ك
إصحاح
G1436
G1437. eán
G1438
المعنى المختصر للكلمة
eán: a conditional particle
اللفظ الأصلي ἐάν
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق eán (eh-an)
تكرار الورود في الكتاب 269 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل
1 a conditional particle
2 in case that, provided, etc.
3 often used in connection with other particles to denote indefiniteness or uncertainty
الإنجليزية — KJV Translation Tags
before but except (and) if (if) so (what-, whither-)soever though when (-soever) whether (or) to whom (who-)so(-ever)

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

ἐὰν (141×) ἐάν (31×) καὶ ; ἐὰν (23×) κἂν (13×) ὃ ; ἐὰν (9×) καὶ ; ἐάν (7×) ὃς ; ἐὰν (6×) Ἐὰν (6×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (269 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
فَلاَ يَكُونُ هكَذَا فِيكُمْ. بَلْ مَنْ أَرَادَ أَنْ يَصِيرَ فِيكُمْ عَظِيمًا، يَكُونُ لَكُمْ خَادِمًا،
οὐχ ; δέ ἔσται οὕτως ἐν ; ὑμῖν, ἀλλ᾽ ὃς ; ἐὰν θέλῃ γενέσθαι ἐν ; ὑμῖν, μέγας ἔσται ὑμῶν διάκονος·
وَإِنْ قَالَ لَكُمَا أَحَدٌ: لِمَاذَا تَفْعَلاَنِ هذَا. فَقُولاَ: الرَّبُّ مُحْتَاجٌ إِلَيْهِ. فَلِلْوَقْتِ يُرْسِلُهُ إِلَى هُنَا.
καὶ ; ἐάν εἴπῃ· ὑμῖν τις τί ποιεῖτε τοῦτο; εἴπατε ὅτι ; ὁ ; κύριος χρείαν ; ἔχει, αὐτοῦ καὶ ; εὐθὺς αὐτὸν ; ἀποστελεῖ ὧδε.
لأَنِّي الْحَقَّ أَقُولُ لَكُمْ: إِنَّ مَنْ قَالَ لِهذَا الْجَبَلِ: انْتَقِلْ وَانْطَرِحْ فِي الْبَحْرِ. وَلاَ يَشُكُّ فِي قَلْبِهِ، بَلْ يُؤْمِنُ أَنَّ مَا يَقُولُهُ يَكُونُ، فَمَهْمَا قَالَ يَكُونُ لَهُ.
γὰρ ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι ὃς ; ἂν εἴπῃ τούτῳ· τῷ ; ὄρει ἄρθητι καὶ ; βλήθητι εἰς τὴν ; θάλασσαν, καὶ ; μὴ διακριθῇ ἐν τῇ ; καρδίᾳ ; αὐτοῦ ἀλλὰ πιστεύσῃ ὅτι ἃ λέγει γίνεται, ὃ ; ἐὰν εἴπῃ.¶ ἔσται αὐτῷ
فَفَكَّرُوا فِي أَنْفُسِهِمْ قَائِلِينَ: إِنْ قُلْنَا: مِنَ السَّمَاءِ، يَقُولُ: فَلِمَاذَا لَمْ تُؤْمِنُوا بِهِ.
καὶ ; ἐλογίζοντο πρὸς ἑαυτοὺς λέγοντες· ἐὰν εἴπωμεν· ἐξ οὐρανοῦ, ἐρεῖ· διὰ ; τί ; οὖν οὐκ ἐπιστεύσατε αὐτῷ;
وَإِنْ قُلْنَا: مِنَ النَّاسِ. فَخَافُوا الشَّعْبَ. لأَنَّ يُوحَنَّا كَانَ عِنْدَ الْجَمِيعِ أَنَّهُ بِالْحَقِيقَةِ نَبِيٌّ.
ἀλλ᾽ ; ἐὰν εἴπωμεν· ἐξ ἀνθρώπων, ἐφοβοῦντο τὸν ; λαόν γὰρ τὸν ; Ἰωάννην εἶχον ἅπαντες ὅτι ; ἦν. ὄντως προφήτης
يَا مُعَلِّمُ، كَتَبَ لَنَا مُوسَى: إِنْ مَاتَ لأَحَدٍ أَخٌ، وَتَرَكَ امْرَأَةً وَلَمْ يُخَلِّفْ أَوْلاَدًا، أَنْ يَأْخُذَ أَخُوهُ امْرَأَتَهُ، وَيُقِيمَ نَسْلاً لأَخِيهِ.
