَ مَرْيَمَ، وَأَخُو يَعْقُوبَ وَيُوسِي وَيَهُوذَا وَسِمْعَانَ. أَوَلَيْسَتْ أَخَوَاتُهُ ههُنَا عِنْدَنَا. فَكَانُوا يَعْثُرُونَ بِهِ.
οὐχ οὗτός ἐστιν ὁ ; τέκτων, ὁ ; υἱὸς Μαρίας ἀδελφὸς ; δὲ Ἰακώβου καὶ ; Ἰωσῆτος καὶ ; Ἰούδα καὶ ; Σίμωνος; καὶ ; οὐκ ; εἰσὶν αἱ ; ἀδελφαὶ ; αὐτοῦ ὧδε πρὸς ; ἡμᾶς; ἐσκανδαλίζοντο ; καὶ ἐν ; αὐτῷ.¶
مرقس 15: 40
Mrk.15.40
وَكَانَتْ أَيْضًا نِسَاءٌ يَنْظُرْنَ مِنْ بَعِيدٍ، بَيْنَهُنَّ مَرْيَمُ الْمَجْدَلِيَّةُ، وَمَرْيَمُ أُمُّ يَعْقُوبَ الصَّغِيرِ وَيُوسِي، وَسَالُومَةُ،
ἦσαν ; δὲ καὶ γυναῖκες θεωροῦσαι ἀπὸ μακρόθεν ἐν ; αἷς ; ἦν Μαρία ἡ ; Μαγδαληνὴ καὶ ; Μαρία ἡ ; μήτηρ τοῦ ; Ἰακώβου τοῦ ; μικροῦ καὶ ; Ἰωσῆτος καὶ ; Σαλώμη,
مرقس 15: 40
Mrk.15.40
وَكَانَتْ أَيْضًا نِسَاءٌ يَنْظُرْنَ مِنْ بَعِيدٍ، بَيْنَهُنَّ مَرْيَمُ الْمَجْدَلِيَّةُ، وَمَرْيَمُ أُمُّ يَعْقُوبَ الصَّغِيرِ وَيُوسِي، وَسَالُومَةُ،
ἦσαν ; δὲ καὶ γυναῖκες θεωροῦσαι ἀπὸ μακρόθεν ἐν ; αἷς ; ἦν Μαρία ἡ ; Μαγδαληνὴ καὶ ; Μαρία ἡ ; μήτηρ τοῦ ; Ἰακώβου τοῦ ; μικροῦ καὶ ; Ἰωσῆτος καὶ ; Σαλώμη,
مرقس 15: 47
Mrk.15.47
وَكَانَتْ مَرْيَمُ الْمَجْدَلِيَّةُ وَمَرْيَمُ أُمُّ يُوسِي تَنْظُرَانِ أَيْنَ وُضِعَ.
δὲ ἡ ; Μαρία ἡ ; Μαγδαληνὴ καὶ ; Μαρία ἡ Ἰωσῆτος ἐθεώρουν ποῦ τίθεται
مرقس 15: 47
Mrk.15.47
وَكَانَتْ مَرْيَمُ الْمَجْدَلِيَّةُ وَمَرْيَمُ أُمُّ يُوسِي تَنْظُرَانِ أَيْنَ وُضِعَ.
δὲ ἡ ; Μαρία ἡ ; Μαγδαληνὴ καὶ ; Μαρία ἡ Ἰωσῆτος ἐθεώρουν ποῦ τίθεται
مرقس 16: 1
Mrk.16.1
وَبَعْدَمَا مَضَى السَّبْتُ، اشْتَرَتْ مَرْيَمُ الْمَجْدَلِيَّةُ وَمَرْيَمُ أُمُّ يَعْقُوبَ وَسَالُومَةُ، حَنُوطًا لِيَأْتِينَ وَيَدْهَنَّهُ.
διαγενομένου ; Καὶ τοῦ ; σαββάτου ἠγόρασαν Μαρία ἡ ; Μαγδαληνὴ καὶ ; Μαρία ἡ ; τοῦ Ἰακώβου καὶ ; Σαλώμη ἀρώματα ἵνα ; ἐλθοῦσαι ἀλείψωσιν ; αὐτόν.
