ك
إصحاح
G2500
G2501. iōsḗph
G2502
المعنى المختصر للكلمة
iōsḗph: Joseph, the name of seven Israelites
اللفظ الأصلي Ἰωσήφ
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق iōsḗph (ee-o-safe)
تكرار الورود في الكتاب 34 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل

Joseph, the name of seven Israelites

الإنجليزية — KJV Translation Tags
Joseph

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

Ἰωσὴφ (13×) ὁ ; Ἰωσὴφ (4×) τῷ ; Ἰωσὴφ (3×) τοῦ ; Ἰωσὴφ (3×) Ἰωσήφ, (2×) τὸν ; Ἰωσὴφ (2×) τῷ ; Ἰωσήφ. (1×) τῷ ; Ἰωσήφ, (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (34 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
وَيَعْقُوبُ وَلَدَ يُوسُفَ رَجُلَ مَرْيَمَ الَّتِي وُلِدَ مِنْهَا يَسُوعُ الَّذِي يُدْعَى الْمَسِيحَ.
Ἰακὼβ ; δὲ ἐγέννησεν τὸν ; Ἰωσὴφ τὸν ; ἄνδρα Μαρίας ἧς ἐγεννήθη ἐξ Ἰησοῦς ὁ λεγόμενος Χριστός.¶
أَمَّا وِلاَدَةُ يَسُوعَ الْمَسِيحِ فَكَانَتْ هكَذَا: لَمَّا كَانَتْ مَرْيَمُ أُمُّهُ مَخْطُوبَةً لِيُوسُفَ، قَبْلَ أَنْ يَجْتَمِعَا، وُجِدَتْ حُبْلَى مِنَ الرُّوحِ الْقُدُسِ.
δὲ ἡ ; γέννησις Τοῦ ; Ἰησοῦ Χριστοῦ ἦν· οὕτως γὰρ Μαρίας μητρὸς ; αὐτοῦ μνηστευθείσης τῷ ; Ἰωσήφ, πρὶν ἢ συνελθεῖν εὑρέθη ἐν ; γαστρὶ ; ἔχουσα ἐκ πνεύματος ἁγίου.
وَلكِنْ فِيمَا هُوَ مُتَفَكِّرٌ فِي هذِهِ الأُمُورِ، إِذَا مَلاَكُ الرَّبِّ قَدْ ظَهَرَ لَهُ فِي حُلْمٍ قَائِلاً: يَا يُوسُفُ ابْنَ دَاوُدَ، لاَ تَخَفْ أَنْ تَأْخُذَ مَرْيَمَ امْرَأَتَكَ. لأَنَّ الَّذِي حُبِلَ بِهِ فِيهَا هُوَ مِنَ الرُّوحِ الْقُدُسِ.
δὲ αὐτοῦ ἐνθυμηθέντος Ταῦτα ἰδοὺ ἄγγελος κυρίου ἐφάνη αὐτῷ κατ᾽ ὄναρ λέγων· Ἰωσὴφ υἱὸς Δαυίδ, μὴ φοβηθῇς παραλαβεῖν Μαρίαν τὴν ; γυναῖκά ; σου· γὰρ γεννηθὲν ἐν ; αὐτῇ ἐκ πνεύματός ἐστιν ; ἁγίου.
فَلَمَّا اسْتَيْقَظَ يُوسُفُ مِنَ النَّوْمِ فَعَلَ كَمَا أَمَرَهُ مَلاَكُ الرَّبِّ، وَأَخَذَ امْرَأَتَهُ.
δὲ Διεγερθεὶς ὁ ; Ἰωσὴφ ἀπὸ τοῦ ; ὕπνου ἐποίησεν ὡς προσέταξεν ; αὐτῷ ὁ ; ἄγγελος κυρίου· καὶ ; παρέλαβεν τὴν ; γυναῖκα ; αὐτοῦ
وَبَعْدَمَا انْصَرَفُوا، إِذَا مَلاَكُ الرَّبِّ قَدْ ظَهَرَ لِيُوسُفَ فِي حُلْمٍ قَائِلاً: قُمْ وَخُذِ الصَّبِيَّ وَأُمَّهُ وَاهْرُبْ إِلَى مِصْرَ، وَكُنْ هُنَاكَ حَتَّى أَقُولَ لَكَ. لأَنَّ هِيرُودُسَ مُزْمِعٌ أَنْ يَطْلُبَ الصَّبِيَّ لِيُهْلِكَهُ.
