ك
إصحاح
G2227
G2228.
G2229
المعنى المختصر للكلمة
ḗ: disjunctive, or
اللفظ الأصلي
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق (ay)
تكرار الورود في الكتاب 333 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل
1 disjunctive, or
2 comparative, than
الإنجليزية — KJV Translation Tags
and but (either) (n-)either except it be (n-)or (else) rather save than that what yea

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

(313×) (6×) ἀλλ᾽ ; ἢ (3×) (2×) ἢ, (2×) πρὶν ; ἢ (2×) μᾶλλον ; ἢ (2×) πρὶν ἢ (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (333 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
فَأَجَابَ يَسُوعُ وَقَالَ: الْحَقَّ أَقُولُ لَكُمْ: لَيْسَ أَحَدٌ تَرَكَ بَيْتًا أَوْ إِخْوَةً أَوْ أَخَوَاتٍ أَوْ أَبًا أَوْ أُمًّا أَوِ امْرَأَةً أَوْ أَوْلاَدًا أَوْ حُقُولاً، لأَجْلِي وَلأَجْلِ الإِنْجِيلِ،
Ἀποκριθεὶς ; δὲ ὁ ; Ἰησοῦς· εἶπεν ἀμὴν λέγω ὑμῖν, οὐδείς ; ἐστιν ἀφῆκεν οἰκίαν ἀδελφοὺς ἢ ἀδελφὰς ἢ πατέρα ἢ μητέρα ἢ γυναῖκα ἢ τέκνα ἢ ἀγροὺς ἕνεκεν ; ἐμοῦ καὶ ; ἕνεκεν τοῦ ; εὐαγγελίου,
مَعْمُودِيَّةُ يُوحَنَّا: مِنَ السَّمَاءِ كَانَتْ أَمْ مِنَ النَّاسِ. أَجِيبُونِي.
τὸ ; βάπτισμα Ἰωάννου ἐξ οὐρανοῦ ἦν ἐξ ἀνθρώπων; ἀποκρίθητέ ; μοι.
فَلَمَّا جَاءُوا قَالُوا لَهُ: يَا مُعَلِّمُ، نَعْلَمُ أَنَّكَ صَادِقٌ وَلاَ تُبَالِي بِأَحَدٍ، لأَنَّكَ لاَ تَنْظُرُ إِلَى وُجُوهِ النَّاسِ، بَلْ بِالْحَقِّ تُعَلِّمُ طَرِيقَ اللهِ. أَيَجُوزُ أَنْ تُعْطَى جِزْيَةٌ لِقَيْصَرَ أَمْ لاَ. نُعْطِي أَمْ لاَ نُعْطِي.
δὲ οἱ ; ἐλθόντες λέγουσιν αὐτῷ· διδάσκαλε, οἴδαμεν ὅτι ; εἶ ἀληθὴς καὶ ; οὐ μέλει ; σοι περὶ ; οὐδενός· γὰρ οὐ βλέπεις εἰς πρόσωπον ἀνθρώπων ἀλλ᾽ ἀληθείας διδάσκεις. τὴν ; ὁδὸν τοῦ ; θεοῦ ἔξεστιν δοῦναι κῆνσον Καίσαρι οὔ; δῶμεν ἢ μὴ δῶμεν;¶
فَلَمَّا جَاءُوا قَالُوا لَهُ: يَا مُعَلِّمُ، نَعْلَمُ أَنَّكَ صَادِقٌ وَلاَ تُبَالِي بِأَحَدٍ، لأَنَّكَ لاَ تَنْظُرُ إِلَى وُجُوهِ النَّاسِ، بَلْ بِالْحَقِّ تُعَلِّمُ طَرِيقَ اللهِ. أَيَجُوزُ أَنْ تُعْطَى جِزْيَةٌ لِقَيْصَرَ أَمْ لاَ. نُعْطِي أَمْ لاَ نُعْطِي.
