ك
إصحاح
G2263
G2264. hērṓdēs
G2265
المعنى المختصر للكلمة
hērṓdēs: heroic
اللفظ الأصلي Ἡρώδης
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق hērṓdēs (hay-ro-dace)
تكرار الورود في الكتاب 44 مرة في الكتاب
المعنى والشرح المفصل
1 heroic
2 Herod, the name of four Jewish kings
الإنجليزية — KJV Translation Tags
Herod

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

Ἡρῴδης (11×) ὁ ; Ἡρῴδης (7×) Ἡρῴδου (7×) τοῦ ; Ἡρῴδου (3×) Ὁ ; Ἡρῴδης (2×) ὁ ; Ἡρῴδης, (2×) Ἡρῴδης· (2×) τῷ ; Ἡρῴδῃ (2×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (44 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
وَلَمَّا وُلِدَ يَسُوعُ فِي بَيْتِ لَحْمِ الْيَهُودِيَّةِ، فِي أَيَّامِ هِيرُودُسَ الْمَلِكِ، إِذَا مَجُوسٌ مِنَ الْمَشْرِقِ قَدْ جَاءُوا إِلَى أُورُشَلِيمَ
δὲ γεννηθέντος Ἰησοῦ ; Τοῦ ἐν Βηθλέεμ τῆς ; Ἰουδαίας ἐν ἡμέραις Ἡρῴδου τοῦ ; βασιλέως ἰδοὺ μάγοι ἀπὸ ἀνατολῶν παρεγένοντο εἰς Ἱεροσόλυμα
فَلَمَّا سَمِعَ هِيرُودُسُ الْمَلِكُ اضْطَرَبَ وَجَمِيعُ أُورُشَلِيمَ مَعَهُ.
δὲ Ἀκούσας Ἡρῴδης ὁ ; βασιλεὺς ἐταράχθη καὶ ; πᾶσα Ἱεροσόλυμα μετ᾽ ; αὐτοῦ,
حِينَئِذٍ دَعَا هِيرُودُسُ الْمَجُوسَ سِرًّا، وَتَحَقَّقَ مِنْهُمْ زَمَانَ النَّجْمِ الَّذِي ظَهَرَ.
Τότε καλέσας Ἡρῴδης τοὺς ; μάγους λάθρᾳ ἠκρίβωσεν παρ᾽ ; αὐτῶν τὸν ; χρόνον τοῦ ; ἀστέρος, φαινομένου
ثُمَّ إِذْ أُوحِيَ إِلَيْهِمْ فِي حُلْمٍ أَنْ لاَ يَرْجِعُوا إِلَى هِيرُودُسَ، انْصَرَفُوا فِي طَرِيق أُخْرَى إِلَى كُورَتِهِمْ.
καὶ χρηματισθέντες κατ᾽ ὄναρ μὴ ἀνακάμψαι πρὸς Ἡρῴδην, ἀνεχώρησαν δι᾽ ὁδοῦ ἄλλης εἰς τὴν ; χώραν ; αὐτῶν.¶
وَبَعْدَمَا انْصَرَفُوا، إِذَا مَلاَكُ الرَّبِّ قَدْ ظَهَرَ لِيُوسُفَ فِي حُلْمٍ قَائِلاً: قُمْ وَخُذِ الصَّبِيَّ وَأُمَّهُ وَاهْرُبْ إِلَى مِصْرَ، وَكُنْ هُنَاكَ حَتَّى أَقُولَ لَكَ. لأَنَّ هِيرُودُسَ مُزْمِعٌ أَنْ يَطْلُبَ الصَّبِيَّ لِيُهْلِكَهُ.
δὲ Ἀναχωρησάντων ; αὐτῶν ἰδοὺ ἄγγελος κυρίου φαίνεται τῷ ; Ἰωσὴφ κατ᾽ ὄναρ λέγων· ἐγερθεὶς παράλαβε τὸ ; παιδίον καὶ ; τὴν ; μητέρα ; αὐτοῦ καὶ ; φεῦγε εἰς Αἴγυπτον ἴσθι ἐκεῖ ἕως εἴπω σοι· γὰρ Ἡρῴδης μέλλει ζητεῖν τὸ ; παιδίον ἀπολέσαι ; αὐτό.
وَكَانَ هُنَاكَ إِلَى وَفَاةِ هِيرُودُسَ. لِكَيْ يَتِمَّ مَا قِيلَ مِنَ الرَّبِّ بِالنَّبِيِّ الْقَائِل: مِنْ مِصْرَ دَعَوْتُ ابْني.
