المعنى المختصر للكلمة
ḗ:
disjunctive, or
اللفظ الأصلي
ἤ
نوع الكلمة
اسم
طريقة النطق
ḗ
(ay)
تكرار الورود في الكتاب
333
مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل
1
disjunctive, or
2
comparative, than
الإنجليزية — KJV Translation Tags
and
but (either)
(n-)either
except it be
(n-)or (else)
rather
save
than
that
what
yea
أشكال الكلمة في النص الأصلي:
ἢ (313×)
Ἢ (6×)
ἀλλ᾽ ; ἢ (3×)
ἤ (2×)
ἢ, (2×)
πρὶν ; ἢ (2×)
μᾶλλον ; ἢ (2×)
πρὶν ἢ (1×)
شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (333 آية)
شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
متى 25: 44
Mat.25.44
حِينَئِذٍ يُجِيبُونَهُ هُمْ أَيْضًا قَائِلِينَ: يَا رَبُّ، مَتَى رَأَيْنَاكَ جَائِعًا أَوْ عَطْشَانًا أَوْ غَرِيبًا أَوْ عُرْيَانًا أَوْ مَرِيضًا أَوْ مَحْبُوسًا وَلَمْ نَخْدِمْكَ.
Τότε ἀποκριθήσονται ; αὐτῷ αὐτοὶ καὶ λέγοντες· κύριε, πότε σε ; εἴδομεν πεινῶντα ἢ διψῶντα ἢ ξένον ἢ γυμνὸν ἢ ἀσθενῆ ἢ ἐν ; φυλακῇ καὶ ; οὐ διηκονήσαμέν ; σοι;¶
متى 25: 44
Mat.25.44
حِينَئِذٍ يُجِيبُونَهُ هُمْ أَيْضًا قَائِلِينَ: يَا رَبُّ، مَتَى رَأَيْنَاكَ جَائِعًا أَوْ عَطْشَانًا أَوْ غَرِيبًا أَوْ عُرْيَانًا أَوْ مَرِيضًا أَوْ مَحْبُوسًا وَلَمْ نَخْدِمْكَ.
Τότε ἀποκριθήσονται ; αὐτῷ αὐτοὶ καὶ λέγοντες· κύριε, πότε σε ; εἴδομεν πεινῶντα ἢ διψῶντα ἢ ξένον ἢ γυμνὸν ἢ ἀσθενῆ ἢ ἐν ; φυλακῇ καὶ ; οὐ διηκονήσαμέν ; σοι;¶
متى 25: 44
Mat.25.44
حِينَئِذٍ يُجِيبُونَهُ هُمْ أَيْضًا قَائِلِينَ: يَا رَبُّ، مَتَى رَأَيْنَاكَ جَائِعًا أَوْ عَطْشَانًا أَوْ غَرِيبًا أَوْ عُرْيَانًا أَوْ مَرِيضًا أَوْ مَحْبُوسًا وَلَمْ نَخْدِمْكَ.
Τότε ἀποκριθήσονται ; αὐτῷ αὐτοὶ καὶ λέγοντες· κύριε, πότε σε ; εἴδομεν πεινῶντα ἢ διψῶντα ἢ ξένον ἢ γυμνὸν ἢ ἀσθενῆ ἢ ἐν ; φυλακῇ καὶ ; οὐ διηκονήσαμέν ; σοι;¶
متى 25: 44
Mat.25.44
حِينَئِذٍ يُجِيبُونَهُ هُمْ أَيْضًا قَائِلِينَ: يَا رَبُّ، مَتَى رَأَيْنَاكَ جَائِعًا أَوْ عَطْشَانًا أَوْ غَرِيبًا أَوْ عُرْيَانًا أَوْ مَرِيضًا أَوْ مَحْبُوسًا وَلَمْ نَخْدِمْكَ.
Τότε ἀποκριθήσονται ; αὐτῷ αὐτοὶ καὶ λέγοντες· κύριε, πότε σε ; εἴδομεν πεινῶντα ἢ διψῶντα ἢ ξένον ἢ γυμνὸν ἢ ἀσθενῆ ἢ ἐν ; φυλακῇ καὶ ; οὐ διηκονήσαμέν ; σοι;¶
متى 26: 53
Mat.26.53
أَتَظُنُّ أَنِّي لاَ أَسْتَطِيعُ الآنَ أَنْ أَطْلُبَ إِلَى أَبِي فَيُقَدِّمَ لِي أَكْثَرَ مِنِ اثْنَيْ عَشَرَ جَيْشًا مِنَ الْمَلاَئِكَةِ.
