ك
إصحاح
G1509
G1510. eimí
G1511
المعنى المختصر للكلمة
eimí: I exist (used only when emphatic)
اللفظ الأصلي εἰμί
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق eimí (i-mee)
تكرار الورود في الكتاب 2055 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل

I exist (used only when emphatic)

الإنجليزية — KJV Translation Tags
am have been X it is I was

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

ἐστιν (216×) ἦν (160×) ἔσται (89×) ἐστὶν (53×) ἦσαν (45×) καὶ ; ἦν (43×) οὐκ ; ἔστιν (37×) εἰσιν (35×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (2055 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
هكَذَا يَكُونُ فِي الْيَوْمِ الَّذِي فِيهِ يُظْهَرُ ابْنُ الإِنْسَانِ.
κατὰ ; ταῦτα ἔσται ᾗ ἡμέρᾳ ἀποκαλύπτεται.¶ ὁ ; υἱὸς τοῦ ; ἀνθρώπου
فِي ذلِكَ الْيَوْمِ مَنْ كَانَ عَلَى السَّطْحِ وَأَمْتِعَتُهُ فِي الْبَيْتِ فَلاَ يَنْزِلْ لِيَأْخُذَهَا، وَالَّذِي فِي الْحَقْلِ كَذلِكَ لاَ يَرْجعْ إِلَى الْوَرَاءِ.
ἐν ἐκείνῃ τῇ ; ἡμέρᾳ ὃς ἔσται ἐπὶ τοῦ ; δώματος καὶ ; τὰ ; σκεύη ; αὐτοῦ ἐν τῇ ; οἰκίᾳ, μὴ καταβάτω ἆραι ; αὐτά· καὶ ; ὁ ἐν τῷ ; ἀγρῷ ὁμοίως μὴ ἐπιστρεψάτω εἰς τὰ ; ὀπίσω.
أَقُولُ لَكُمْ: إِنَّهُ فِي تِلْكَ اللَّيْلَةِ يَكُونُ اثْنَانِ عَلَى فِرَاشٍ وَاحِدٍ، فَيُؤْخَذُ الْوَاحِدُ وَيُتْرَكُ الآخَرُ.
Λέγω ὑμῖν· ταύτῃ τῇ ; νυκτὶ ἔσονται δύο ἐπὶ κλίνης μιᾶς· παραλημφθήσεται, ὁ ; εἷς καὶ ; ἀφεθήσεται. ὁ ; ἕτερος
تَكُونُ اثْنَتَانِ تَطْحَنَانِ مَعًا، فَتُؤْخَذُ الْوَاحِدَةُ وَتُتْرَكُ الأُخْرَى.
ἔσονται δύο ἀλήθουσαι ἐπὶ ; τὸ ; αὐτό· παραλημφθήσεται, μία καὶ ; ἀφεθήσεται.¶ ἡ ; ἑτέρα
قِائِلاً: كَانَ فِي مَدِينَةٍ قَاضٍ لاَ يَخَافُ اللهَ وَلاَ يَهَابُ إِنْسَانًا.
λέγων· ἦν ἔν τινι ; πόλει κριτής ; τις μὴ φοβούμενος τὸν ; θεὸν καὶ ; μὴ ἐντρεπόμενος. ἄνθρωπον
وَكَانَ فِي تِلْكَ الْمَدِينَةِ أَرْمَلَةٌ. وَكَانَتْ تَأْتِي إِلَيْهِ قَائِلَةً: أَنْصِفْنِي مِنْ خَصْمِي..
δὲ ; ἦν ἐν ἐκείνῃ τῇ ; πόλει χήρα καὶ ἤρχετο πρὸς ; αὐτὸν λέγουσα· ἐκδίκησόν ; με ἀπὸ τοῦ ; ἀντιδίκου ; μου.
وَقَالَ لِقَوْمٍ وَاثِقِينَ بِأَنْفُسِهِمْ أَنَّهُمْ أَبْرَارٌ، وَيَحْتَقِرُونَ الآخَرِينَ هذَا الْمَثَلَ:
Εἶπεν ; δὲ πρός ; τινας τοὺς ; πεποιθότας ἐφ᾽ ; ἑαυτοῖς ὅτι ; εἰσὶν δίκαιοι καὶ ; ἐξουθενοῦντας τοὺς ; λοιποὺς ταύτην.¶ τὴν ; παραβολὴν
أَمَّا الْفَرِّيسِيُّ فَوَقَفَ يُصَلِّي فِي نَفْسِهِ هكَذَا: اَللّهُمَّ أَنَا أَشْكُرُكَ أَنِّي لَسْتُ مِثْلَ بَاقِي النَّاسِ الْخَاطِفِينَ الظَّالِمِينَ الزُّنَاةِ، وَلاَ مِثْلَ هذَا الْعَشَّارِ.