مرقس 16: 1
Mrk.16.1
وَبَعْدَمَا مَضَى السَّبْتُ، اشْتَرَتْ مَرْيَمُ الْمَجْدَلِيَّةُ وَمَرْيَمُ أُمُّ يَعْقُوبَ وَسَالُومَةُ، حَنُوطًا لِيَأْتِينَ وَيَدْهَنَّهُ.
διαγενομένου ; Καὶ τοῦ ; σαββάτου ἠγόρασαν Μαρία ἡ ; Μαγδαληνὴ καὶ ; Μαρία ἡ ; τοῦ Ἰακώβου καὶ ; Σαλώμη ἀρώματα ἵνα ; ἐλθοῦσαι ἀλείψωσιν ; αὐτόν.
مرقس 16: 9
Mrk.16.9
وَبَعْدَمَا قَامَ بَاكِرًا فِي أَوَّلِ الأُسْبُوعِ ظَهَرَ أَوَّلاً لِمَرْيَمَ الْمَجْدَلِيَّةِ، الَّتِي كَانَ قَدْ أَخْرَجَ مِنْهَا سَبْعَةَ شَيَاطِينَ.
[[Ἀναστὰς ; δὲ πρωῒ πρώτῃ σαββάτου ἐφάνη πρῶτον Μαρίᾳ τῇ ; Μαγδαληνῇ, ἧς ἐκβεβλήκει ἀφ᾽ ἑπτὰ δαιμόνια.
لوقا 1: 27
Luk.1.27
إِلَى عَذْرَاءَ مَخْطُوبَةٍ لِرَجُل مِنْ بَيْتِ دَاوُدَ اسْمُهُ يُوسُفُ. وَاسْمُ الْعَذْرَاءِ مَرْيَمُ.
πρὸς παρθένον ἐμνηστευμένην ἀνδρὶ ἐξ οἴκου Δαυίδ, ᾧ ; ὄνομα Ἰωσὴφ καὶ ; τὸ ; ὄνομα τῆς ; παρθένου Μαριάμ.¶
لوقا 1: 30
Luk.1.30
فَقَالَ لَهَا الْمَلاَكُ: لاَ تَخَافِي يَا مَرْيَمُ، لأَنَّكِ قَدْ وَجَدْتِ نِعْمَةً عِنْدَ اللهِ.
καὶ ; εἶπεν αὐτῇ· ὁ ; ἄγγελος μὴ φοβοῦ Μαριάμ, γὰρ εὗρες χάριν παρὰ τῷ ; θεῷ.
لوقا 1: 34
Luk.1.34
فَقَالَتْ مَرْيَمُ لِلْمَلاَكِ: كَيْفَ يَكُونُ هذَا وَأَنَا لَسْتُ أَعْرِفُ رَجُلاً.
Εἶπεν ; δὲ Μαριὰμ πρὸς ; τὸν ; ἄγγελον· πῶς ἔσται τοῦτο ἐπεὶ οὐ γινώσκω;¶ ἄνδρα
لوقا 1: 38
Luk.1.38
فَقَالَتْ مَرْيَمُ: هُوَذَا أَمَةُ الرَّبِّ. لِيَكُنْ لِي كَقَوْلِكَ. فَمَضَى مِنْ عِنْدِهَا الْمَلاَكُ.