ἢ ; δοκεῖς ὅτι οὐ δύναμαι ἄρτι παρακαλέσαι τὸν ; πατέρα ; μου, καὶ ; παραστήσει μοι πλείους ἢ δώδεκα λεγεῶνας ἀγγέλων;
متى 27: 17
Mat.27.17
فَفِيمَا هُمْ مُجْتَمِعُونَ قَالَ لَهُمْ بِيلاَطُسُ: مَنْ تُرِيدُونَ أَنْ أُطْلِقَ لَكُمْ. بَارَابَاسَ أَمْ يَسُوعَ الَّذِي يُدْعَى الْمَسِيحَ.
αὐτῶν ; συνηγμένων ; οὖν εἶπεν αὐτοῖς ὁ ; Πιλᾶτος· τίνα θέλετε ἀπολύσω ὑμῖν; Βαραββᾶν ἢ Ἰησοῦν τὸν λεγόμενον χριστόν;
مرقس 2: 9
Mrk.2.9
أَيُّمَا أَيْسَرُ، أَنْ يُقَالَ لِلْمَفْلُوجِ: مَغْفُورَةٌ لَكَ خَطَايَاكَ، أَمْ أَنْ يُقَالَ: قُمْ وَاحْمِلْ سَرِيرَكَ وَامْشِ.
τί ; ἐστιν εὐκοπώτερον, εἰπεῖν τῷ ; παραλυτικῷ· Ἀφέωνταί σοί αἱ ; ἁμαρτίαι, ἢ εἰπεῖν· Ἔγειραι καὶ ; ἆρον τὸν ; κράβαττόν ; σου καὶ ; περιπάτει;¶
مرقس 3: 4
Mrk.3.4
ثُمَّ قَالَ لَهُمْ: هَلْ يَحِلُّ فِي السَّبْتِ فِعْلُ الْخَيْرِ أَوْ فِعْلُ الشَّرِّ. تَخْلِيصُ نَفْسٍ أَوْ قَتْلٌ.. فَسَكَتُوا.
καὶ λέγει αὐτοῖς· ἔξεστιν τοῖς ; σάββασιν ποιῆσαι ἀγαθὸν ἢ κακοποιῆσαι, σῶσαι ψυχὴν ἢ ἀποκτεῖναι; οἱ ; δὲ ; ἐσιώπων.
مرقس 3: 4
Mrk.3.4
ثُمَّ قَالَ لَهُمْ: هَلْ يَحِلُّ فِي السَّبْتِ فِعْلُ الْخَيْرِ أَوْ فِعْلُ الشَّرِّ. تَخْلِيصُ نَفْسٍ أَوْ قَتْلٌ.. فَسَكَتُوا.
καὶ λέγει αὐτοῖς· ἔξεστιν τοῖς ; σάββασιν ποιῆσαι ἀγαθὸν ἢ κακοποιῆσαι, σῶσαι ψυχὴν ἢ ἀποκτεῖναι; οἱ ; δὲ ; ἐσιώπων.
مرقس 4: 17
Mrk.4.17
وَلكِنْ لَيْسَ لَهُمْ أَصْلٌ فِي ذَوَاتِهِمْ، بَلْ هُمْ إِلَى حِينٍ. فَبَعْدَ ذلِكَ إِذَا حَدَثَ ضِيقٌ أَوِ اضْطِهَادٌ مِنْ أَجْلِ الْكَلِمَةِ، فَلِلْوَقْتِ يَعْثُرُونَ.
καὶ οὐκ ἔχουσιν ῥίζαν ἐν ἑαυτοῖς ἀλλὰ εἰσιν. πρόσκαιροί εἶτα γενομένης θλίψεως ἢ διωγμοῦ διὰ τὸν ; λόγον, εὐθὺς σκανδαλίζονται.