διδάσκαλε, ἔγραψεν ἡμῖν Μωϋσῆς ὅτι ; ἐάν ἀποθάνῃ τινος ἀδελφὸς καὶ ; καταλίπῃ γυναῖκα καὶ ; μὴ ἀφῇ τέκνα ἵνα λάβῃ ὁ ; ἀδελφὸς ; αὐτοῦ τὴν ; γυναῖκα ; αὐτοῦ καὶ ; ἐξαναστήσῃ σπέρμα τῷ ; ἀδελφῷ ; αὐτοῦ.
فَمَتَى سَاقُوكُمْ لِيُسَلِّمُوكُمْ، فَلاَ تَعْتَنُوا مِنْ قَبْلُ بِمَا تَتَكَلَّمُونَ وَلاَ تَهْتَمُّوا، بَلْ مَهْمَا أُعْطِيتُمْ فِي تِلْكَ السَّاعَةِ فَبِذلِكَ تَكَلَّمُوا. لأَنْ لَسْتُمْ أَنْتُمُ الْمُتَكَلِّمِينَ بَلِ الرُّوحُ الْقُدُسُ.
ὅταν ; δὲ ἀγάγωσιν; ὑμᾶς παραδιδόντες, μὴ προμεριμνᾶτε τί λαλήσητε μηδὲ μελετᾶτε· ἀλλ᾽ ὃ ; ἐὰν δοθῇ ; ὑμῖν ἐν ἐκείνῃ ὥρᾳ, τοῦτο λαλεῖτε· γάρ οὐ ἐστε ; ὑμεῖς λαλοῦντες ἀλλὰ τὸ ; πνεῦμα τὸ ; ἅγιον.
حِينَئِذٍ إِنْ قَالَ لَكُمْ أَحَدٌ: هُوَذَا الْمَسِيحُ هُنَا. أَوْ: هُوَذَا هُنَاكَ. فَلاَ تُصَدِّقُوا.
καὶ ; τότε ἐάν εἴπῃ· ὑμῖν τις Ἰδού χριστός ; ὁ ὧδε ἢ, Ἰδού ἐκεῖ, μὴ πιστεύσητε
وَحَيْثُمَا يَدْخُلْ فَقُولاَ لِرَبِّ الْبَيْتِ: إِنَّ الْمُعَلِّمَ يَقُولُ: أَيْنَ الْمَنْزِلُ حَيْثُ آكُلُ الْفِصْحَ مَعَ تَلاَمِيذِي.
καὶ ; ὅπου ; ἐὰν εἰσέλθῃ, εἴπατε οἰκοδεσπότῃ ; τῷ ὅτι ; ὁ ; διδάσκαλος λέγει· ποῦ ; ἐστιν κατάλυμά ; τὸ ὅπου φάγω; τὸ ; πάσχα μετὰ τῶν ; μαθητῶν ; μου
فَقَالَ بِأَكْثَرِ تَشْدِيدٍ: وَلَوِ اضْطُرِرْتُ أَنْ أَمُوتَ مَعَكَ لاَ أُنْكِرُكَ.. وَهكَذَا قَالَ أَيْضًا الْجَمِيعُ.
δὲ ; ἔλεγεν ἐκπερισσῶς ἐὰν δέῃ συναποθανεῖν ; με σοι, οὐ ; μή σε ; ἀπαρνήσομαι. ὡσαύτως ἔλεγον.¶ καὶ πάντες
يَحْمِلُونَ حَيَّاتٍ، وَإِنْ شَرِبُوا شَيْئًا مُمِيتًا لاَ يَضُرُّهُمْ، وَيَضَعُونَ أَيْدِيَهُمْ عَلَى الْمَرْضَى فَيَبْرَأُونَ.