καὶ ; ἦν ἐκεῖ ἕως τῆς ; τελευτῆς Ἡρῴδου, ἵνα πληρωθῇ τὸ ; ῥηθὲν ὑπὸ τοῦ ; κυρίου διὰ ; τοῦ ; προφήτου λέγοντος· ἐξ Αἰγύπτου ἐκάλεσα τὸν ; υἱόν ; μου.¶
حِينَئِذٍ لَمَّا رَأَى هِيرُودُسُ أَنَّ الْمَجُوسَ سَخِرُوا بِهِ غَضِبَ جِدًّا. فَأَرْسَلَ وَقَتَلَ جَمِيعَ الصِّبْيَانِ الَّذِينَ فِي بَيْتِ لَحْمٍ وَفِي كُلِّ تُخُومِهَا، مِنِ ابْنِ سَنَتَيْنِ فَمَا دُونُ، بِحَسَب الزَّمَانِ الَّذِي تَحَقَّقَهُ مِنَ الْمَجُوسِ.
Τότε ἰδὼν Ἡρῴδης ὅτι ὑπὸ ; τῶν ; μάγων ἐνεπαίχθη ἐθυμώθη λίαν, καὶ ; ἀποστείλας ἀνεῖλεν πάντας τοὺς ; παῖδας τοὺς ἐν Βηθλέεμ καὶ ; ἐν πᾶσιν τοῖς ; ὁρίοις ; αὐτῆς ἀπὸ διετοῦς καὶ ; κατωτέρω κατὰ τὸν ; χρόνον ὃν ἠκρίβωσεν παρὰ τῶν ; μάγων.¶
فَلَمَّا مَاتَ هِيرُودُسُ، إِذَا مَلاَكُ الرَّبِّ قَدْ ظَهَرَ فِي حُلْمٍ لِيُوسُفَ فِي مِصْرَ
δὲ Τελευτήσαντος τοῦ ; Ἡρῴδου ἰδοὺ ἄγγελος κυρίου φαίνεται κατ᾽ ὄναρ τῷ ; Ἰωσὴφ ἐν Αἰγύπτῳ
وَلكِنْ لَمَّا سَمِعَ أَنَّ أَرْخِيلاَوُسَ يَمْلِكُ عَلَى الْيَهُودِيَّةِ عِوَضًا عَنْ هِيرُودُسَ أَبِيهِ، خَافَ أَنْ يَذْهَبَ إِلَى هُنَاكَ. وَإِذْ أُوحِيَ إِلَيْهِ فِي حُلْمٍ، انْصَرَفَ إِلَى نَوَاحِي الْجَلِيلِ.
δὲ Ἀκούσας ὅτι Ἀρχέλαος βασιλεύει ἐπὶ τῆς ; Ἰουδαίας ἀντὶ Ἡρῴδου τοῦ ; πατρὸς ; αὐτοῦ ἐφοβήθη ἀπελθεῖν. ἐκεῖ δὲ χρηματισθεὶς κατ᾽ ὄναρ ἀνεχώρησεν εἰς τὰ ; μέρη τῆς ; Γαλιλαίας,
فِي ذلِكَ الْوَقْتِ سَمِعَ هِيرُودُسُ رَئِيسُ الرُّبْعِ خَبَرَ يَسُوعَ،
Ἐν ἐκείνῳ τῷ ; καιρῷ ἤκουσεν Ἡρῴδης τετραάρχης ; ὁ τὴν ; ἀκοὴν Ἰησοῦ
فَإِنَّ هِيرُودُسَ كَانَ قَدْ أَمْسَكَ يُوحَنَّا وَأَوْثَقَهُ وَطَرَحَهُ فِي سِجْنٍ مِنْ أَجْلِ هِيرُودِيَّا امْرَأَةِ فِيلُبُّسَ أَخِيهِ،
γὰρ ὁ ; Ἡρῴδης κρατήσας τὸν ; Ἰωάννην ἔδησεν ; αὐτὸν ἔθετο ἐν φυλακῇ διὰ Ἡρῳδιάδα τὴν ; γυναῖκα Φιλίππου τοῦ ; ἀδελφοῦ ; αὐτοῦ.
ثُمَّ لَمَّا صَارَ مَوْلِدُ هِيرُودُسَ، رَقَصَتِ ابْنَةُ هِيرُودِيَّا فِي الْوَسْطِ فَسَرَّتْ هِيرُودُسَ.
δὲ ἀγομένων Γενεσίων τοῦ ; Ἡρῴδου ὠρχήσατο ἡ ; θυγάτηρ τῆς ; Ἡρῳδιάδος ἐν τῷ ; μέσῳ καὶ ; ἤρεσεν τῷ ; Ἡρῴδῃ·
ثُمَّ لَمَّا صَارَ مَوْلِدُ هِيرُودُسَ، رَقَصَتِ ابْنَةُ هِيرُودِيَّا فِي الْوَسْطِ فَسَرَّتْ هِيرُودُسَ.