مرقس 4: 21
Mrk.4.21
ثُمَّ قَالَ لَهُمْ: هَلْ يُؤْتَى بِسِرَاجٍ لِيُوضَعَ تَحْتَ الْمِكْيَالِ أَوْ تَحْتَ السَّرِيرِ. أَلَيْسَ لِيُوضَعَ عَلَى الْمَنَارَةِ.
Καὶ ἔλεγεν αὐτοῖς μήτι ἔρχεται ὁ ; λύχνος ἵνα ; τεθῇ ὑπὸ τὸν ; μόδιον ἢ ὑπὸ τὴν ; κλίνην; οὐχ τεθῇ; ἐπὶ τὴν ; λυχνίαν
مرقس 4: 30
Mrk.4.30
وَقَالَ: بِمَاذَا نُشَبِّهُ مَلَكُوتَ اللهِ. أَوْ بِأَيِّ مَثَل نُمَثِّلُهُ.
Καὶ ; ἔλεγεν· Τίνι ὁμοιώσωμεν τὴν ; βασιλείαν θεοῦ ; τοῦ ἢ ἐν ; ποίᾳ παραβολῇ αὐτὴν ; παραβάλωμεν
مرقس 6: 11
Mrk.6.11
وَكُلُّ مَنْ لاَ يَقْبَلُكُمْ وَلاَ يَسْمَعُ لَكُمْ، فَاخْرُجُوا مِنْ هُنَاكَ وَانْفُضُوا التُّرَابَ الَّذِي تَحْتَ أَرْجُلِكُمْ شَهَادَةً عَلَيْهِمْ. اَلْحَقَّ أَقُولُ لَكُمْ: سَتَكُونُ لأَرْضِ سَدُومَ وَعَمُورَةَ يَوْمَ الدِّينِ حَالَةٌ أَكْثَرُ احْتِمَالاً مِمَّا لِتِلْكَ الْمَدِينَةِ.
καὶ ; ὅσοι; ἂν μὴ δέξωνται; ὑμᾶς μηδὲ ἀκούσωσιν ὑμῶν, ἐκπορευόμενοι ἐκεῖθεν ἐκτινάξατε τὸν ; χοῦν τὸν ὑποκάτω τῶν ; ποδῶν ; ὑμῶν εἰς ; μαρτύριον αὐτοῖς.¶ Ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἔσται Σοδόμοις Γομόρροις ἐν ; ἡμέρᾳ κρίσεως, ἀνεκτότερον ἢ ἐκείνῃ. τῇ ; πόλει
مرقس 6: 15
Mrk.6.15
قَالَ آخَرُونَ: إِنَّهُ إِيلِيَّا. وَقَالَ آخَرُونَ: إِنَّهُ نَبِيٌّ أَوْ كَأَحَدِ الأَنْبِيَاءِ.
ἔλεγον ἄλλοι ὅτι ; ἐστίν· Ἠλίας δὲ ; ἔλεγον ἄλλοι ὅτι ; ἐστίν προφήτης ἢ ὡς ; εἷς τῶν ; προφητῶν.
مرقس 6: 56
Mrk.6.56
وَحَيْثُمَا دَخَلَ إِلَى قُرىً أَوْ مُدُنٍ أَوْ ضِيَاعٍ، وَضَعُوا الْمَرْضَى فِي الأَسْوَاقِ، وَطَلَبُوا إِلَيْهِ أَنْ يَلْمِسُوا وَلَوْ هُدْبَ ثَوْبِهِ. وَكُلُّ مَنْ لَمَسَهُ شُفِيَ.
καὶ ; ὅπου ; ἂν εἰσεπορεύετο εἰς κώμας ἢ πόλεις ἢ ἀγροὺς ἐτίθεσαν τοὺς ; ἀσθενοῦντας ἐν ταῖς ; ἀγοραῖς καὶ ; παρεκάλουν αὐτὸν ἵνα ἅψωνται, κἂν ; καὶ τοῦ ; κρασπέδου τοῦ ; ἱματίου ; αὐτοῦ καὶ ; ὅσοι ; ἂν ἥπτοντο; αὐτοῦ ἐσῴζοντο.¶
مرقس 6: 56
Mrk.6.56
وَحَيْثُمَا دَخَلَ إِلَى قُرىً أَوْ مُدُنٍ أَوْ ضِيَاعٍ، وَضَعُوا الْمَرْضَى فِي الأَسْوَاقِ، وَطَلَبُوا إِلَيْهِ أَنْ يَلْمِسُوا وَلَوْ هُدْبَ ثَوْبِهِ. وَكُلُّ مَنْ لَمَسَهُ شُفِيَ.