ὁ ; Φαρισαῖος σταθεὶς προσηύχετο· πρὸς ἑαυτὸν ταῦτα ὁ ; θεός, εὐχαριστῶ ; σοι ὅτι ; εἰμὶ οὐκ ὥσπερ οἱ ; λοιποὶ τῶν ; ἀνθρώπων, ἅρπαγες, ἄδικοι, μοιχοί, ἢ ; καὶ ὡς οὗτος ὁ ; τελώνης.
فَلَمَّا سَمِعَ ذلِكَ حَزِنَ، لأَنَّهُ كَانَ غَنِيًّا جِدًّا.
δὲ Ὁ ; ἀκούσας ταῦτα περίλυπος ; ἐγένετο γὰρ ἦν πλούσιος σφόδρα.¶
لأَنَّ دُخُولَ جَمَل مِنْ ثَقْبِ إِبْرَةٍ أَيْسَرُ مِنْ أَنْ يَدْخُلَ غَنِيٌّ إِلَى مَلَكُوتِ اللهِ..
γάρ εἰσελθεῖν κάμηλον διὰ τρυμαλιᾶς ῥαφίδος εὐκοπώτερον ; ἐστιν ἢ εἰσελθεῖν.¶ πλούσιον εἰς τὴν ; βασιλείαν τοῦ ; θεοῦ
فَقَالَ: غَيْرُ الْمُسْتَطَاعِ عِنْدَ النَّاسِ مُسْتَطَاعٌ عِنْدَ اللهِ.
ὁ ; δὲ ; εἶπεν· τὰ ; ἀδύνατα παρὰ ἀνθρώποις δυνατὰ ; ἐστιν.¶ παρὰ τῷ ; θεῷ
فَقَالَ لَهُمُ: الْحَقَّ أَقُولُ لَكُمْ: إِنْ لَيْسَ أَحَدٌ تَرَكَ بَيْتًا أَوْ وَالِدَيْنِ أَوْ إِخْوَةً أَوِ امْرَأَةً أَوْ أَوْلاَدًا مِنْ أَجْلِ مَلَكُوتِ اللهِ،
Ὁ ; δὲ ; εἶπεν αὐτοῖς· ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι οὐδείς ; ἐστιν ἀφῆκεν οἰκίαν ἢ γονεῖς ἢ ἀδελφοὺς ἢ γυναῖκα ἢ τέκνα ἕνεκεν τῆς ; βασιλείας τοῦ ; θεοῦ,
وَأَمَّا هُمْ فَلَمْ يَفْهَمُوا مِنْ ذلِكَ شَيْئًا، وَكَانَ هذَا الأَمْرُ مُخْفىً عَنْهُمْ، وَلَمْ يَعْلَمُوا مَا قِيلَ.
καὶ ; αὐτοὶ οὐδὲν συνῆκαν, τούτων καὶ ; ἦν τοῦτο τὸ ; ῥῆμα κεκρυμμένον ἀπ᾽ ; αὐτῶν, καὶ ; οὐκ ἐγίνωσκον τὰ ; λεγόμενα.¶
فَلَمَّا سَمِعَ الْجَمْعَ مُجْتَازًا سَأَلَ: مَا عَسَى أَنْ يَكُونَ هذَا.
δὲ ἀκούσας ὄχλου διαπορευομένου ἐπυνθάνετο τί ; ἂν εἴη τοῦτο.
