ك
إصحاح
G1938
G1939. epithymía
G1940
المعنى المختصر للكلمة
epithymía: a longing (especially for what is forbidden)
اللفظ الأصلي ἐπιθυμία
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق epithymía (ep-ee-thoo-mee-ah)
تكرار الورود في الكتاب 33 مرة في الكتاب
المعنى والشرح المفصل

a longing (especially for what is forbidden)

الإنجليزية — KJV Translation Tags
concupiscence desire lust (after)

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

ἐπιθυμίας (4×) ἐπιθυμίαις, (3×) ἡ ; ἐπιθυμία (2×) ἐπιθυμίᾳ (2×) ἐπιθυμίαν (2×) ἐπιθυμίαις (2×) καὶ ; τὰς ; ἐπιθυμίας (2×) ὑπὸ ; τῆς ; ἰδίας ; ἐπιθυμίας (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (33 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
وَهُمُومُ هذَا الْعَالَمِ وَغُرُورُ الْغِنَى وَشَهَوَاتُ سَائِرِ الأَشْيَاءِ تَدْخُلُ وَتَخْنُقُ الْكَلِمَةَ فَتَصِيرُ بِلاَ ثَمَرٍ.
καὶ ; αἱ ; μέριμναι τούτου τοῦ ; αἰῶνος καὶ ; ἡ ; ἀπάτη τοῦ ; πλούτου καὶ ; αἱ ; ἐπιθυμίαι περὶ ; τὰ ; λοιπὰ εἰσπορευόμεναι συμπνίγουσιν τὸν ; λόγον, καὶ ; γίνεται. ἄκαρπος
وَقَالَ لَهُمْ: شَهْوَةً اشْتَهَيْتُ أَنْ آكُلَ هذَا الْفِصْحَ مَعَكُمْ قَبْلَ أَنْ أَتَأَلَّمَ،
καὶ ; εἶπεν πρὸς ; αὐτούς· ἐπιθυμίᾳ ἐπεθύμησα φαγεῖν τοῦτο τὸ ; πάσχα μεθ᾽ ; ὑμῶν πρὸ τοῦ με ; παθεῖν·
أَنْتُمْ مِنْ أَبٍ هُوَ إِبْلِيسُ، وَشَهَوَاتِ أَبِيكُمْ تُرِيدُونَ أَنْ تَعْمَلُوا. ذَاكَ كَانَ قَتَّالاً لِلنَّاسِ مِنَ الْبَدْءِ، وَلَمْ يَثْبُتْ فِي الْحَقِّ لأَنَّهُ لَيْسَ فِيهِ حَقٌّ. مَتَى تَكَلَّمَ بِالْكَذِبِ فَإِنَّمَا يَتَكَلَّمُ مِمَّا لَهُ، لأَنَّهُ كَذَّابٌ وَأَبُو الْكَذَّابِ.
ὑμεῖς ; ἐστὲ ἐκ τοῦ ; πατρὸς τοῦ διαβόλου καὶ ; τὰς ; ἐπιθυμίας τοῦ ; πατρὸς ; ὑμῶν θέλετε ποιεῖν. ἐκεῖνος ἦν ἀνθρωποκτόνος ἀπ᾽ ἀρχῆς καὶ ; οὐκ ἔστηκεν, ἐν τῇ ; ἀληθείᾳ ὅτι οὐκ ; ἔστιν ἐν ; αὐτῷ. ἀλήθεια ὅταν λαλῇ τὸ ; ψεῦδος, λαλεῖ, ἐκ τῶν ; ἰδίων ὅτι ; ἐστὶν ψεύστης καὶ ; ὁ ; πατὴρ αὐτοῦ.
فَمَاذَا نَقُولُ. هَلِ النَّامُوسُ خَطِيَّةٌ. حَاشَا. بَلْ لَمْ أَعْرِفِ الْخَطِيَّةَ إِلاَّ بِالنَّامُوسِ. فَإِنَّنِي لَمْ أَعْرِفِ الشَّهْوَةَ لَوْ لَمْ يَقُلِ النَّامُوسُ: لاَ تَشْتَهِ.