δὲ οἱ ; ἐλθόντες λέγουσιν αὐτῷ· διδάσκαλε, οἴδαμεν ὅτι ; εἶ ἀληθὴς καὶ ; οὐ μέλει ; σοι περὶ ; οὐδενός· γὰρ οὐ βλέπεις εἰς πρόσωπον ἀνθρώπων ἀλλ᾽ ἀληθείας διδάσκεις. τὴν ; ὁδὸν τοῦ ; θεοῦ ἔξεστιν δοῦναι κῆνσον Καίσαρι οὔ; δῶμεν ἢ μὴ δῶμεν;¶
حِينَئِذٍ إِنْ قَالَ لَكُمْ أَحَدٌ: هُوَذَا الْمَسِيحُ هُنَا. أَوْ: هُوَذَا هُنَاكَ. فَلاَ تُصَدِّقُوا.
καὶ ; τότε ἐάν εἴπῃ· ὑμῖν τις Ἰδού χριστός ; ὁ ὧδε ἢ, Ἰδού ἐκεῖ, μὴ πιστεύσητε
اِسْهَرُوا إِذًا، لأَنَّكُمْ لاَ تَعْلَمُونَ مَتَى يَأْتِي رَبُّ الْبَيْتِ، أَمَسَاءً، أَمْ نِصْفَ اللَّيْلِ، أَمْ صِيَاحَ الدِّيكِ، أَمْ صَبَاحًا.
γρηγορεῖτε οὖν· γὰρ οὐκ οἴδατε πότε ἔρχεται ὁ ; κύριος τῆς ; οἰκίας ὀψὲ μεσονυκτίου ἢ ἀλεκτοροφωνίας ἢ πρωΐ·
اِسْهَرُوا إِذًا، لأَنَّكُمْ لاَ تَعْلَمُونَ مَتَى يَأْتِي رَبُّ الْبَيْتِ، أَمَسَاءً، أَمْ نِصْفَ اللَّيْلِ، أَمْ صِيَاحَ الدِّيكِ، أَمْ صَبَاحًا.
γρηγορεῖτε οὖν· γὰρ οὐκ οἴδατε πότε ἔρχεται ὁ ; κύριος τῆς ; οἰκίας ὀψὲ μεσονυκτίου ἢ ἀλεκτοροφωνίας ἢ πρωΐ·
اِسْهَرُوا إِذًا، لأَنَّكُمْ لاَ تَعْلَمُونَ مَتَى يَأْتِي رَبُّ الْبَيْتِ، أَمَسَاءً، أَمْ نِصْفَ اللَّيْلِ، أَمْ صِيَاحَ الدِّيكِ، أَمْ صَبَاحًا.
γρηγορεῖτε οὖν· γὰρ οὐκ οἴδατε πότε ἔρχεται ὁ ; κύριος τῆς ; οἰκίας ὀψὲ μεσονυκτίου ἢ ἀλεκτοροφωνίας ἢ πρωΐ·
فَقَالَ لَهُ يَسُوعُ: الْحَقَّ أَقُولُ لَكَ: إِنَّكَ الْيَوْمَ فِي هذِهِ اللَّيْلَةِ، قَبْلَ أَنْ يَصِيحَ الدِّيكُ مَرَّتَيْنِ، تُنْكِرُنِي ثَلاَثَ مَرَّاتٍ.
Καὶ ; λέγει αὐτῷ ὁ ; Ἰησοῦς· ἀμὴν λέγω σοι ὅτι σήμερον ἐν ταύτῃ τῇ ; νυκτὶ πρὶν ; ἢ φωνῆσαι ἀλέκτορα δὶς με ; ἀπαρνήσῃ. τρίς
وَلِكَيْ يُقَدِّمُوا ذَبِيحَةً كَمَا قِيلَ فِي نَامُوسِ الرَّبِّ: زَوْجَ يَمَامٍ أَوْ فَرْخَيْ حَمَامٍ.
καὶ ; τοῦ ; δοῦναι θυσίαν κατὰ ; τὸ εἰρημένον ἐν νόμῳ κυρίου· ζεῦγος τρυγόνων δύο ; νοσσοὺς νοσσοὺς ; περιστερῶν.¶
وَكَانَ قَدْ أُوحِيَ إِلَيْهِ بِالرُّوحِ الْقُدُسِ أَنَّهُ لاَ يَرَى الْمَوْتَ قَبْلَ أَنْ يَرَى مَسِيحَ الرَّبِّ.