δὲ ἀγομένων Γενεσίων τοῦ ; Ἡρῴδου ὠρχήσατο ἡ ; θυγάτηρ τῆς ; Ἡρῳδιάδος ἐν τῷ ; μέσῳ καὶ ; ἤρεσεν τῷ ; Ἡρῴδῃ·
فَسَمِعَ هِيرُودُسُ الْمَلِكُ، لأَنَّ اسْمَهُ صَارَ مَشْهُورًا. وَقَالَ: إِنَّ يُوحَنَّا الْمَعْمَدَانَ قَامَ مِنَ الأَمْوَاتِ وَلِذلِكَ تُعْمَلُ بِهِ الْقُوَّاتُ.
Καὶ ; ἤκουσεν Ἡρῴδης· ὁ ; βασιλεὺς γὰρ τὸ ; ὄνομα ; αὐτοῦ. ἐγένετο φανερὸν καὶ ; ἔλεγεν ὅτι Ἰωάννης ὁ ; βαπτίζων ἠγέρθη ἐκ νεκρῶν, καὶ ; διὰ ; τοῦτο ἐνεργοῦσιν ἐν ; αὐτῷ. αἱ ; δυνάμεις
وَلكِنْ لَمَّا سَمِعَ هِيرُودُسُ قَالَ: هذَا هُوَ يُوحَنَّا الَّذِي قَطَعْتُ أَنَا رَأْسَهُ. إِنَّهُ قَامَ مِنَ الأَمْوَاتِ.
δὲ ἀκούσας ὁ ; Ἡρῴδης εἶπεν οὗτος ἐστιν Ἰωάννην, ὃν ἀπεκεφάλισα ; ἐγὼ ὅτι· ; αὐτὸς ἠγέρθη ἐκ νεκρῶν.
لأَنَّ هِيرُودُسَ نَفْسَهُ كَانَ قَدْ أَرْسَلَ وَأَمْسَكَ يُوحَنَّا وَأَوْثَقَهُ فِي السِّجْنِ مِنْ أَجْلِ هِيرُودِيَّا امْرَأَةِ فِيلُبُّسَ أَخِيهِ، إِذْ كَانَ قَدْ تَزَوَّجَ بِهَا.
γὰρ ὁ ; Ἡρῴδης αὐτὸς ἀποστείλας ἐκράτησεν τὸν ; Ἰωάννην καὶ ; ἔδησεν ἐν τῇ ; φυλακῇ διὰ Ἡρῳδιάδα τὴν ; γυναῖκα Φιλίππου τοῦ ; ἀδελφοῦ ; αὐτοῦ ὅτι ἐγάμησεν· αὐτὴν
لأَنَّ يُوحَنَّا كَانَ يَقُولُ لِهِيرُودُسَ: لاَ يَحِلُّ أَنْ تَكُونَ لَكَ امْرَأَةُ أَخِيكَ
γὰρ ὁ ; Ἰωάννης ἔλεγεν τῷ ; Ἡρῴδῃ οὐκ ἔξεστίν ὅτι ἔχειν σοι τὴν ; γυναῖκα τοῦ ; ἀδελφοῦ ; σου.
لأَنَّ هِيرُودُسَ كَانَ يَهَابُ يُوحَنَّا عَالِمًا أَنَّهُ رَجُلٌ بَارٌّ وَقِدِّيسٌ، وَكَانَ يَحْفَظُهُ. وَإِذْ سَمِعَهُ، فَعَلَ كَثِيرًا، وَسَمِعَهُ بِسُرُورٍ.
γὰρ ὁ ; Ἡρῴδης ἐφοβεῖτο τὸν ; Ἰωάννην εἰδὼς αὐτὸν ἄνδρα δίκαιον καὶ ; ἅγιον καὶ ; συνετήρει ; αὐτόν. καὶ ; ἀκούσας ; αὐτοῦ ἐποίει πολλὰ καὶ ; αὐτοῦ ; ἤκουεν.¶ ἡδέως
وَإِذْ كَانَ يَوْمٌ مُوافِقٌ، لَمَّا صَنَعَ هِيرُودُسُ فِي مَوْلِدِهِ عَشَاءً لِعُظَمَائِهِ وَقُوَّادِ الأُلُوفِ وَوُجُوهِ الْجَلِيلِ،
Καὶ γενομένης ἡμέρας εὐκαίρου ὅτε ἐποίει Ἡρῴδης τοῖς γενεσίοις ; αὐτοῦ δεῖπνον τοῖς ; μεγιστᾶσιν ; αὐτοῦ καὶ ; τοῖς ; χιλιάρχοις πρώτοις ; τοῖς ; καὶ τῆς ; Γαλιλαίας
دَخَلَتِ ابْنَةُ هِيرُودِيَّا وَرَقَصَتْ، فَسَرَّتْ هِيرُودُسَ وَالْمُتَّكِئِينَ مَعَهُ. فَقَالَ الْمَلِكُ لِلصَّبِيَّةِ: مَهْمَا أَرَدْتِ اطْلُبِي مِنِّي فَأُعْطِيَكِ.