δὲ Ἀναχωρησάντων ; αὐτῶν ἰδοὺ ἄγγελος κυρίου φαίνεται τῷ ; Ἰωσὴφ κατ᾽ ὄναρ λέγων· ἐγερθεὶς παράλαβε τὸ ; παιδίον καὶ ; τὴν ; μητέρα ; αὐτοῦ καὶ ; φεῦγε εἰς Αἴγυπτον ἴσθι ἐκεῖ ἕως εἴπω σοι· γὰρ Ἡρῴδης μέλλει ζητεῖν τὸ ; παιδίον ἀπολέσαι ; αὐτό.
فَلَمَّا مَاتَ هِيرُودُسُ، إِذَا مَلاَكُ الرَّبِّ قَدْ ظَهَرَ فِي حُلْمٍ لِيُوسُفَ فِي مِصْرَ
δὲ Τελευτήσαντος τοῦ ; Ἡρῴδου ἰδοὺ ἄγγελος κυρίου φαίνεται κατ᾽ ὄναρ τῷ ; Ἰωσὴφ ἐν Αἰγύπτῳ
متى 27: 57 Mat.27.57
وَلَمَّا كَانَ الْمَسَاءُ، جَاءَ رَجُلٌ غَنِيٌّ مِنَ الرَّامَةِ اسْمُهُ يُوسُفُ، وَكَانَ هُوَ أَيْضًا تِلْمِيذًا لِيَسُوعَ.
δὲ γενομένης Ὀψίας ἦλθεν ἄνθρωπος πλούσιος ἀπὸ Ἁριμαθαίας, τοὔνομα Ἰωσήφ, ὃς αὐτὸς καὶ ἐμαθήτευσεν τῷ ; Ἰησοῦ.
متى 27: 59 Mat.27.59
فَأَخَذَ يُوسُفُ الْجَسَدَ وَلَفَّهُ بِكَتَّانٍ نَقِيٍّ،
Καὶ ; λαβὼν ὁ ; Ἰωσὴφ τὸ ; σῶμα ἐνετύλιξεν ; αὐτὸ σινδόνι καθαρᾷ
جَاءَ يُوسُفُ الَّذِي مِنَ الرَّامَةِ، مُشِيرٌ شَرِيفٌ، وَكَانَ هُوَ أَيْضًا مُنْتَظِرًا مَلَكُوتَ اللهِ، فَتَجَاسَرَ وَدَخَلَ إِلَى بِيلاَطُسَ وَطَلَبَ جَسَدَ يَسُوعَ.
ἦλθεν Ἰωσὴφ ὁ ; ἀπὸ Ἁριμαθαίας, βουλευτὴς εὐσχήμων ὃς αὐτὸς καὶ ἦν ; προσδεχόμενος τὴν ; βασιλείαν τοῦ ; θεοῦ, τολμήσας εἰσῆλθεν πρὸς Πιλᾶτον καὶ ; ᾐτήσατο τὸ ; σῶμα τοῦ ; Ἰησοῦ.
وَلَمَّا عَرَفَ مِنْ قَائِدِ الْمِئَةِ، وَهَبَ الْجَسَدَ لِيُوسُفَ.
καὶ γνοὺς ἀπὸ τοῦ ; κεντυρίωνος ἐδωρήσατο τὸ ; σῶμα τῷ ; Ἰωσήφ.
إِلَى عَذْرَاءَ مَخْطُوبَةٍ لِرَجُل مِنْ بَيْتِ دَاوُدَ اسْمُهُ يُوسُفُ. وَاسْمُ الْعَذْرَاءِ مَرْيَمُ.