ἀροῦσιν, ὄφεις κἂν πίωσιν, τι θανάσιμόν οὐ ; μὴ αὐτοὺς ; βλάψει, ἐπιθήσουσιν χεῖρας ἐπὶ ἀρρώστους καλῶς ; ἕξουσιν.¶ ; καὶ
وَقَالَ لَهُ إِبْلِيسُ: لَكَ أُعْطِي هذَا السُّلْطَانَ كُلَّهُ وَمَجْدَهُنَّ، لأَنَّهُ إِلَيَّ قَدْ دُفِعَ، وَأَنَا أُعْطِيهِ لِمَنْ أُرِيدُ.
καὶ ; εἶπεν αὐτῷ ὁ ; διάβολος· σοὶ δώσω ταύτην τὴν ; ἐξουσίαν ἅπασαν καὶ ; τὴν ; δόξαν ; αὐτῶν, ὅτι ἐμοὶ παραδέδοται καὶ ; δίδωμι ; αὐτήν· ᾧ ; ἐὰν θέλω
فَإِنْ سَجَدْتَ أَمَامِي يَكُونُ لَكَ الْجَمِيعُ.
οὖν ; ἐὰν σὺ ; προσκυνήσῃς ἐνώπιον ; μοῦ ἔσται σοῦ πάντα
وَكَانَ فِي إِحْدَى الْمُدُنِ، فَإِذَا رَجُلٌ مَمْلُوءٌ بَرَصًا. فَلَمَّا رَأَى يَسُوعَ خَرَّ عَلَى وَجْهِهِ وَطَلَبَ إِلَيْهِ قَائِلاً: يَا سَيِّدُ، إِنْ أَرَدْتَ تَقْدِرْ أَنْ تُطَهِّرَنِي.
Καὶ ; ἐγένετο ; ἐν ; τῷ ; εἶναι ; αὐτὸν ἐν μιᾷ τῶν ; πόλεων καὶ ; ἰδοὺ ἀνὴρ πλήρης λέπρας· δὲ ἰδὼν τὸν ; Ἰησοῦν, πεσὼν ἐπὶ πρόσωπον ἐδεήθη αὐτοῦ λέγων· κύριε, ἐὰν θέλῃς, δύνασαί με ; καθαρίσαι.
وَإِذَا أَحْسَنْتُمْ إِلَى الَّذِينَ يُحْسِنُونَ إِلَيْكُمْ، فَأَيُّ فَضْل لَكُمْ. فَإِنَّ الْخُطَاةَ أَيْضًا يَفْعَلُونَ هكَذَا.
καὶ ; ἐὰν ἀγαθοποιῆτε τοὺς ἀγαθοποιοῦντας ὑμᾶς, ποία χάρις ὑμῖν γὰρ οἱ ; ἁμαρτωλοὶ καὶ ποιοῦσιν. τὸ ; αὐτὸ
وَإِنْ أَقْرَضْتُمُ الَّذِينَ تَرْجُونَ أَنْ تَسْتَرِدُّوا مِنْهُمْ، فَأَيُّ فَضْل لَكُمْ. فَإِنَّ الْخُطَاةَ أَيْضًا يُقْرِضُونَ الْخُطَاةَ لِكَيْ يَسْتَرِدُّوا مِنْهُمُ الْمِثْلَ.
καὶ ; ἐὰν δανείζητε παρ᾽ ; ὧν ἐλπίζετε ἀπολαβεῖν ποία χάρις ; ἐστίν; ὑμῖν γὰρ οἱ ; ἁμαρτωλοὶ καὶ δανίζουσιν ἁμαρτωλοῖς ἵνα ἀπολάβωσιν τὰ ; ἴσα.
وَقَالَ لَهُمْ: مَنْ قَبِلَ هذَا الْوَلَدَ بِاسْمِي يَقْبَلُنِي، وَمَنْ قَبِلَنِي يَقْبَلُ الَّذِي أَرْسَلَنِي، لأَنَّ الأَصْغَرَ فِيكُمْ جَمِيعًا هُوَ يَكُونُ عَظِيمًا
καὶ ; εἶπεν αὐτοῖς· ὃς ; ἐὰν δέξηται τοῦτο τὸ ; παιδίον ἐπὶ ; τῷ ; ὀνόματί ; μου, ἐμὲ ; δέχεται· καὶ ; ὃς ; ἐὰν ἐμὲ ; δέξηται, δέχεται τὸν ἀποστείλαντά ; με. γὰρ μικρότερος ; ὑπάρχων ἐν ; ὑμῖν πᾶσιν οὗτός ; ἔσται μέγας.