Τί ; οὖν ἐροῦμεν; ὁ νόμος ἁμαρτία; μὴ ; γένοιτο· ἀλλὰ οὐκ ἔγνων τὴν ; ἁμαρτίαν εἰ ; μὴ διὰ ; νόμου· γὰρ οὐκ ᾔδειν, τήν ; τε ; ἐπιθυμίαν εἰ ; μὴ ἔλεγεν· ὁ ; νόμος οὐκ ἐπιθυμήσεις·
وَلكِنَّ الْخَطِيَّةَ وَهِيَ مُتَّخِذَةٌ فُرْصَةً بِالْوَصِيَّةِ أَنْشَأَتْ فِيَّ كُلَّ شَهْوَةٍ. لأَنْ بِدُونِ النَّامُوسِ الْخَطِيَّةُ مَيِّتَةٌ.
δὲ ἡ ; ἁμαρτία λαβοῦσα ἀφορμὴν τῆς ; ἐντολῆς κατειργάσατο ἐν ; ἐμοὶ πᾶσαν ἐπιθυμίαν· γὰρ χωρὶς νόμου ἁμαρτία νεκρά·
بَلِ الْبَسُوا الرَّبَّ يَسُوعَ الْمَسِيحَ، وَلاَ تَصْنَعُوا تَدْبِيرًا لِلْجَسَدِ لأَجْلِ الشَّهَوَاتِ.
ἀλλ᾽ ἐνδύσασθε τὸν ; κύριον Ἰησοῦν Χριστὸν καὶ ; μὴ ποιεῖσθε πρόνοιαν τῆς ; σαρκὸς εἰς ἐπιθυμίας.¶
وَإِنَّمَا أَقُولُ: اسْلُكُوا بِالرُّوحِ فَلاَ تُكَمِّلُوا شَهْوَةَ الْجَسَدِ.
δέ, Λέγω περιπατεῖτε πνεύματι οὐ ; μὴ τελέσητε. ἐπιθυμίαν σαρκὸς
وَلكِنَّ الَّذِينَ هُمْ لِلْمَسِيحِ قَدْ صَلَبُوا الْجَسَدَ مَعَ الأَهْوَاءِ وَالشَّهَوَاتِ.
δὲ οἱ Χριστοῦ ἐσταύρωσαν τὴν ; σάρκα σὺν τοῖς ; παθήμασιν καὶ ; ταῖς ; ἐπιθυμίαις.
الَّذِينَ نَحْنُ أَيْضًا جَمِيعًا تَصَرَّفْنَا قَبْلاً بَيْنَهُمْ فِي شَهَوَاتِ جَسَدِنَا، عَامِلِينَ مَشِيئَاتِ الْجَسَدِ وَالأَفْكَارِ، وَكُنَّا بِالطَّبِيعَةِ أَبْنَاءَ الْغَضَبِ كَالْبَاقِينَ أَيْضًا،
οἷς ἡμεῖς καὶ πάντες ἀνεστράφημέν ποτε ἐν ἐν ταῖς ; ἐπιθυμίαις τῆς ; σαρκὸς ; ἡμῶν ποιοῦντες τὰ ; θελήματα τῆς ; σαρκὸς καὶ ; τῶν ; διανοιῶν καὶ ; ἦμεν φύσει τέκνα ὀργῆς ὡς ; οἱ ; λοιποί.¶ καὶ
أَنْ تَخْلَعُوا مِنْ جِهَةِ التَّصَرُّفِ السَّابِقِ الإِنْسَانَ الْعَتِيقَ الْفَاسِدَ بِحَسَبِ شَهَوَاتِ الْغُرُورِ،
ὑμᾶς ἀποθέσθαι κατὰ τὴν ; ἀναστροφὴν προτέραν τὸν ; ἄνθρωπον παλαιὸν τὸν ; φθειρόμενον κατὰ τὰς ; ἐπιθυμίας τῆς ; ἀπάτης,
فَإِنِّي مَحْصُورٌ مِنْ الاثْنَيْنِ: لِيَ اشْتِهَاءٌ أَنْ أَنْطَلِقَ وَأَكُونَ مَعَ الْمَسِيحِ، ذَاكَ أَفْضَلُ جِدًّا.