καὶ ; εἰσελθούσης τῆς ; θυγατρὸς ; αὐτῆς τῆς ; Ἡρῳδιάδος καὶ ; ὀρχησαμένης καὶ ; ἀρεσάσης τῷ ; Ἡρῴδῃ καὶ ; τοῖς ; συνανακειμένοις εἶπεν ὁ ; βασιλεὺς τῷ ; κορασίῳ· ὃ θέλῃς, αἴτησόν με καὶ ; δώσω ; σοι.
وَأَوْصَاهُمْ قَائِلاً: انْظُرُوا. وَتَحَرَّزُوا مِنْ خَمِيرِ الْفَرِّيسِيِّينَ وَخَمِيرِ هِيرُودُسَ
καὶ ; διεστέλλετο ; αὐτοῖς λέγων· ὁρᾶτε, βλέπετε ἀπὸ τῆς ; ζύμης τῶν ; Φαρισαίων καὶ ; τῆς ; ζύμης Ἡρῴδου.
كَانَ فِي أَيَّامِ هِيرُودُسَ مَلِكِ الْيَهُودِيَّةِ كَاهِنٌ اسْمُهُ زَكَرِيَّا مِنْ فِرْقَةِ أَبِيَّا، وَامْرَأَتُهُ مِنْ بَنَاتِ هارُونَ وَاسْمُهَا أَلِيصَابَاتُ.
Ἐγένετο ἐν ταῖς ; ἡμέραις Ἡρῴδου τοῦ ; βασιλέως τῆς ; Ἰουδαίας ἱερεύς ; τις ὀνόματι Ζαχαρίας ἐξ ἐφημερίας Ἀβιά, καὶ ; ἡ ; γυνὴ ; αὐτοῦ ἐκ τῶν ; θυγατέρων Ἀαρὼν καὶ ; τὸ ; ὄνομα ; αὐτῆς Ἐλισάβετ.¶
وَفِي السَّنَةِ الْخَامِسَةِ عَشْرَةَ مِنْ سَلْطَنَةِ طِيبَارِيُوسَ قَيْصَرَ، إِذْ كَانَ بِيلاَطُسُ الْبُنْطِيُّ وَالِيًا عَلَى الْيَهُودِيَّةِ، وَهِيرُودُسُ رَئِيسَ رُبْعٍ عَلَى الْجَلِيلِ، وَفِيلُبُّسُ أَخُوهُ رَئِيسَ رُبْعٍ عَلَى إِيطُورِيَّةَ وَكُورَةِ تَرَاخُونِيتِسَ، وَلِيسَانِيُوسُ رَئِيسَ رُبْعٍ عَلَى الأَبِلِيَّةِ،
Ἐν ; δὲ ἔτει πεντεκαιδεκάτῳ τῆς ἡγεμονίας Τιβερίου Καίσαρος, Πιλάτου Ποντίου ἡγεμονεύοντος τῆς ; Ἰουδαίας καὶ ; Ἡρῴδου, τετρααρχοῦντος τῆς ; Γαλιλαίας Φιλίππου ; δὲ τοῦ ; ἀδελφοῦ αὐτοῦ ; τετρααρχοῦντος τῆς ; Ἰτουραίας καὶ ; χώρας Τραχωνίτιδος καὶ ; Λυσανίου τῆς ; τετρααρχοῦντος Ἀβιληνῆς
أَمَّا هِيرُودُسُ رَئِيسُ الرُّبْعِ فَإِذْ تَوَبَّخَ مِنْهُ لِسَبَبِ هِيرُودِيَّا امْرَأَةِ فِيلُبُّسَ أَخِيهِ، وَلِسَبَبِ جَمِيعِ الشُّرُورِ الَّتِي كَانَ هِيرُودُسُ يَفْعَلُهَا،
δὲ Ὁ ; Ἡρῴδης ὁ ; τετραάρχης ἐλεγχόμενος ὑπ᾽ ; αὐτοῦ περὶ Ἡρῳδιάδος τῆς ; γυναικὸς φιλίππου τοῦ ; ἀδελφοῦ ; αὐτοῦ καὶ ; περὶ πάντων πονηρῶν ὧν ὁ ; Ἡρῴδης, ἐποίησεν
