ك
إصحاح
G2227
G2228.
G2229
المعنى المختصر للكلمة
ḗ: disjunctive, or
اللفظ الأصلي
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق (ay)
تكرار الورود في الكتاب 333 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل
1 disjunctive, or
2 comparative, than
الإنجليزية — KJV Translation Tags
and but (either) (n-)either except it be (n-)or (else) rather save than that what yea

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

(313×) (6×) ἀλλ᾽ ; ἢ (3×) (2×) ἢ, (2×) πρὶν ; ἢ (2×) μᾶλλον ; ἢ (2×) πρὶν ἢ (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (333 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
ثُمَّ أجَابَهم وَقَالَ: مَنْ مِنْكُمْ يَسْقُطُ حِمَارُهُ أَوْ ثَوْرُهُ فِي بِئْرٍ وَلاَ يَنْشُلُهُ حَالاً فِي يَوْمِ السَّبْتِ.
Καὶ ἀποκριθεὶς ; πρὸς ; αὐτοὺς εἶπεν· τίνος ὑμῶν ἐμπεσεῖται ὄνος βοῦς εἰς φρέαρ καὶ ; οὐκ ἀνασπάσει εὐθέως ἐν τῇ ; ἡμέρᾳ σαββάτου;
وَقَالَ أَيْضًا لِلَّذِي دَعَاهُ: إِذَا صَنَعْتَ غَدَاءً أَوْ عَشَاءً فَلاَ تَدْعُ أَصْدِقَاءَكَ وَلاَ إِخْوَتَكَ وَلاَ أَقْرِبَاءَكَ وَلاَ الْجِيرَانَ الأَغْنِيَاءَ، لِئَلاَّ يَدْعُوكَ هُمْ أَيْضًا، فَتَكُونَ لَكَ مُكَافَاةٌ.
Ἔλεγεν ; δὲ καὶ τῷ κεκληκότι ; αὐτόν· ὅταν ποιῇς ἄριστον δεῖπνον, μὴ φώνει τοὺς ; φίλους ; σου μηδὲ τοὺς ; ἀδελφούς ; σου μηδὲ τοὺς ; συγγενεῖς ; σου μηδὲ γείτονας πλουσίους μήποτε ἀντικαλέσωσίν αὐτοὶ καὶ καὶ ; γένηται σοι. ἀνταπόδομά
أَوْ أَيَّةُ امْرَأَةٍ لَهَا عَشْرَةُ دَرَاهِمَ، إِنْ أَضَاعَتْ دِرْهَمًا وَاحِدًا، أَلاَ تُوقِدُ سِرَاجًا وَتَكْنُسُ الْبَيْتَ وَتُفَتِّشُ بِاجْتِهَادٍ حَتَّى تَجِدَهُ.
τίς γυνὴ ἔχουσα δέκα, δραχμὰς ἐὰν ἀπολέσῃ δραχμὴν μίαν, οὐχὶ ἅπτει λύχνον καὶ ; σαροῖ τὴν ; οἰκίαν καὶ ; ζητεῖ ἐπιμελῶς ἕως ; ὅτου εὕρῃ;
لاَ يَقْدِرُ خَادِمٌ أَنْ يَخْدِمَ سَيِّدَيْنِ، لأَنَّهُ إِمَّا أَنْ يُبْغِضَ الْوَاحِدَ وَيُحِبَّ الآخَرَ، أَوْ يُلاَزِمَ الْوَاحِدَ وَيَحْتَقِرَ الآخَرَ. لاَ تَقْدِرُونَ أَنْ تَخْدِمُوا اللهَ وَالْمَالَ.