συνέχομαι ; γὰρ ἐκ τῶν ; δύο, ἔχων τὴν ; ἐπιθυμίαν εἰς ; τὸ ; ἀναλῦσαι καὶ ; εἶναι, σὺν Χριστῷ γὰρ κρεῖσσον· μᾶλλον
فَأَمِيتُوا أَعْضَاءَكُمُ الَّتِي عَلَى الأَرْضِ: الزِّنَا، النَّجَاسَةَ، الْهَوَى، الشَّهْوَةَ الرَّدِيَّةَ، الطَّمَعَ الَّذِي هُوَ عِبَادَةُ الأَوْثَانِ،
Νεκρώσατε ; οὖν τὰ ; μέλη ; ὑμῶν τὰ ἐπὶ τῆς ; γῆς, πορνείαν, ἀκαθαρσίαν, πάθος, ἐπιθυμίαν κακὴν καὶ ; τὴν ; πλεονεξίαν ἥτις ἐστὶν εἰδωλολατρία,
وَأَمَّا نَحْنُ أَيُّهَا الإِخْوَةُ، فَإِذْ قَدْ فَقَدْنَاكُمْ زَمَانَ سَاعَةٍ، بِالْوَجْهِ لاَ بِالْقَلْبِ، اجْتَهَدْنَا أَكْثَرَ، بِاشْتِهَاءٍ كَثِيرٍ، أَنْ نَرَى وُجُوهَكُمْ.
δέ, Ἡμεῖς ἀδελφοί, ἀπορφανισθέντες ; ἀφ᾽ ; ὑμῶν πρὸς ; καιρὸν ὥρας προσώπῳ οὐ καρδίᾳ, ἐσπουδάσαμεν περισσοτέρως ἐν ; ἐπιθυμίᾳ. πολλῇ ἰδεῖν τὸ ; πρόσωπον ; ὑμῶν
لاَ فِي هَوَى شَهْوَةٍ كَالأُمَمِ الَّذِينَ لاَ يَعْرِفُونَ اللهَ.
μὴ ἐν πάθει ἐπιθυμίας καθάπερ ; καὶ ; τὰ ; ἔθνη τὰ μὴ εἰδότα τὸν ; θεόν·
وَأَمَّا الَّذِينَ يُرِيدُونَ أَنْ يَكُونُوا أَغْنِيَاءَ، فَيَسْقُطُونَ فِي تَجْرِبَةٍ وَفَخٍّ وَشَهَوَاتٍ كَثِيرَةٍ غَبِيَّةٍ وَمُضِرَّةٍ، تُغَرِّقُ النَّاسَ فِي الْعَطَبِ وَالْهَلاَكِ.
δὲ Οἱ βουλόμενοι πλουτεῖν ἐμπίπτουσιν εἰς πειρασμὸν καὶ ; παγίδα καὶ ; ἐπιθυμίας πολλὰς ἀνοήτους καὶ ; βλαβεράς, βυθίζουσιν τοὺς ; ἀνθρώπους εἰς ὄλεθρον καὶ ; ἀπώλειαν.
أَمَّا الشَّهَوَاتُ الشَّبَابِيَّةُ فَاهْرُبْ مِنْهَا، وَاتْبَعِ الْبِرَّ وَالإِيمَانَ وَالْمَحَبَّةَ وَالسَّلاَمَ مَعَ الَّذِينَ يَدْعُونَ الرَّبَّ مِنْ قَلْبٍ نَقِيٍّ.
δὲ ἐπιθυμίας νεωτερικὰς φεῦγε, δίωκε δικαιοσύνην, πίστιν, ἀγάπην, εἰρήνην μετὰ τῶν ἐπικαλουμένων τὸν ; κύριον ἐκ καρδίας. καθαρᾶς
فَإِنَّهُ مِنْ هؤُلاَءِ هُمُ الَّذِينَ يَدْخُلُونَ الْبُيُوتَ، وَيَسْبُونَ نُسَيَّاتٍ مُحَمَّلاَتٍ خَطَايَا، مُنْسَاقَاتٍ بِشَهَوَاتٍ مُخْتَلِفَةٍ.