أَمَّا هِيرُودُسُ رَئِيسُ الرُّبْعِ فَإِذْ تَوَبَّخَ مِنْهُ لِسَبَبِ هِيرُودِيَّا امْرَأَةِ فِيلُبُّسَ أَخِيهِ، وَلِسَبَبِ جَمِيعِ الشُّرُورِ الَّتِي كَانَ هِيرُودُسُ يَفْعَلُهَا،
δὲ Ὁ ; Ἡρῴδης ὁ ; τετραάρχης ἐλεγχόμενος ὑπ᾽ ; αὐτοῦ περὶ Ἡρῳδιάδος τῆς ; γυναικὸς φιλίππου τοῦ ; ἀδελφοῦ ; αὐτοῦ καὶ ; περὶ πάντων πονηρῶν ὧν ὁ ; Ἡρῴδης, ἐποίησεν
وَيُوَنَّا امْرَأَةُ خُوزِي وَكِيلِ هِيرُودُسَ، وَسُوسَنَّةُ، وَأُخَرُ كَثِيرَاتٌ كُنَّ يَخْدِمْنَهُ مِنْ أَمْوَالِهِنَّ.
καὶ ; Ἰωάννα γυνὴ Χουζᾶ ἐπιτρόπου Ἡρῴδου καὶ ; Σουσάννα καὶ ; ἕτεραι πολλαὶ αἵτινες διηκόνουν ; αὐτῷ ἀπὸ τῶν ; ὑπαρχόντων ; αὐταῖς.¶
فَسَمِعَ هِيرُودُسُ رَئِيسُ الرُّبْعِ بِجَمِيعِ مَا كَانَ مِنْهُ، وَارْتَابَ، لأَنَّ قَوْمًا كَانُوا يَقُولُونَ: إِنَّ يُوحَنَّا قَدْ قَامَ مِنَ الأَمْوَاتِ.
Ἤκουσεν ; δὲ Ἡρῴδης ὁ ; τετραάρχης πάντα τὰ γινόμενα ὑπ᾽ ; αὐτοῦ καὶ ; διηπόρει διὰ ὑπό ; τινων τὸ ; λέγεσθαι ὅτι Ἰωάννης ἐγήγερται ἐκ νεκρῶν,
فَقَالَ هِيرُودُسُ: يُوحَنَّا أَنَا قَطَعْتُ رَأْسَهُ. فَمَنْ هُوَ هذَا الَّذِي أَسْمَعُ عَنْهُ مِثْلَ هذَا. وَكَانَ يَطْلُبُ أَنْ يَرَاهُ.
Καὶ ; Εἶπεν ὁ ; Ἡρῴδης· Ἰωάννην ἐγὼ ἀπεκεφάλισα· τίς ; δέ ἐστιν οὗτος οὗ ἐγὼ ; ἀκούω περὶ τοιαῦτα; καὶ ἐζήτει ἰδεῖν ; αὐτόν.¶
فِي ذلِكَ الْيَوْمِ تَقَدَّمَ بَعْضُ الْفَرِّيسِيِّينَ قَائِلِينَ لَهُ: اخْرُجْ وَاذْهَبْ مِنْ ههُنَا، لأَنَّ هِيرُودُسَ يُرِيدُ أَنْ يَقْتُلَكَ.
Ἐν αὐτῇ τῇ ; ἡμέρᾳ προσῆλθάν τινες Φαρισαῖοι λέγοντες αὐτῷ· ἔξελθε καὶ ; πορεύου ἐντεῦθεν, ὅτι Ἡρῴδης θέλει ἀποκτεῖναι.¶ ; σε
وَحِينَ عَلِمَ أَنَّهُ مِنْ سَلْطَنَةِ هِيرُودُسَ، أَرْسَلَهُ إِلَى هِيرُودُسَ، إِذْ كَانَ هُوَ أَيْضًا تِلْكَ الأَيَّامَ فِي أُورُشَلِيمَ.
καὶ ; ἐπιγνοὺς ὅτι ; ἐστίν, ἐκ τῆς ; ἐξουσίας Ἡρῴδου ἀνέπεμψεν ; αὐτὸν πρὸς Ἡρῴδην ὄντα αὐτὸν καὶ ἐν ; ταύταις ταῖς ; ἡμέραις.¶ ἐν Ἱεροσολύμοις