καὶ ; ὅπου ; ἂν εἰσεπορεύετο εἰς κώμας ἢ πόλεις ἢ ἀγροὺς ἐτίθεσαν τοὺς ; ἀσθενοῦντας ἐν ταῖς ; ἀγοραῖς καὶ ; παρεκάλουν αὐτὸν ἵνα ἅψωνται, κἂν ; καὶ τοῦ ; κρασπέδου τοῦ ; ἱματίου ; αὐτοῦ καὶ ; ὅσοι ; ἂν ἥπτοντο; αὐτοῦ ἐσῴζοντο.¶
مرقس 7: 10
Mrk.7.10
لأَنَّ مُوسَى قَالَ: أَكْرِمْ أَبَاكَ وَأُمَّكَ، وَمَنْ يَشْتِمُ أَبًا أَوْ أُمًّا فَلْيَمُتْ مَوْتًا.
γὰρ Μωϋσῆς εἶπεν· τίμα τὸν ; πατέρα ; σου καὶ ; τὴν ; μητέρα ; σου, καὶ ; ὁ κακολογῶν πατέρα ἢ μητέρα τελευτάτω. θανάτῳ
مرقس 7: 11
Mrk.7.11
وَأَمَّا أَنْتُمْ فَتَقُولُونَ: إِنْ قَالَ إِنْسَانٌ لأَبِيهِ أَوْ أُمِّهِ: قُرْبَانٌ، أَيْ هَدِيَّةٌ، هُوَ الَّذِي تَنْتَفِعُ بِهِ مِنِّي
δὲ ὑμεῖς λέγετε· ἐὰν εἴπῃ ἄνθρωπος τῷ ; πατρὶ ἢ τῇ ; μητρί· κορβᾶν, ὅ ; ἐστιν δῶρον, ὃ ; ἐὰν ὠφεληθῇς, ἐξ ; ἐμοῦ
مرقس 7: 12
Mrk.7.12
فَلاَ تَدَعُونَهُ فِي مَا بَعْدُ يَفْعَلُ شَيْئًا لأَبِيهِ أَوْ أُمِّهِ.
καὶ ; οὐκέτι ; ἀφίετε ; αὐτὸν ποιῆσαι οὐδὲν τῷ ; πατρὶ ; αὐτοῦ ἢ τῇ ; μητρί ; αὐτοῦ,
مرقس 8: 37
Mrk.8.37
أَوْ مَاذَا يُعْطِي الإِنْسَانُ فِدَاءً عَنْ نَفْسِهِ.
ἢ τί δώσει ἄνθρωπος ἀντάλλαγμα τῆς ψυχῆς ; αὐτοῦ;
مرقس 9: 43
Mrk.9.43
وَإِنْ أَعْثَرَتْكَ يَدُكَ فَاقْطَعْهَا. خَيْرٌ لَكَ أَنْ تَدْخُلَ الْحَيَاةَ أَقْطَعَ مِنْ أَنْ تَكُونَ لَكَ يَدَانِ وَتَمْضِيَ إِلَى جَهَنَّمَ، إِلَى النَّارِ الَّتِي لاَ تُطْفَأُ.
καὶ ; ἐὰν σκανδαλίζῃ ; σε ἡ ; χείρ ; σου, ἀπόκοψον ; αὐτήν· καλόν ; ἐστίν σοι εἰσελθεῖν εἰς ; τὴν ; ζωὴν κυλλὸν ἢ ἔχοντα τὰς ; δύο ; χεῖρας ἀπελθεῖν εἰς τὴν ; γέενναν εἰς τὸ ; πῦρ τὸ ; ἄσβεστον.
مرقس 9: 45
Mrk.9.45
وَإِنْ أَعْثَرَتْكَ رِجْلُكَ فَاقْطَعْهَا. خَيْرٌ لَكَ أَنْ تَدْخُلَ الْحَيَاةَ أَعْرَجَ مِنْ أَنْ تَكُونَ لَكَ رِجْلاَنِ وَتُطْرَحَ فِي جَهَنَّمَ فِي النَّارِ الَّتِي لاَ تُطْفَأُ.