Οὐδεὶς δύναται οἰκέτης δουλεύειν· δυσὶν ; κυρίοις γὰρ μισήσει τὸν ; ἕνα καὶ ; ἀγαπήσει, τὸν ; ἕτερον ἢ ἀνθέξεται ἑνὸς καταφρονήσει. τοῦ ; ἑτέρου οὐ δύνασθε δουλεύειν θεῷ καὶ ; μαμωνᾷ.¶
لاَ يَقْدِرُ خَادِمٌ أَنْ يَخْدِمَ سَيِّدَيْنِ، لأَنَّهُ إِمَّا أَنْ يُبْغِضَ الْوَاحِدَ وَيُحِبَّ الآخَرَ، أَوْ يُلاَزِمَ الْوَاحِدَ وَيَحْتَقِرَ الآخَرَ. لاَ تَقْدِرُونَ أَنْ تَخْدِمُوا اللهَ وَالْمَالَ.
Οὐδεὶς δύναται οἰκέτης δουλεύειν· δυσὶν ; κυρίοις γὰρ μισήσει τὸν ; ἕνα καὶ ; ἀγαπήσει, τὸν ; ἕτερον ἢ ἀνθέξεται ἑνὸς καταφρονήσει. τοῦ ; ἑτέρου οὐ δύνασθε δουλεύειν θεῷ καὶ ; μαμωνᾷ.¶
وَلكِنَّ زَوَالَ السَّمَاءِ وَالأَرْضِ أَيْسَرُ مِنْ أَنْ تَسْقُطَ نُقْطَةٌ وَاحِدَةٌ مِنَ النَّامُوسِ.
δέ παρελθεῖν τὸν ; οὐρανὸν καὶ ; τὴν ; γῆν εὐκοπώτερον ; ἐστιν πεσεῖν.¶ κεραίαν μίαν τοῦ νόμου
خَيْرٌ لَهُ لَوْ طُوِّقَ عُنُقُهُ بِحَجَرِ رَحىً وَطُرِحَ فِي الْبَحْرِ، مِنْ أَنْ يُعْثِرَ أَحَدَ هؤُلاَءِ الصِّغَارِ.
λυσιτελεῖ αὐτῷ εἰ περίκειται περὶ ; τὸν ; τράχηλον ; αὐτοῦ λίθος μυλικὸς καὶ ; ἔρριπται εἰς τὴν ; θάλασσαν ἵνα σκανδαλίσῃ ἕνα. τούτων τῶν ; μικρῶν
وَمَنْ مِنْكُمْ لَهُ عَبْدٌ يَحْرُثُ أَوْ يَرْعَى، يَقُولُ لَهُ إِذَا دَخَلَ مِنَ الْحَقْلِ: تَقَدَّمْ سَرِيعًا وَاتَّكِئْ.
Τίς ; δὲ ἐξ ; ὑμῶν ἔχων δοῦλον ἀροτριῶντα ποιμαίνοντα, ἐρεῖ αὐτῷ· εἰσελθόντι ἐκ τοῦ ; ἀγροῦ παρελθὼν εὐθέως ἀνάπεσαι
وَلاَ يَقُولُونَ: هُوَذَا ههُنَا، أَوْ: هُوَذَا هُنَاكَ. لأَنْ هَا مَلَكُوتُ اللهِ دَاخِلَكُمْ.
οὐδὲ ἐροῦσιν· ἰδοὺ ὧδε ἰδοὺ ἐκεῖ. γὰρ ἰδοὺ ἡ ; βασιλεία τοῦ ; θεοῦ ἐντὸς ; ὑμῶν ; ἐστιν.¶
وَيَقُولُونَ لَكُمْ: هُوَذَا ههُنَا. أَوْ: هُوَذَا هُنَاكَ. لاَ تَذْهَبُوا وَلاَ تَتْبَعُوا،
καὶ ; ἐροῦσιν ὑμῖν· ἰδοὺ ὧδε. ἰδοὺ ἐκεῖ μὴ ἀπέλθητε μηδὲ διώξητε.
أَقُولُ لَكُمْ: إِنَّ هذَا نَزَلَ إِلَى بَيْتِهِ مُبَرَّرًا دُونَ ذَاكَ، لأَنَّ كُلَّ مَنْ يَرْفَعُ نَفْسَهُ يَتَّضِعُ، وَمَنْ يَضَعُ نَفْسَهُ يَرْتَفِعُ.