καὶ ; ἦν κεχρηματισμένον αὐτῷ ὑπὸ ; τοῦ ; πνεύματος τοῦ ; ἁγίου μὴ ἰδεῖν θάνατον πρὶν ἴδῃ τὸν ; χριστὸν κυρίου
أَيُّمَا أَيْسَرُ: أَنْ يُقَالَ: مَغْفُورَةٌ لَكَ خَطَايَاكَ، أَمْ أَنْ يُقَالَ: قُمْ وَامْشِ.
τί ; ἐστιν εὐκοπώτερον, εἰπεῖν· ἀφέωνταί σοι αἱ ; ἁμαρτίαι ; σου, εἰπεῖν· Ἔγειραι καὶ ; περιπάτει;
ثُمَّ قَالَ لَهُمْ يَسُوعُ: أَسْأَلُكُمْ هَلْ يَحِلُّ فِي السَّبْتِ فِعْلُ الْخَيْرِ أَوْ فِعْلُ الشَّرِّ. تَخْلِيصُ نَفْسٍ أَوْ إِهْلاَكُهَا..
οὖν εἶπεν πρὸς ; αὐτούς· ὁ ; Ἰησοῦς Ἐπερωτήσω; ὑμᾶς εἰ ἔξεστιν τοῖς σάββασιν ἀγαθοποιῆσαι κακοποιῆσαι; σῶσαι ψυχὴν ἢ ἀπολέσαι;
ثُمَّ قَالَ لَهُمْ يَسُوعُ: أَسْأَلُكُمْ هَلْ يَحِلُّ فِي السَّبْتِ فِعْلُ الْخَيْرِ أَوْ فِعْلُ الشَّرِّ. تَخْلِيصُ نَفْسٍ أَوْ إِهْلاَكُهَا..
οὖν εἶπεν πρὸς ; αὐτούς· ὁ ; Ἰησοῦς Ἐπερωτήσω; ὑμᾶς εἰ ἔξεστιν τοῖς σάββασιν ἀγαθοποιῆσαι κακοποιῆσαι; σῶσαι ψυχὴν ἢ ἀπολέσαι;
أَوْ كَيْفَ تَقْدِرُ أَنْ تَقُولَ لأَخِيكَ: يَا أَخِي، دَعْنِي أُخْرِجِ الْقَذَى الَّذِي فِي عَيْنِكَ، وَأَنْتَ لاَ تَنْظُرُ الْخَشَبَةَ الَّتِي فِي عَيْنِكَ. يَا مُرَائِي. أَخْرِجْ أَوَّلاً الْخَشَبَةَ مِنْ عَيْنِكَ، وَحِينَئِذٍ تُبْصِرُ جَيِّدًا أَنْ تُخْرِجَ الْقَذَى الَّذِي فِي عَيْنِ أَخِيكَ.
πῶς δύνασαι λέγειν τῷ ; ἀδελφῷ ; σου· ἀδελφέ, ἄφες ἐκβάλω τὸ ; κάρφος τὸ ἐν τῷ ; ὀφθαλμῷ ; σου, αὐτὸς οὐ βλέπων; τὴν ; δοκὸν ἐν τῷ ; ὀφθαλμῷ ; σου ὑποκριτά, ἔκβαλε πρῶτον τὴν ; δοκὸν ἐκ τοῦ ; ὀφθαλμοῦ ; σου, τότε διαβλέψεις ἐκβαλεῖν. τὸ ; κάρφος τὸ ; ἐν τῷ ; ὀφθαλμῷ τοῦ ; ἀδελφοῦ ; σου
فَدَعَا يُوحَنَّا اثْنَيْنِ مِنْ تَلاَمِيذِهِ، وَأَرْسَلَ إِلَى يَسُوعَ قَائِلاً: أَنْتَ هُوَ الآتِي أَمْ نَنْتَظِرُ آخَرَ.
προσκαλεσάμενος ; καὶ ὁ ; Ἰωάννης δύο ; τινὰς τῶν ; μαθητῶν ; αὐτοῦ ἔπεμψεν πρὸς τὸν ; Ἰησοῦν λέγων· σὺ εἶ ὁ ; ἐρχόμενος, προσδοκῶμεν;¶ ἄλλον
فَلَمَّا جَاءَ إِلَيْهِ الرَّجُلاَنِ قَالاَ: يُوحَنَّا الْمَعْمَدَانُ قَدْ أَرْسَلَنَا إِلَيْكَ قَائِلاً: أَنْتَ هُوَ الآتِي أَمْ نَنْتَظِرُ آخَرَ.