καὶ ; ἐὰν σκανδαλίζῃ ; σε, ὁ ; πούς ; σου ἀπόκοψον ; αὐτόν· καλόν ; ἐστίν σοι εἰσελθεῖν εἰς ; τὴν ; ζωὴν χωλὸν ἢ ἔχοντα τοὺς ; δύο ; πόδας βληθῆναι εἰς τὴν ; γέενναν εἰς τὸ ; πῦρ τὸ ; ἄσβεστον.
مرقس 9: 47
Mrk.9.47
وَإِنْ أَعْثَرَتْكَ عَيْنُكَ فَاقْلَعْهَا. خَيْرٌ لَكَ أَنْ تَدْخُلَ مَلَكُوتَ اللهِ أَعْوَرَ مِنْ أَنْ تَكُونَ لَكَ عَيْنَانِ وَتُطْرَحَ فِي جَهَنَّمَ النَّارِ.
καὶ ; ἐὰν σκανδαλίζῃ ; σε, ὁ ; ὀφθαλμός ; σου ἔκβαλε ; αὐτόν· καλόν ; ἐστιν σοι εἰσελθεῖν εἰς ; τὴν ; βασιλείαν τοῦ ; θεοῦ μονόφθαλμον ἢ ἔχοντα δύο ; ὀφθαλμοὺς βληθῆναι εἰς τὴν ; γέενναν τοῦ ; πυρός
مرقس 10: 25
Mrk.10.25
مُرُورُ جَمَل مِنْ ثَقْبِ إِبْرَةٍ أَيْسَرُ مِنْ أَنْ يَدْخُلَ غَنِيٌّ إِلَى مَلَكُوتِ اللهِ
εἰσελθεῖν κάμηλον διὰ τῆς ; τρυμαλιᾶς τῆς ; ῥαφίδος εὐκοπώτερόν ; ἐστιν ἢ εἰσελθεῖν. πλούσιον εἰς τὴν ; βασιλείαν τοῦ ; θεοῦ
مرقس 10: 29
Mrk.10.29
فَأَجَابَ يَسُوعُ وَقَالَ: الْحَقَّ أَقُولُ لَكُمْ: لَيْسَ أَحَدٌ تَرَكَ بَيْتًا أَوْ إِخْوَةً أَوْ أَخَوَاتٍ أَوْ أَبًا أَوْ أُمًّا أَوِ امْرَأَةً أَوْ أَوْلاَدًا أَوْ حُقُولاً، لأَجْلِي وَلأَجْلِ الإِنْجِيلِ،
Ἀποκριθεὶς ; δὲ ὁ ; Ἰησοῦς· εἶπεν ἀμὴν λέγω ὑμῖν, οὐδείς ; ἐστιν ἀφῆκεν οἰκίαν ἢ ἀδελφοὺς ἢ ἀδελφὰς ἢ πατέρα ἢ μητέρα ἢ γυναῖκα ἢ τέκνα ἢ ἀγροὺς ἕνεκεν ; ἐμοῦ καὶ ; ἕνεκεν τοῦ ; εὐαγγελίου,
مرقس 10: 29
Mrk.10.29
فَأَجَابَ يَسُوعُ وَقَالَ: الْحَقَّ أَقُولُ لَكُمْ: لَيْسَ أَحَدٌ تَرَكَ بَيْتًا أَوْ إِخْوَةً أَوْ أَخَوَاتٍ أَوْ أَبًا أَوْ أُمًّا أَوِ امْرَأَةً أَوْ أَوْلاَدًا أَوْ حُقُولاً، لأَجْلِي وَلأَجْلِ الإِنْجِيلِ،
Ἀποκριθεὶς ; δὲ ὁ ; Ἰησοῦς· εἶπεν ἀμὴν λέγω ὑμῖν, οὐδείς ; ἐστιν ἀφῆκεν οἰκίαν ἢ ἀδελφοὺς ἢ ἀδελφὰς ἢ πατέρα ἢ μητέρα ἢ γυναῖκα ἢ τέκνα ἢ ἀγροὺς ἕνεκεν ; ἐμοῦ καὶ ; ἕνεκεν τοῦ ; εὐαγγελίου,
مرقس 10: 29