λέγω ὑμῖν· οὗτος κατέβη εἰς τὸν ; οἶκον ; αὐτοῦ δεδικαιωμένος ἐκεῖνος ὅτι πᾶς ὁ ὑψῶν ἑαυτὸν ταπεινωθήσεται, ὁ ; δὲ ταπεινῶν ἑαυτὸν ὑψωθήσεται.¶
لأَنَّ دُخُولَ جَمَل مِنْ ثَقْبِ إِبْرَةٍ أَيْسَرُ مِنْ أَنْ يَدْخُلَ غَنِيٌّ إِلَى مَلَكُوتِ اللهِ..
γάρ εἰσελθεῖν κάμηλον διὰ τρυμαλιᾶς ῥαφίδος εὐκοπώτερον ; ἐστιν εἰσελθεῖν.¶ πλούσιον εἰς τὴν ; βασιλείαν τοῦ ; θεοῦ
فَقَالَ لَهُمُ: الْحَقَّ أَقُولُ لَكُمْ: إِنْ لَيْسَ أَحَدٌ تَرَكَ بَيْتًا أَوْ وَالِدَيْنِ أَوْ إِخْوَةً أَوِ امْرَأَةً أَوْ أَوْلاَدًا مِنْ أَجْلِ مَلَكُوتِ اللهِ،
Ὁ ; δὲ ; εἶπεν αὐτοῖς· ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι οὐδείς ; ἐστιν ἀφῆκεν οἰκίαν γονεῖς ἢ ἀδελφοὺς ἢ γυναῖκα ἢ τέκνα ἕνεκεν τῆς ; βασιλείας τοῦ ; θεοῦ,
فَقَالَ لَهُمُ: الْحَقَّ أَقُولُ لَكُمْ: إِنْ لَيْسَ أَحَدٌ تَرَكَ بَيْتًا أَوْ وَالِدَيْنِ أَوْ إِخْوَةً أَوِ امْرَأَةً أَوْ أَوْلاَدًا مِنْ أَجْلِ مَلَكُوتِ اللهِ،
Ὁ ; δὲ ; εἶπεν αὐτοῖς· ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι οὐδείς ; ἐστιν ἀφῆκεν οἰκίαν γονεῖς ἢ ἀδελφοὺς ἢ γυναῖκα ἢ τέκνα ἕνεκεν τῆς ; βασιλείας τοῦ ; θεοῦ,
فَقَالَ لَهُمُ: الْحَقَّ أَقُولُ لَكُمْ: إِنْ لَيْسَ أَحَدٌ تَرَكَ بَيْتًا أَوْ وَالِدَيْنِ أَوْ إِخْوَةً أَوِ امْرَأَةً أَوْ أَوْلاَدًا مِنْ أَجْلِ مَلَكُوتِ اللهِ،
Ὁ ; δὲ ; εἶπεν αὐτοῖς· ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι οὐδείς ; ἐστιν ἀφῆκεν οἰκίαν γονεῖς ἢ ἀδελφοὺς ἢ γυναῖκα ἢ τέκνα ἕνεκεν τῆς ; βασιλείας τοῦ ; θεοῦ,
فَقَالَ لَهُمُ: الْحَقَّ أَقُولُ لَكُمْ: إِنْ لَيْسَ أَحَدٌ تَرَكَ بَيْتًا أَوْ وَالِدَيْنِ أَوْ إِخْوَةً أَوِ امْرَأَةً أَوْ أَوْلاَدًا مِنْ أَجْلِ مَلَكُوتِ اللهِ،
Ὁ ; δὲ ; εἶπεν αὐτοῖς· ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι οὐδείς ; ἐστιν ἀφῆκεν οἰκίαν γονεῖς ἢ ἀδελφοὺς ἢ γυναῖκα ἢ τέκνα ἕνεκεν τῆς ; βασιλείας τοῦ ; θεοῦ,
وَكَلَّمُوُه قَائِلِينَ: قُلْ لَنَا: بِأَيِّ سُلْطَانٍ تَفْعَلُ هذَا. أَوْ مَنْ هُوَ الَّذِي أَعْطَاكَ هذَا السُّلْطَانَ.