وَإِذَا رَجُلٌ اسْمُهُ زَكَّا، وَهُوَ رَئِيسٌ لِلْعَشَّارِينَ وَكَانَ غَنِيًّا،
καὶ ; ἰδοὺ ἀνὴρ ὀνόματι ; καλούμενος Ζακχαῖος καὶ ; αὐτὸς ; ἦν ἀρχιτελώνης καὶ ; οὗτος; ἦν πλούσιος·
وَإِذَا رَجُلٌ اسْمُهُ زَكَّا، وَهُوَ رَئِيسٌ لِلْعَشَّارِينَ وَكَانَ غَنِيًّا،
καὶ ; ἰδοὺ ἀνὴρ ὀνόματι ; καλούμενος Ζακχαῖος καὶ ; αὐτὸς ; ἦν ἀρχιτελώνης καὶ ; οὗτος; ἦν πλούσιος·
وَطَلَبَ أَنْ يَرَى يَسُوعَ مَنْ هُوَ، وَلَمْ يَقْدِرْ مِنَ الْجَمْعِ، لأَنَّهُ كَانَ قَصِيرَ الْقَامَةِ.
καὶ ; ἐζήτει ἰδεῖν τὸν ; Ἰησοῦν τίς ἐστιν καὶ ; οὐκ ἠδύνατο ἀπὸ τοῦ ; ὄχλου, ὅτι ἦν. μικρὸς τῇ ; ἡλικίᾳ
وَطَلَبَ أَنْ يَرَى يَسُوعَ مَنْ هُوَ، وَلَمْ يَقْدِرْ مِنَ الْجَمْعِ، لأَنَّهُ كَانَ قَصِيرَ الْقَامَةِ.
καὶ ; ἐζήτει ἰδεῖν τὸν ; Ἰησοῦν τίς ἐστιν καὶ ; οὐκ ἠδύνατο ἀπὸ τοῦ ; ὄχλου, ὅτι ἦν. μικρὸς τῇ ; ἡλικίᾳ
فَقَالَ لَهُ يَسُوعُ: الْيَوْمَ حَصَلَ خَلاَصٌ لِهذَا الْبَيْتِ، إِذْ هُوَ أَيْضًا ابْنُ إِبْرَاهِيمَ،
Εἶπεν ; δὲ πρὸς ; αὐτὸν ὁ ; Ἰησοῦς ὅτι ; σήμερον ἐγένετο, σωτηρία τῷ ; τούτῳ οἴκῳ καθότι αὐτὸς ; ἐστιν· καὶ υἱὸς Ἀβραάμ
فَقَالَ لَهُ: نِعِمَّا أَيُّهَا الْعَبْدُ الصَّالِحُ. لأَنَّكَ كُنْتَ أَمِينًا فِي الْقَلِيلِ، فَلْيَكُنْ لَكَ سُلْطَانٌ عَلَى عَشْرِ مُدْنٍ.
καὶ ; εἶπεν αὐτῷ· Εὖ δοῦλε, ἀγαθὲ ὅτι ἐγένου, πιστὸς ἐν ἐλαχίστῳ ἴσθι ἔχων ἐξουσίαν ἐπάνω δέκα πόλεων.¶
لأَنِّي كُنْتُ أَخَافُ مِنْكَ، إِذْ أَنْتَ إِنْسَانٌ صَارِمٌ، تَأْخُذُ مَا لَمْ تَضَعْ وَتَحْصُدُ مَا لَمْ تَزْرَعْ.
ἐφοβούμην ; γάρ σε, ὅτι ἄνθρωπος αὐστηρὸς ; εἶ· αἴρεις ὃ οὐκ ἔθηκας καὶ ; θερίζεις ὃ οὐκ ἔσπειρας.¶
فَقَالَ لَهُ: مِنْ فَمِكَ أَدِينُكَ أَيُّهَا الْعَبْدُ الشِّرِّيرُ. عَرَفْتَ أَنِّي إِنْسَانٌ صَارِمٌ، آخُذُ مَا لَمْ أَضَعْ، وَأَحْصُدُ مَا لَمْ أَزْرَعْ،
Λέγει ; δὲ αὐτῷ· ἐκ τοῦ ; στόματός ; σου κρινῶ ; σε, δοῦλε. πονηρὲ ᾔδεις ὅτι ; ἐγὼ ἄνθρωπος αὐστηρός ; εἰμι αἴρων ὃ οὐκ ἔθηκα καὶ ; θερίζων ὃ οὐκ ἔσπειρα·
وَكَانَ يُعَلِّمُ كُلَّ يَوْمٍ فِي الْهَيْكَلِ، وَكَانَ رُؤَسَاءُ الْكَهَنَةِ وَالْكَتَبَةُ مَعَ وُجُوهِ الشَّعْبِ يَطْلُبُونَ أَنْ يُهْلِكُوهُ،
καὶ ; ἦν διδάσκων καθ᾽ τὸ ; ἡμέραν ἐν ἱερῷ· ; τῷ δὲ οἱ ; ἀρχιερεῖς καὶ ; οἱ ; γραμματεῖς καὶ οἱ ; πρῶτοι λαοῦ, ; τοῦ ἐζήτουν ἀπολέσαι ; αὐτὸν
وَكَلَّمُوُه قَائِلِينَ: قُلْ لَنَا: بِأَيِّ سُلْطَانٍ تَفْعَلُ هذَا. أَوْ مَنْ هُوَ الَّذِي أَعْطَاكَ هذَا السُّلْطَانَ.