πρὸς παρθένον ἐμνηστευμένην ἀνδρὶ ἐξ οἴκου Δαυίδ, ᾧ ; ὄνομα Ἰωσὴφ καὶ ; τὸ ; ὄνομα τῆς ; παρθένου Μαριάμ.¶
فَصَعِدَ يُوسُفُ أَيْضًا مِنَ الْجَلِيلِ مِنْ مَدِينَةِ النَّاصِرَةِ إِلَى الْيَهُودِيَّةِ، إِلَى مَدِينَةِ دَاوُدَ الَّتِي تُدْعَى بَيْتَ لَحْمٍ، لِكَوْنِهِ مِنْ بَيْتِ دَاوُدَ وَعَشِيرَتِهِ،
ἀνέβη ; δὲ Ἰωσὴφ καὶ ἀπὸ τῆς ; Γαλιλαίας ἐκ πόλεως Ναζαρὲθ εἰς τὴν ; Ἰουδαίαν εἰς πόλιν Δαυὶδ ἥτις καλεῖται Βηθλέεμ, διὰ ; τὸ ; εἶναι ; αὐτὸν ἐξ οἴκου Δαυίδ, καὶ ; πατριᾶς
فَجَاءُوا مُسْرِعِينَ، وَوَجَدُوا مَرْيَمَ وَيُوسُفَ وَالطِّفْلَ مُضْجَعًا فِي الْمِذْوَدِ.
καὶ ; ἦλθαν σπεύσαντες καὶ ; ἀνεῦραν τήν ; τε ; Μαριὰμ καὶ ; τὸν ; Ἰωσὴφ καὶ ; τὸ ; βρέφος κείμενον ἐν τῇ ; φάτνῃ.
وَكَانَ يُوسُفُ وَأُمُّهُ يَتَعَجَّبَانِ مِمَّا قِيلَ فِيهِ.
Καὶ ; ἦν Ἰωσὴφ αὐτοῦ ; καὶ ; ἡ ; μήτηρ θαυμάζοντες ἐπὶ ; τοῖς λαλουμένοις περὶ ; αὐτοῦ.
وَبَعْدَمَا أَكْمَلُوا الأَيَّامَ بَقِيَ عِنْدَ رُجُوعِهِمَا الصَّبِيُّ يَسُوعُ فِي أُورُشَلِيمَ، وَيُوسُفُ وَأُمُّهُ لَمْ يَعْلَمَا.
τελειωσάντων ; καὶ τὰς ; ἡμέρας ὑπέμεινεν ἐν τῷ ; ὑποστρέφειν ; αὐτοὺς ὁ ; παῖς Ἰησοῦς ἐν Ἰερουσαλήμ, καὶ ; Ἰωσὴφ καὶ ; ἡ ; μήτηρ ; αὐτοῦ. οὐκ ἔγνω
وَلَمَّا ابْتَدَأَ يَسُوعُ كَانَ لَهُ نَحْوُ ثَلاَثِينَ سَنَةً، وَهُوَ عَلَى مَا كَانَ يُظَنُّ ابْنَ يُوسُفَ، بْنِ هَالِي،
Καὶ ἀρχόμενος ὁ ; Ἰησοῦς ἦν αὐτὸς ὡσεὶ τριάκοντα ἐτῶν ὢν ὡς ἐνομίζετο, υἱός, Ἰωσὴφ τοῦ ; Ἠλὶ
بْنِ مَتْثَاتَ، بْنِ لاَوِي، بْنِ مَلْكِي، بْنِ يَنَّا، بْنِ يُوسُفَ،
τοῦ ; Μαθθὰτ τοῦ ; Λευὶ τοῦ ; Μελχὶ τοῦ ; Ἰανναὶ τοῦ ; Ἰωσὴφ
بْنِ مَآثَ، بْنِ مَتَّاثِيَا، بْنِ شِمْعِي، بْنِ يُوسُفَ، بْنِ يَهُوذَا،
τοῦ ; Μάαθ τοῦ ; Ματταθίου τοῦ ; Σεμεῒν τοῦ ; Ἰωσήφ τοῦ ; Ἰούδα
بْنِ شِمْعُونَ، بْنِ يَهُوذَا، بْنِ يُوسُفَ، بْنِ يُونَانَ، بْنِ أَلِيَاقِيمَ،
τοῦ ; Συμεὼν τοῦ ; Ἰούδα τοῦ ; Ἰωσὴφ τοῦ ; Ἰωνὰμ τοῦ ; Ἐλιακὶμ
وَكَانَ الْجَمِيعُ يَشْهَدُونَ لَهُ وَيَتَعَجَّبُونَ مِنْ كَلِمَاتِ النِّعْمَةِ الْخَارِجَةِ مِنْ فَمِهِ، وَيَقُولُونَ: أَلَيْسَ هذَا ابْنَ يُوسُفَ.