δὲ Παραγενόμενοι πρὸς ; αὐτὸν οἱ ; ἄνδρες εἶπαν· Ἰωάννης ὁ ; βαπτιστὴς ἀπέσταλκεν; ἡμᾶς πρὸς ; σὲ λέγων· σὺ εἶ ὁ ; ἐρχόμενος, προσδοκῶμεν; ἄλλον
وَلَيْسَ أَحَدٌ يُوقِدُ سِرَاجًا وَيُغَطِّيهِ بِإِنَاءٍ أَوْ يَضَعُهُ تَحْتَ سَرِيرٍ، بَلْ يَضَعُهُ عَلَى مَنَارَةٍ، لِيَنْظُرَ الدَّاخِلُونَ النُّورَ.
Οὐδεὶς ; δὲ ἅψας λύχνον καλύπτει ; αὐτὸν σκεύει τίθησιν, ὑποκάτω κλίνης ἀλλ᾽ ἐπιτίθησιν ἐπὶ λυχνίας βλέπωσιν οἱ ; εἰσπορευόμενοι τὸ ; φῶς.
فَقَالَ لَهُمْ: أَعْطُوهُمْ أَنْتُمْ لِيَأْكُلُوا. فَقَالُوا: لَيْسَ عِنْدَنَا أَكْثَرُ مِنْ خَمْسَةِ أَرْغِفَةٍ وَسَمَكَتَيْنِ، إِلاَّ أَنْ نَذْهَبَ وَنَبْتَاعَ طَعَامًا لِهذَا الشَّعْبِ كُلِّهِ.
Εἶπεν ; δὲ πρὸς ; αὐτούς· δότε ; αὐτοῖς ὑμεῖς φαγεῖν. οἱ ; δὲ ; εἶπαν· οὐκ εἰσὶν ; ἡμῖν πλεῖον πέντε ἄρτοι καὶ ; ἰχθύες ; δύο, εἰ ; μήτι πορευθέντες ; ἡμεῖς ἀγοράσωμεν βρώματα. εἰς ; τοῦτον τὸν ; λαὸν πάντα
لأَنَّهُ مَاذَا يَنْتَفِعُ الإِنْسَانُ لَوْ رَبحَ الْعَالَمَ كُلَّهُ، وَأَهْلَكَ نَفْسَهُ أَوْ خَسِرَهَا.
γὰρ τί ὠφελεῖται ἄνθρωπος κερδήσας τὸν ; κόσμον ὅλον δὲ ; ἀπολέσας ἑαυτὸν ζημιωθείς;
وَأَقُولُ لَكُمْ: إِنَّهُ يَكُونُ لِسَدُومَ فِي ذلِكَ الْيَوْمِ حَالَةٌ أَكْثَرُ احْتِمَالاً مِمَّا لِتِلْكَ الْمَدِينَةِ.
λέγω ; δὲ ὑμῖν ὅτι ἔσται Σοδόμοις ἐν ἐκείνῃ τῇ ; ἡμέρᾳ ἀνεκτότερον ἐκείνῃ.¶ τῇ ; πόλει
وَلكِنَّ صُورَ وَصَيْدَاءَ يَكُونُ لِهُمَا فِي الدِّينِ حَالَةٌ أَكْثَرُ احْتِمَالاً مِمَّا لَكُمَا.
πλὴν Τύρῳ καὶ ; Σιδῶνι ἔσται ἐν τῇ ; κρίσει ἀνεκτότερον ὑμῖν.
أَوْ إِذَا سَأَلَهُ بَيْضَةً، أَفَيُعْطِيهِ عَقْرَبًا.