γάρ ἐκ τούτων εἰσιν οἱ ἐνδύνοντες εἰς ; τὰς ; οἰκίας καὶ ; αἰχμαλωτεύοντες τὰ ; γυναικάρια σεσωρευμένα ἁμαρτίαις, ἀγόμενα ἐπιθυμίαις ποικίλαις,
مُعَلِّمَةً إِيَّانَا أَنْ نُنْكِرَ الْفُجُورَ وَالشَّهَوَاتِ الْعَالَمِيَّةَ، وَنَعِيشَ بِالتَّعَقُّلِ وَالْبِرِّ وَالتَّقْوَى فِي الْعَالَمِ الْحَاضِرِ،
παιδεύουσα ἡμᾶς ἀρνησάμενοι τὴν ; ἀσέβειαν καὶ ; τὰς ; ἐπιθυμίας κοσμικὰς ζήσωμεν σωφρόνως καὶ ; δικαίως καὶ ; εὐσεβῶς ἐν αἰῶνι τῷ ; νῦν
لأَنَّنَا كُنَّا نَحْنُ أَيْضًا قَبْلاً أَغْبِيَاءَ، غَيْرَ طَائِعِينَ، ضَالِّينَ، مُسْتَعْبَدِينَ لِشَهَوَاتٍ وَلَذَّاتٍ مُخْتَلِفَةٍ، عَائِشِينَ فِي الْخُبْثِ وَالْحَسَدِ، مَمْقُوتِينَ، مُبْغِضِينَ بَعْضُنَا بَعْضًا.
γάρ ἦμεν ἡμεῖς καὶ ποτε ἀνόητοι, ἀπειθεῖς, πλανώμενοι, δουλεύοντες ἐπιθυμίαις καὶ ; ἡδοναῖς ποικίλαις, διάγοντες, ἐν κακίᾳ καὶ ; φθόνῳ στυγητοί, μισοῦντες ἀλλήλους.¶
وَلكِنَّ كُلَّ وَاحِدٍ يُجَرَّبُ إِذَا انْجَذَبَ وَانْخَدَعَ مِنْ شَهْوَتِهِ.
δὲ ἕκαστος πειράζεται ἐξελκόμενος καὶ ; δελεαζόμενος· ὑπὸ ; τῆς ; ἰδίας ; ἐπιθυμίας
ثُمَّ الشَّهْوَةُ إِذَا حَبِلَتْ تَلِدُ خَطِيَّةً، وَالْخَطِيَّةُ إِذَا كَمَلَتْ تُنْتِجُ مَوْتًا.
εἶτα ἡ ; ἐπιθυμία συλλαβοῦσα τίκτει ἁμαρτίαν, ἡ ; δὲ ; ἁμαρτία ἀποτελεσθεῖσα ἀποκύει θάνατον.¶
كَأَوْلاَدِ الطَّاعَةِ، لاَ تُشَاكِلُوا شَهَوَاتِكُمُ السَّابِقَةَ فِي جَهَالَتِكُمْ،
ὡς ; τέκνα ὑπακοῆς μὴ συσχηματιζόμενοι ἐπιθυμίαις, πρότερον ἐν τῇ ; ἀγνοίᾳ ; ὑμῶν
أَيُّهَا الأَحِبَّاءُ، أَطْلُبُ إِلَيْكُمْ كَغُرَبَاءَ وَنُزَلاَءَ، أَنْ تَمْتَنِعُوا عَنِ الشَّهَوَاتِ الْجَسَدِيَّةِ الَّتِي تُحَارِبُ النَّفْسَ،
Ἀγαπητοί, παρακαλῶ ὡς ; παροίκους καὶ ; παρεπιδήμους ἀπέχεσθαι ἐπιθυμιῶν, σαρκικῶν αἵτινες στρατεύονται ; κατὰ τῆς ; ψυχῆς·
لِكَيْ لاَ يَعِيشَ الزَّمَانَ الْبَاقِيَ فِي الْجَسَدِ، لِشَهَوَاتِ النَّاسِ، بَلْ لإِرَادَةِ اللهِ.