καὶ πάντες ἐμαρτύρουν αὐτῷ καὶ ; ἐθαύμαζον ἐπὶ τοῖς ; λόγοις τῆς ; χάριτος τοῖς ; ἐκπορευομένοις ἐκ τοῦ ; στόματος ; αὐτοῦ καὶ ; ἔλεγον· Οὐχ; ἐστιν οὗτος; υἱός ὁ ; Ἰωσὴφ
وَإِذَا رَجُلٌ اسْمُهُ يُوسُفُ، وَكَانَ مُشِيرًا وَرَجُلاً صَالِحًا بَارًّا .
Καὶ ; ἰδοὺ ἀνὴρ ὀνόματι Ἰωσὴφ ὑπάρχων, βουλευτὴς ἀνὴρ ἀγαθὸς καὶ ; δίκαιος·
فِيلُبُّسُ وَجَدَ نَثَنَائِيلَ وَقَالَ لَهُ: وَجَدْنَا الَّذِي كَتَبَ عَنْهُ مُوسَى فِي النَّامُوسِ وَالأَنْبِيَاءُ يَسُوعَ ابْنَ يُوسُفَ الَّذِي مِنَ النَّاصِرَةِ.
Φίλιππος Εὑρίσκει τὸν ; Ναθαναὴλ καὶ ; λέγει αὐτῷ· εὑρήκαμεν, ὃν ; ἔγραψεν Μωϋσῆς ἐν τῷ ; νόμῳ καὶ ; οἱ ; προφῆται, Ἰησοῦν τὸν ; υἱὸν τοῦ ; Ἰωσὴφ ἀπὸ ; τὸν Ναζαρέτ.
فَأَتَى إِلَى مَدِينَةٍ مِنَ السَّامِرَةِ يُقَالُ لَهَا سُوخَارُ، بِقُرْبِ الضَّيْعَةِ الَّتِي وَهَبَهَا يَعْقُوبُ لِيُوسُفَ ابْنِهِ.
ἔρχεται ; οὖν εἰς πόλιν τῆς ; Σαμαρείας λεγομένην Συχάρ, πλησίον τοῦ ; χωρίου ὃ ἔδωκεν Ἰακὼβ τῷ ; Ἰωσὴφ τῷ ; υἱῷ ; αὐτοῦ·
وَقَالُوا: أَلَيْسَ هذَا هُوَ يَسُوعَ بْنَ يُوسُفَ، الَّذِي نَحْنُ عَارِفُونَ بِأَبِيهِ وَأُمِّهِ. فَكَيْفَ يَقُولُ هذَا: إِنِّي نَزَلْتُ مِنَ السَّمَاءِ.