ἐὰν αἰτήσῃ ᾠόν, μὴ ; ἐπιδώσει ; αὐτῷ σκορπίον;
وَمَتَى قَدَّمُوكُمْ إِلَى الْمَجَامِعِ وَالرُّؤَسَاءِ وَالسَّلاَطِينِ فَلاَ تَهْتَمُّوا كَيْفَ أَوْ بِمَا تَحْتَجُّونَ أَوْ بِمَا تَقُولُونَ،
δὲ ; Ὅταν προσφέρωσιν; ὑμᾶς ἐπὶ τὰς ; συναγωγὰς καὶ ; τὰς ; ἀρχὰς καὶ ; τὰς ; ἐξουσίας, μὴ μεριμνᾶτε πῶς τί ἀπολογήσησθε ἢ τί εἴπητε·
وَمَتَى قَدَّمُوكُمْ إِلَى الْمَجَامِعِ وَالرُّؤَسَاءِ وَالسَّلاَطِينِ فَلاَ تَهْتَمُّوا كَيْفَ أَوْ بِمَا تَحْتَجُّونَ أَوْ بِمَا تَقُولُونَ،
δὲ ; Ὅταν προσφέρωσιν; ὑμᾶς ἐπὶ τὰς ; συναγωγὰς καὶ ; τὰς ; ἀρχὰς καὶ ; τὰς ; ἐξουσίας, μὴ μεριμνᾶτε πῶς τί ἀπολογήσησθε ἢ τί εἴπητε·
فَقَالَ لَهُ: يَا إِنْسَانُ، مَنْ أَقَامَنِي عَلَيْكُمَا قَاضِيًا أَوْ مُقَسِّمًا.
ὁ ; δὲ ; εἶπεν αὐτῷ· ἄνθρωπε, τίς με ; κατέστησεν ἐφ᾽ ; ὑμᾶς;¶ δικαστὴν μεριστὴν
فَقَالَ لَهُ بُطْرُسُ: يَا رَبُّ، أَلَنَا تَقُولُ هذَا الْمَثَلَ أَمْ لِلْجَمِيعِ أَيْضًا.
Εἶπεν ; δὲ αὐτῷ ὁ ; Πέτρος· κύριε, πρὸς ; ἡμᾶς λέγεις ταύτην τὴν ; παραβολὴν πρὸς ; πάντας; καὶ
أَتَظُنُّونَ أَنِّي جِئْتُ لأُعْطِيَ سَلاَمًا عَلَى الأَرْضِ. كَّلاَّ، أَقُولُ لَكُمْ: بَلِ انْقِسَامًا.
δοκεῖτε ὅτι παρεγενόμην δοῦναι εἰρήνην ἐν τῇ ; γῇ; οὐχί, λέγω ὑμῖν, ἀλλ᾽ ; ἢ διαμερισμόν.
أَوْ أُولئِكَ الثَّمَانِيَةَ عَشَرَ الَّذِينَ سَقَطَ عَلَيْهِمُ الْبُرْجُ فِي سِلْوَامَ وَقَتَلَهُمْ، أَتَظُنُّونَ أَنَّ هؤُلاَءِ كَانُوا مُذْنِبِينَ أَكْثَرَ مِنْ جَمِيعِ النَّاسِ السَّاكِنِينَ فِي أُورُشَلِيمَ.
ἐκεῖνοι οἱ ; δέκα καὶ ὀκτὼ; καὶ οὓς ἔπεσεν ἐφ᾽ ὁ ; πύργος ἐν τῷ ; Σιλωὰμ καὶ ; ἀπέκτεινεν ; αὐτούς, δοκεῖτε ὅτι οὗτοι ἐγένοντο ὀφειλέται παρὰ πάντας τοὺς ; ἀνθρώπους τοὺς ; κατοικοῦντας ἐν Ἰερουσαλήμ;
فَأَجَابَهُ الرَّبُّ وَقَالَ: يَا مُرَائِي. أَلاَ يَحُلُّ كُلُّ وَاحِدٍ مِنْكُمْ فِي السَّبْتِ ثَوْرَهُ أَوْ حِمَارَهُ مِنَ الْمِذْوَدِ وَيَمْضِي بِهِ وَيَسْقِيهِ.
Ἀπεκρίθη ; οὖν; αὐτῷ ὁ ; κύριος καὶ ; εἶπεν· ὑποκριταί, οὐ λύει ἕκαστος ὑμῶν τῷ σαββάτῳ τὸν ; βοῦν ; αὐτοῦ τὸν ; ὄνον ἀπὸ τῆς ; φάτνης, καὶ ; ἀπαγαγὼν ποτίζει;