εἰς μηκέτι βιῶσαι χρόνον. ἐπίλοιπον ἐν σαρκὶ ἐπιθυμίαις, ἀνθρώπων ἀλλὰ θελήματι θεοῦ
لأَنَّ زَمَانَ الْحَيَاةِ الَّذِي مَضَى يَكْفِينَا لِنَكُونَ قَدْ عَمِلْنَا إِرَادَةَ الأُمَمِ، سَالِكِينَ فِي الدَّعَارَةِ وَالشَّهَوَاتِ، وَإِدْمَانِ الْخَمْرِ، وَالْبَطَرِ، وَالْمُنَادَمَاتِ، وَعِبَادَةِ الأَوْثَانِ الْمُحَرَّمَةِ،
γὰρ χρόνος τοῦ ; βίου παρεληλυθὼς ἀρκετὸς κατεργάσασθαι τὸ ; θέλημα τῶν ; ἐθνῶν πεπορευμένους ἐν ἀσελγείαις, ἐπιθυμίαις, οἰνοφλυγίαις, κώμοις, πότοις, εἰδωλολατρίαις· ἀθεμίτοις
اللَّذَيْنِ بِهِمَا قَدْ وَهَبَ لَنَا الْمَوَاعِيدَ الْعُظْمَى وَالثَّمِينَةَ، لِكَيْ تَصِيرُوا بِهَا شُرَكَاءَ الطَّبِيعَةِ الإِلهِيَّةِ، هَارِبِينَ مِنَ الْفَسَادِ الَّذِي فِي الْعَالَمِ بِالشَّهْوَةِ.
δι᾽ ; ὧν δεδώρηται, ἡμῖν ἐπαγγέλματα μέγιστα τίμια ἵνα γένησθε διὰ ; τούτων κοινωνοὶ φύσεως θείας ἀποφυγόντες φθορᾶς. ἐν τῷ ; κόσμῳ ἐν ; ἐπιθυμίᾳ
وَلاَ سِيَّمَا الَّذِينَ يَذْهَبُونَ وَرَاءَ الْجَسَدِ فِي شَهْوَةِ النَّجَاسَةِ، وَيَسْتَهِينُونَ بِالسِّيَادَةِ. جَسُورُونَ، مُعْجِبُونَ بِأَنْفُسِهِمْ، لاَ يَرْتَعِبُونَ أَنْ يَفْتَرُوا عَلَى ذَوِي الأَمْجَادِ،
μάλιστα ; δὲ τοὺς πορευομένους ὀπίσω σαρκὸς ἐν ἐπιθυμίᾳ μιασμοῦ καταφρονοῦντας. κυριότητος τολμηταί, αὐθάδεις, οὐ τρέμουσιν βλασφημοῦντες· δόξας
لأَنَّهُمْ إِذْ يَنْطِقُونَ بِعَظَائِمِ الْبُطْلِ، يَخْدَعُونَ بِشَهَوَاتِ الْجَسَدِ فِي الدَّعَارَةِ، مَنْ هَرَبَ قَلِيلاً مِنَ الَّذِينَ يَسِيرُونَ فِي الضَّلاَلِ،
γὰρ φθεγγόμενοι Ὑπέρογκα ματαιότητος δελεάζουσιν ἐν ; ἐπιθυμίαις σαρκὸς ἀσελγείαις τοὺς ἀποφυγόντας ὄντως τοὺς ἀναστρεφομένους, ἐν πλάνῃ
عَالِمِينَ هذَا أَوَّلاً: أَنَّهُ سَيَأْتِي فِي آخِرِ الأَيَّامِ قَوْمٌ مُسْتَهْزِئُونَ، سَالِكِينَ بِحَسَبِ شَهَوَاتِ أَنْفُسِهِمْ،
γινώσκοντες τοῦτο πρῶτον ὅτι ἐλεύσονται ἐπ᾽ ἐσχάτου τῶν ; ἡμερῶν ἐμπαῖκται πορευόμενοι κατὰ ἐπιθυμίας τὰς ; ἰδίας
لأَنَّ كُلَّ مَا فِي الْعَالَمِ: شَهْوَةَ الْجَسَدِ، وَشَهْوَةَ الْعُيُونِ، وَتَعَظُّمَ الْمَعِيشَةِ، لَيْسَ مِنَ الآبِ بَلْ مِنَ الْعَالَمِ.
ὅτι πᾶν τὸ ; ἐν τῷ ; κόσμῳ, ἡ ; ἐπιθυμία τῆς ; σαρκὸς καὶ ; ἡ ; ἐπιθυμία τῶν ; ὀφθαλμῶν καὶ ; ἡ ; ἀλαζονεία τοῦ ; βίου, οὐκ ἔστιν ; ἐκ τοῦ ; πατρὸς ἀλλ᾽ ἐκ τοῦ ; κόσμου