Εἶπεν ; δὲ Μαριάμ· ἰδοὺ ἡ ; δούλη κυρίου· γένοιτό μοι κατὰ ; τὸ ; ῥῆμά ; σου. καὶ ; ἀπῆλθεν ἀπ᾽ αὐτῆς ὁ ; ἄγγελος.¶
لوقا 1: 39
Luk.1.39
فَقَامَتْ مَرْيَمُ فِي تِلْكَ الأَيَّامِ وَذَهَبَتْ بِسُرْعَةٍ إِلَى الْجِبَالِ إِلَى مَدِينَةِ يَهُوذَا،
Ἀναστᾶσα ; δὲ Μαριὰμ ἐν ταύταις ταῖς ; ἡμέραις ἐπορεύθη μετὰ ; σπουδῆς εἰς τὴν ; ὀρεινὴν εἰς πόλιν Ἰούδα
لوقا 1: 41
Luk.1.41
فَلَمَّا سَمِعَتْ أَلِيصَابَاتُ سَلاَمَ مَرْيَمَ ارْتَكَضَ الْجَنِينُ فِي بَطْنِهَا، وَامْتَلأَتْ أَلِيصَابَاتُ مِنَ الرُّوحِ الْقُدُسِ،
Καὶ ; ἐγένετο ; ὡς ἤκουσεν ἡ ; Ἐλισάβετ, τὸν ; ἀσπασμὸν τῆς ; Μαρίας ἐσκίρτησεν τὸ ; βρέφος ἐν τῇ ; κοιλίᾳ ; αὐτῆς, καὶ ; ἐπλήσθη ἡ ; Ἐλισάβετ πνεύματος ἁγίου
لوقا 1: 46
Luk.1.46
فَقَالَتْ مَرْيَمُ: تُعَظِّمُ نَفْسِي الرَّبَّ،
Καὶ ; εἶπεν Μαριάμ· μεγαλύνει ἡ ; ψυχή ; μου τὸν ; κύριον,
لوقا 1: 56
Luk.1.56
فَمَكَثَتْ مَرْيَمُ عِنْدَهَا نَحْوَ ثَلاَثَةِ أَشْهُرٍ، ثُمَّ رَجَعَتْ إِلَى بَيْتِهَا.
Ἔμεινεν ; δὲ Μαριὰμ σὺν ; αὐτῇ ὡσεὶ τρεῖς μῆνας καὶ ὑπέστρεψεν εἰς τὸν ; οἶκον ; αὐτῆς.¶
لوقا 2: 5
Luk.2.5
لِيُكْتَتَبَ مَعَ مَرْيَمَ امْرَأَتِهِ الْمَخْطُوبَةِ وَهِيَ حُبْلَى.
ἀπογράψασθαι σὺν Μαριὰμ γυναικί τῇ ; ἐμνηστευμένῃ ; αὐτῷ οὔσῃ ἐγκύῳ.¶
لوقا 2: 16
Luk.2.16
فَجَاءُوا مُسْرِعِينَ، وَوَجَدُوا مَرْيَمَ وَيُوسُفَ وَالطِّفْلَ مُضْجَعًا فِي الْمِذْوَدِ.
καὶ ; ἦλθαν σπεύσαντες καὶ ; ἀνεῦραν τήν ; τε ; Μαριὰμ καὶ ; τὸν ; Ἰωσὴφ καὶ ; τὸ ; βρέφος κείμενον ἐν τῇ ; φάτνῃ.
لوقا 2: 19
Luk.2.19
وَأَمَّا مَرْيَمُ فَكَانَتْ تَحْفَظُ جَمِيعَ هذَا الْكَلاَمِ مُتَفَكِّرَةً بِهِ فِي قَلْبِهَا.
δὲ Ἡ ; Μαριὰμ συνετήρει πάντα ταῦτα τὰ ; ῥήματα συμβάλλουσα ἐν τῇ ; καρδίᾳ ; αὐτῆς.
لوقا 2: 34
Luk.2.34
وَبَارَكَهُمَا سِمْعَانُ، وَقَالَ لِمَرْيَمَ أُمِّهِ: هَا إِنَّ هذَا قَدْ وُضِعَ لِسُقُوطِ وَقِيَامِ كَثِيرِينَ فِي إِسْرَائِيلَ، وَلِعَلاَمَةٍ تُقَاوَمُ.
καὶ ; εὐλόγησεν ; αὐτοὺς Συμεὼν καὶ ; εἶπεν πρὸς ; Μαριὰμ τὴν ; μητέρα ; αὐτοῦ· ἰδοὺ οὗτος κεῖται εἰς ; πτῶσιν καὶ ; ἀνάστασιν πολλῶν ἐν τῷ ; Ἰσραὴλ καὶ ; εἰς ; σημεῖον ἀντιλεγόμενον.