وَقَالَ لَهُمْ: مَنْ قَبِلَ هذَا الْوَلَدَ بِاسْمِي يَقْبَلُنِي، وَمَنْ قَبِلَنِي يَقْبَلُ الَّذِي أَرْسَلَنِي، لأَنَّ الأَصْغَرَ فِيكُمْ جَمِيعًا هُوَ يَكُونُ عَظِيمًا
καὶ ; εἶπεν αὐτοῖς· ὃς ; ἐὰν δέξηται τοῦτο τὸ ; παιδίον ἐπὶ ; τῷ ; ὀνόματί ; μου, ἐμὲ ; δέχεται· καὶ ; ὃς ; ἐὰν ἐμὲ ; δέξηται, δέχεται τὸν ἀποστείλαντά ; με. γὰρ μικρότερος ; ὑπάρχων ἐν ; ὑμῖν πᾶσιν οὗτός ; ἔσται μέγας.
وَالْتَفَتَ إِلَى تَلاَمِيذِهِ وَقَالَ: كُلُّ شَيْءٍ قَدْ دُفِعَ إِلَيَّ مِنْ أَبِي. وَلَيْسَ أَحَدٌ يَعْرِفُ مَنْ هُوَ الابْنُ إِلاَّ وَلاَ مَنْ هُوَ الآبُ إِلاَّ الابْنُ، وَمَنْ أَرَادَ الابْنُ أَنْ يُعْلِنَ لَهُ.
καὶ ; στραφείς πρός τούς ; μαθητάς εἶπεν πάντα παρεδόθη μοι ὑπὸ τοῦ ; πατρός ; μου, καὶ ; οὐδεὶς γινώσκει τίς ἐστιν ὁ ; υἱὸς εἰ ; μὴ καὶ τίς ἐστιν ὁ ; πατὴρ εἰ ; μὴ ὁ ; υἱὸς καὶ ; ᾧ ; ἐὰν βούληται ὁ ; υἱὸς ἀποκαλύψαι.¶
أَوْ إِذَا سَأَلَهُ بَيْضَةً، أَفَيُعْطِيهِ عَقْرَبًا.
ἐὰν αἰτήσῃ ᾠόν, μὴ ; ἐπιδώσει ; αὐτῷ σκορπίον;
وَإِنْ أَتَى فِي الْهَزِيعِ الثَّانِي أَوْ أَتَى فِي الْهَزِيعِ الثَّالِثِ وَوَجَدَهُمْ هكَذَا، فَطُوبَى لأُولَئِكَ الْعَبِيدِ.
κἂν ἔλθῃ ἐν τῇ ; φυλακῇ δευτέρᾳ καὶ ἐν τῇ ; φυλακῇ τρίτῃ καὶ ; εὕρῃ οὕτως, μακάριοί εἰσιν ; ἐκεῖνοι.¶ οἱ ; δοῦλοι
وَلكِنْ إِنْ قَالَ ذلِكَ الْعَبْدُ فِي قَلْبِهِ: سَيِّدِي يُبْطِئُ قُدُومَهُ، فَيَبْتَدِئُ يَضْرِبُ الْغِلْمَانَ وَالْجَوَارِيَ، وَيَأْكُلُ وَيَشْرَبُ وَيَسْكَرُ.
δὲ Ἐὰν εἴπῃ ἐκεῖνος ὁ ; δοῦλος ἐν τῇ ; καρδίᾳ ; αὐτοῦ· ὁ ; κύριός ; μου χρονίζει ἔρχεσθαι, καὶ ; ἄρξηται τύπτειν τοὺς ; παῖδας καὶ ; τὰς ; παιδίσκας ἐσθίειν ; τε καὶ ; πίνειν καὶ ; μεθύσκεσθαι,
كَلاَّ. أَقُولُ لَكُمْ: بَلْ إِنْ لَمْ تَتُوبُوا فَجَمِيعُكُمْ كَذلِكَ تَهْلِكُونَ.