καὶ ; εἶπαν ; πρὸς ; αὐτόν· λέγοντες εἰπὸν ἡμῖν ἐν ; ποίᾳ ἐξουσίᾳ ποιεῖς ταῦτα ἢ τίς ἐστιν ὁ δούς ; σοι ταύτην;¶ τὴν ; ἐξουσίαν
مَعْمُودِيَّةُ يُوحَنَّا: مِنَ السَّمَاءِ كَانَتْ أَمْ مِنَ النَّاسِ.
τὸ ; βάπτισμα Ἰωάννου ἐξ οὐρανοῦ ἦν ἢ ἐξ ἀνθρώπων;
وَإِنْ قُلْنَا: مِنَ النَّاسِ، فَجَمِيعُ الشَّعْبِ يَرْجُمُونَنَا، لأَنَّهُمْ وَاثِقُونَ بِأَنَّ يُوحَنَّا نَبِيٌّ.
ἐὰν ; δὲ εἴπωμεν· ἐξ ἀνθρώπων, πᾶς ὁ ; λαὸς καταλιθάσει ; ἡμᾶς· γάρ ; ἐστιν πεπεισμένος εἶναι. Ἰωάννην προφήτην
فَلَمَّا رَآهُ الْكَرَّامُونَ تَآمَرُوا فِيمَا بَيْنَهُمْ قَائِلِينَ: هذَا هُوَ الْوَارِثُ. هَلُمُّوا نَقْتُلْهُ لِكَيْ يَصِيرَ لَنَا الْمِيرَاثُ.
δὲ ἰδόντες ; αὐτὸν οἱ ; γεωργοὶ διελογίζοντο πρὸς ἑαυτούς λέγοντες· οὗτός ἐστιν ὁ ; κληρονόμος· δεῦτε ἀποκτείνωμεν ; αὐτὸν ἵνα γένηται ἡμῶν ἡ ; κληρονομία.
فَنَظَرَ إِلَيْهِمْ وَقَالَ: إِذًا مَا هُوَ هذَا الْمَكْتُوبُ: الْحَجَرُ الَّذِي رَفَضَهُ الْبَنَّاؤُونَ هُوَ قَدْ صَارَ رَأْسَ الزَّاوِيَةِ.
ὁ ; δὲ ; ἐμβλέψας αὐτοῖς εἶπεν· οὖν τί ἐστιν τοῦτο· τὸ ; γεγραμμένον λίθον ὃν ἀπεδοκίμασαν οἱ ; οἰκοδομοῦντες, οὗτος ἐγενήθη εἰς ; κεφαλὴν γωνίας;
فَكَانَ سَبْعَةُ إِخْوَةٍ. وَأَخَذَ الأَوَّلُ امْرَأَةً وَمَاتَ بِغَيْرِ وَلَدٍ،
οὖν ; ἦσαν· ἑπτὰ ἀδελφοὶ καὶ ; λαβὼν ὁ ; πρῶτος γυναῖκα ἀπέθανεν ἄτεκνος,
إِذْ لاَ يَسْتَطِيعُونَ أَنْ يَمُوتُوا أَيْضًا، لأَنَّهُمْ مِثْلُ الْمَلاَئِكَةِ، وَهُمْ أَبْنَاءُ اللهِ، إِذْ هُمْ أَبْنَاءُ الْقِيَامَةِ.
γὰρ οὔτε δύνανται, ἀποθανεῖν ἔτι γάρ ; εἰσιν, ἰσάγγελοι καὶ ; εἰσιν υἱοί τοῦ ; θεοῦ ὄντες. υἱοὶ τῆς ; ἀναστάσεως