καὶ ; εἶπαν ; πρὸς ; αὐτόν· λέγοντες εἰπὸν ἡμῖν ἐν ; ποίᾳ ἐξουσίᾳ ποιεῖς ταῦτα τίς ἐστιν ὁ δούς ; σοι ταύτην;¶ τὴν ; ἐξουσίαν
مَعْمُودِيَّةُ يُوحَنَّا: مِنَ السَّمَاءِ كَانَتْ أَمْ مِنَ النَّاسِ.
τὸ ; βάπτισμα Ἰωάννου ἐξ οὐρανοῦ ἦν ἐξ ἀνθρώπων;
أَيَجُوزُ لَنَا أَنْ نُعْطِيَ جِزْيَةً لِقَيْصَرَ أَمْ لاَ.
ἔξεστιν ἡμῖν δοῦναι φόρον Καίσαρι οὔ;
لأَنْ مَنْ هُوَ أَكْبَرُ: أَلَّذِي يَتَّكِئُ أَمِ الَّذِي يَخْدُمُ. أَلَيْسَ الَّذِي يَتَّكِئُ. وَلكِنِّي أَنَا بَيْنَكُمْ كَالَّذِي يَخْدُمُ.
γὰρ τίς μείζων, ὁ ἀνακείμενος ὁ διακονῶν; οὐχὶ ὁ ἀνακείμενος; δὲ ἐγὼ ; εἰμι ἐν ; μέσῳ ; ὑμῶν εἰμι ; ὡς ὁ ; διακονῶν.
فَقَالَ: أَقُولُ لَكَ يَا بُطْرُسُ: لاَ يَصِيحُ الدِّيكُ الْيَوْمَ قَبْلَ أَنْ تُنْكِرَ ثَلاَثَ مَرَّاتٍ أَنَّكَ تَعْرِفُنِي.
ὁ ; δὲ ; εἶπεν· λέγω σοι, Πέτρε, οὐ ; μή φωνήσῃ ἀλέκτωρ σήμερον πρὶν ἢ ἀπαρνήσῃ τρίς με ; μή ; εἰδέναι.¶
وَإِنْ سَأَلْتُ لاَ تُجِيبُونَنِي وَلاَ تُطْلِقُونَنِي.
ἐὰν ; δὲ καὶ ; ἐρωτήσω, οὐ ; μὴ ἀποκριθῆτε ; μοι, ἀπολύσητε.
وَكَانَتْ سِتَّةُ أَجْرَانٍ مِنْ حِجَارَةٍ مَوْضُوعَةً هُنَاكَ، حَسَبَ تَطْهِيرِ الْيَهُودِ، يَسَعُ كُلُّ وَاحِدٍ مِطْرَيْنِ أَوْ ثَلاَثَةً.
ἦσαν ; δὲ ἓξ ὑδρίαι λίθιναι ἐκεῖ ; κείμεναι, κατὰ τὸν ; καθαρισμὸν τῶν ; Ἰουδαίων χωροῦσαι ἀνὰ ; μετρητὰς ; δύο τρεῖς.
وَهذِهِ هِيَ الدَّيْنُونَةُ: إِنَّ النُّورَ قَدْ جَاءَ إِلَى الْعَالَمِ، وَأَحَبَّ النَّاسُ الظُّلْمَةَ أَكْثَرَ مِنَ النُّورِ، لأَنَّ أَعْمَالَهُمْ كَانَتْ شِرِّيرَةً.