οὐχί, λέγω ὑμῖν, ἀλλ᾽ ἐὰν μὴ μετανοῆτε, πάντες ὡσαύτως ἀπολεῖσθε.¶
كَلاَّ. أَقُولُ لَكُمْ: بَلْ إِنْ لَمْ تَتُوبُوا فَجَمِيعُكُمْ كَذلِكَ تَهْلِكُونَ.
οὐχί, λέγω ὑμῖν, ἀλλ᾽ ἐὰν μὴ μετανοῆτε, πάντες ὁμοίως ἀπολεῖσθε.¶
اَلْمِلْحُ جَيِّدٌ. وَلكِنْ إِذَا فَسَدَ الْمِلْحُ، فَبِمَاذَا يُصْلَحُ.
τὸ ; ἅλας· Καλὸν δὲ ἐὰν μωρανθῇ, τὸ ; ἅλας ἐν ; τίνι ἀρτυθήσεται;
أَوْ أَيَّةُ امْرَأَةٍ لَهَا عَشْرَةُ دَرَاهِمَ، إِنْ أَضَاعَتْ دِرْهَمًا وَاحِدًا، أَلاَ تُوقِدُ سِرَاجًا وَتَكْنُسُ الْبَيْتَ وَتُفَتِّشُ بِاجْتِهَادٍ حَتَّى تَجِدَهُ.
Ἢ τίς γυνὴ ἔχουσα δέκα, δραχμὰς ἐὰν ἀπολέσῃ δραχμὴν μίαν, οὐχὶ ἅπτει λύχνον καὶ ; σαροῖ τὴν ; οἰκίαν καὶ ; ζητεῖ ἐπιμελῶς ἕως ; ὅτου εὕρῃ;
فَقَالَ: لاَ، يَا أَبِي إِبْرَاهِيمَ، بَلْ إِذَا مَضَى إِلَيْهِمْ وَاحِدٌ مِنَ الأَمْوَاتِ يَتُوبُونَ.
ὁ ; δὲ ; εἶπεν· οὐχί, πάτερ Ἀβραάμ, ἀλλ᾽ ἐάν πορευθῇ πρὸς ; αὐτούς, τις ἀπὸ νεκρῶν μετανοήσουσιν.
فَقَالَ لَهُ: إِنْ كَانُوا لاَ يَسْمَعُونَ مِنْ مُوسَى وَالأَنْبِيَاءِ، وَلاَ إِنْ قَامَ وَاحِدٌ مِنَ الأَمْوَاتِ يُصَدِّقُونَ.
εἶπεν ; δὲ αὐτῷ· εἰ οὐκ ἀκούουσιν, Μωϋσέως καὶ ; τῶν ; προφητῶν οὐδὲ ἐάν ἀναστῇ τις ἐκ νεκρῶν πεισθήσονται.¶
اِحْتَرِزُوا لأَنْفُسِكُمْ. وَإِنْ أَخْطَأَ إِلَيْكَ أَخُوكَ فَوَبِّخْهُ، وَإِنْ تَابَ فَاغْفِرْ لَهُ.
προσέχετε ἑαυτοῖς. ἐὰν ; δὲ ἁμάρτῃ εἰς ; σὲ ὁ ; ἀδελφός ; σου, ἐπιτίμησον ; αὐτῷ· καὶ ; ἐὰν μετανοήσῃ, ἄφες αὐτῷ.
وَإِنْ أَخْطَأَ إِلَيْكَ سَبْعَ مَرَّاتٍ فِي الْيَوْمِ، وَرَجَعَ إِلَيْكَ سَبْعَ مَرَّاتٍ فِي الْيَوْمِ قَائِلاً: أَنَا تَائِبٌ، فَاغْفِرْ لَهُ.
καὶ ; ἐὰν ἁμάρτῃ εἰς ; σὲ ἑπτάκις τῆς ἡμέρας καὶ ; ἐπιστρέψῃ ἐπὶ; σὲ ἑπτάκις τῆς ἡμέρας λέγων· μετανοῶ, ἀφήσεις αὐτῷ.¶