Mrk.10.29
فَأَجَابَ يَسُوعُ وَقَالَ: الْحَقَّ أَقُولُ لَكُمْ: لَيْسَ أَحَدٌ تَرَكَ بَيْتًا أَوْ إِخْوَةً أَوْ أَخَوَاتٍ أَوْ أَبًا أَوْ أُمًّا أَوِ امْرَأَةً أَوْ أَوْلاَدًا أَوْ حُقُولاً، لأَجْلِي وَلأَجْلِ الإِنْجِيلِ،
Ἀποκριθεὶς ; δὲ ὁ ; Ἰησοῦς· εἶπεν ἀμὴν λέγω ὑμῖν, οὐδείς ; ἐστιν ἀφῆκεν οἰκίαν ἢ ἀδελφοὺς ἢ ἀδελφὰς ἢ πατέρα ἢ μητέρα ἢ γυναῖκα ἢ τέκνα ἢ ἀγροὺς ἕνεκεν ; ἐμοῦ καὶ ; ἕνεκεν τοῦ ; εὐαγγελίου,
مرقس 10: 29
Mrk.10.29
فَأَجَابَ يَسُوعُ وَقَالَ: الْحَقَّ أَقُولُ لَكُمْ: لَيْسَ أَحَدٌ تَرَكَ بَيْتًا أَوْ إِخْوَةً أَوْ أَخَوَاتٍ أَوْ أَبًا أَوْ أُمًّا أَوِ امْرَأَةً أَوْ أَوْلاَدًا أَوْ حُقُولاً، لأَجْلِي وَلأَجْلِ الإِنْجِيلِ،
Ἀποκριθεὶς ; δὲ ὁ ; Ἰησοῦς· εἶπεν ἀμὴν λέγω ὑμῖν, οὐδείς ; ἐστιν ἀφῆκεν οἰκίαν ἢ ἀδελφοὺς ἢ ἀδελφὰς ἢ πατέρα ἢ μητέρα ἢ γυναῖκα ἢ τέκνα ἢ ἀγροὺς ἕνεκεν ; ἐμοῦ καὶ ; ἕνεκεν τοῦ ; εὐαγγελίου,
مرقس 10: 29
Mrk.10.29
فَأَجَابَ يَسُوعُ وَقَالَ: الْحَقَّ أَقُولُ لَكُمْ: لَيْسَ أَحَدٌ تَرَكَ بَيْتًا أَوْ إِخْوَةً أَوْ أَخَوَاتٍ أَوْ أَبًا أَوْ أُمًّا أَوِ امْرَأَةً أَوْ أَوْلاَدًا أَوْ حُقُولاً، لأَجْلِي وَلأَجْلِ الإِنْجِيلِ،
Ἀποκριθεὶς ; δὲ ὁ ; Ἰησοῦς· εἶπεν ἀμὴν λέγω ὑμῖν, οὐδείς ; ἐστιν ἀφῆκεν οἰκίαν ἢ ἀδελφοὺς ἢ ἀδελφὰς ἢ πατέρα ἢ μητέρα ἢ γυναῖκα ἢ τέκνα ἢ ἀγροὺς ἕνεκεν ; ἐμοῦ καὶ ; ἕνεκεν τοῦ ; εὐαγγελίου,
مرقس 10: 29
Mrk.10.29
فَأَجَابَ يَسُوعُ وَقَالَ: الْحَقَّ أَقُولُ لَكُمْ: لَيْسَ أَحَدٌ تَرَكَ بَيْتًا أَوْ إِخْوَةً أَوْ أَخَوَاتٍ أَوْ أَبًا أَوْ أُمًّا أَوِ امْرَأَةً أَوْ أَوْلاَدًا أَوْ حُقُولاً، لأَجْلِي وَلأَجْلِ الإِنْجِيلِ،
Ἀποκριθεὶς ; δὲ ὁ ; Ἰησοῦς· εἶπεν ἀμὴν λέγω ὑμῖν, οὐδείς ; ἐστιν ἀφῆκεν οἰκίαν ἢ ἀδελφοὺς ἢ ἀδελφὰς ἢ πατέρα ἢ μητέρα ἢ γυναῖκα ἢ τέκνα ἢ ἀγροὺς ἕνεκεν ; ἐμοῦ καὶ ; ἕνεκεν τοῦ ; εὐαγγελίου,