αὕτη ; δέ ἐστιν ἡ ; κρίσις ὅτι τὸ ; φῶς ἐλήλυθεν εἰς τὸν ; κόσμον, καὶ ; ἠγάπησαν οἱ ; ἄνθρωποι τὸ ; σκότος μᾶλλον τὸ ; φῶς· γὰρ αὐτῶν ; τὰ ; ἔργα. ἦν πονηρὰ
فَلَمَّا عَلِمَ الرَّبُّ أَنَّ الْفَرِّيسِيِّينَ سَمِعُوا أَنَّ يَسُوعَ يُصَيِّرُ وَيُعَمِّدُ تَلاَمِيذَ أَكْثَرَ مِنْ يُوحَنَّا،
Ὡς ; οὖν ἔγνω ὁ ; κύριος ὅτι οἱ ; Φαρισαῖοι ἤκουσαν ὅτι Ἰησοῦς ποιεῖ καὶ ; βαπτίζει μαθητὰς πλείονας Ἰωάννης,
وَعِنْدَ ذلِكَ جَاءَ تَلاَمِيذُهُ، وَكَانُوا يَتَعَجَّبُونَ أَنَّهُ يَتَكَلَّمُ مَعَ امْرَأَةٍ. وَلكِنْ لَمْ يَقُلْ أَحَدٌ: مَاذَا تَطْلُبُ. أَوْ لِمَاذَا تَتَكَلَّمُ مَعَهَا.
καὶ ; ἐπὶ τούτῳ ἦλθαν οἱ ; μαθηταὶ ; αὐτοῦ καὶ ἐθαύμασαν ὅτι ἐλάλει· μετὰ γυναικὸς μέντοι οὐδεὶς ; εἶπεν· τί ζητεῖς, τί λαλεῖς μετ᾽ ; αὐτῆς;¶
فَلَمَّا كَانُوا قَدْ جَذَّفُوا نَحْوَ خَمْسٍ وَعِشْرِينَ أَوْ ثَلاَثِينَ غَلْوَةً، نَظَرُوا يَسُوعَ مَاشِيًا عَلَى الْبَحْرِ مُقْتَرِبًا مِنَ السَّفِينَةِ، فَخَافُوا.
οὖν ἐληλακότες ὡς πέντε εἴκοσι τριάκοντα, σταδίους θεωροῦσιν Ἰησοῦν περιπατοῦντα ἐπὶ τῆς ; θαλάσσης καὶ ; ἐγγὺς ; γινόμενον, τοῦ ; πλοίου καὶ ; ἐφοβήθησαν.
إِنْ شَاءَ أَحَدٌ أَنْ يَعْمَلَ مَشِيئَتَهُ يَعْرِفُ التَّعْلِيمَ، هَلْ هُوَ مِنَ اللهِ، أَمْ أَتَكَلَّمُ أَنَا مِنْ نَفْسِي.
ἐάν θέλῃ τις ποιεῖν, τὸ ; θέλημα ; αὐτοῦ γνώσεται περὶ ; τῆς ; διδαχῆς πότερον ἐστιν ἐκ τοῦ ; θεοῦ λαλῶ. ἐγὼ ἀπ᾽ ἐμαυτοῦ
أَلَعَلَّ أَحَدًا مِنَ الرُّؤَسَاءِ أَوْ مِنَ الْفَرِّيسِيِّينَ آمَنَ بِهِ.
μή τις ἐκ τῶν ; ἀρχόντων ἐκ τῶν ; Φαρισαίων; ἐπίστευσεν εἰς ; αὐτὸν
فَسَأَلَهُ تَلاَمِيذُهُ قَائِلِينَ: يَا مُعَلِّمُ، مَنْ أَخْطَأَ: هذَا أَمْ أَبَوَاهُ حَتَّى وُلِدَ أَعْمَى..
καὶ ; ἠρώτησαν ; αὐτὸν οἱ ; μαθηταὶ ; αὐτοῦ λέγοντες· ῥαββί, τίς ἥμαρτεν, οὗτος οἱ ; γονεῖς ; αὐτοῦ, ἵνα γεννηθῇ;¶ τυφλὸς