καὶ ; ἔλεγον· Οὐχὶ οὗτός ἐστιν Ἰησοῦς ὁ ; υἱὸς Ἰωσήφ, οὗ ἡμεῖς οἴδαμεν τὸν ; πατέρα καὶ ; τὴν ; μητέρα; πῶς ; οὖν λέγει οὗτος ὅτι ; καταβέβηκα;¶ ἐκ τοῦ ; οὐρανοῦ
ثُمَّ إِنَّ يُوسُفَ الَّذِي مِنَ الرَّامَةِ، وَهُوَ تِلْمِيذُ يَسُوعَ، وَلكِنْ خُفْيَةً لِسَبَبِ الْخَوْفِ مِنَ الْيَهُودِ، سَأَلَ بِيلاَطُسَ أَنْ يَأْخُذَ جَسَدَ يَسُوعَ، فَأَذِنَ بِيلاَطُسُ. فَجَاءَ وَأَخَذَ جَسَدَ يَسُوعَ.
Μετὰ ; δὲ ; ταῦτα ὁ ; Ἰωσὴφ ὁ ἀπὸ Ἁριμαθαίας ὢν μαθητὴς τοῦ ; Ἰησοῦ, δὲ κεκρυμμένος διὰ τὸν ; φόβον τῶν Ἰουδαίων, ἠρώτησεν τὸν ; Πιλᾶτον ἵνα ἄρῃ τὸ ; σῶμα τοῦ ; Ἰησοῦ. καὶ ; ἐπέτρεψεν ὁ ; Πιλᾶτος. ἦλθεν ; οὖν καὶ ; ἦρεν τὸ ; σῶμα τοῦ Ἰησοῦ
فَأَقَامُوا اثْنَيْنِ: يُوسُفَ الَّذِي يُدْعَى بَارْسَابَا الْمُلَقَّبَ يُوسْتُسَ، وَمَتِّيَاسَ.
καὶ ; ἔστησαν δύο, Ἰωσὴφ τὸν καλούμενον Βαρσαββᾶν ὃς ; ἐπεκλήθη Ἰοῦστος Μαθθίαν. ; καὶ
وَرُؤَسَاءُ الآبَاءِ حَسَدُوا يُوسُفَ وَبَاعُوهُ إِلَى مِصْرَ، وَكَانَ اللهُ مَعَهُ،
καὶ ; οἱ ; πατριάρχαι ζηλώσαντες τὸν ; Ἰωσὴφ ἀπέδοντο εἰς Αἴγυπτον· καὶ ; ἦν ὁ ; θεὸς αὐτοῦ ; μετ᾽
وَفِي الْمَرَّةِ الثَّانِيَةِ اسْتَعْرَفَ يُوسُفُ إِلَى إِخْوَتِهِ، وَاسْتَعْلَنَتْ عَشِيرَةُ يُوسُفَ لِفِرْعَوْنَ.
ἐν ; καὶ τῷ ; δευτέρῳ ἀνεγνωρίσθη Ἰωσὴφ τοῖς ; ἀδελφοῖς ; αὐτοῦ, καὶ ; φανερὸν ; ἐγένετο τὸ ; γένος τοῦ ; Ἰωσήφ. τῷ ; Φαραὼ
وَفِي الْمَرَّةِ الثَّانِيَةِ اسْتَعْرَفَ يُوسُفُ إِلَى إِخْوَتِهِ، وَاسْتَعْلَنَتْ عَشِيرَةُ يُوسُفَ لِفِرْعَوْنَ.
ἐν ; καὶ τῷ ; δευτέρῳ ἀνεγνωρίσθη Ἰωσὴφ τοῖς ; ἀδελφοῖς ; αὐτοῦ, καὶ ; φανερὸν ; ἐγένετο τὸ ; γένος τοῦ ; Ἰωσήφ. τῷ ; Φαραὼ
فَأَرْسَلَ يُوسُفُ وَاسْتَدْعَى أَبَاهُ يَعْقُوبَ وَجَمِيعَ عَشِيرَتِهِ، خَمْسَةً وَسَبْعِينَ نَفْسًا.
ἀποστείλας ; δὲ Ἰωσὴφ μετεκαλέσατο τὸν ; πατέρα ; αὐτοῦ Ἰακὼβ καὶ ; πᾶσαν τὴν ; συγγένειαν ; αὐτοῦ πέντε. ἑβδομήκοντα ψυχαῖς