ك
إصحاح
G128
G129. haima
G130
المعنى المختصر للكلمة
haima: blood, literally (of men or animals), figuratively (the juice of grapes) or specially (the atoning blood of Christ)
اللفظ الأصلي αἷμα
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق haima (hah-ee-mah)
تكرار الورود في الكتاب 85 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها

of uncertain derivation;

المعنى والشرح المفصل
1 blood, literally (of men or animals), figuratively (the juice of grapes) or specially (the atoning blood of Christ)
2 by implication, bloodshed, also kindred
الإنجليزية — KJV Translation Tags
blood

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

τὸ ; αἷμα (11×) αἷμα (11×) αἵματος (11×) τοῦ ; αἵματος (9×) ἐν ; αἵματι (3×) τῷ ; αἵματι (3×) ἐν ; τῷ ; αἵματι (2×) μου ; τὸ ; αἷμα (2×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (85 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
متى 16: 17 Mat.16.17
فَأجَابَ يَسُوعُ وَقَالَ لَهُ: طُوبَى لَكَ يَا سِمْعَانُ بْنَ يُونَا، إِنَّ لَحْمًا وَدَمًا لَمْ يُعْلِنْ لَكَ، لكِنَّ أَبِي الَّذِي فِي السَّمَاوَاتِ.
Καὶ ; Ἀποκριθεὶς ὁ ; Ἰησοῦς εἶπεν αὐτῷ· μακάριος εἶ, Σίμων Βαριωνᾶ, ὅτι σὰρξ καὶ ; αἷμα οὐκ ἀπεκάλυψέν σοι ἀλλ᾽ ὁ ; πατήρ ; μου ὁ ἐν τοῖς ; οὐρανοῖς.
متى 23: 30 Mat.23.30
وَتَقُولُونَ: لَوْ كُنَّا فِي أَيَّامِ آبَائِنَا لَمَا شَارَكْنَاهُمْ فِي دَمِ الأَنْبِيَاءِ.
καὶ ; λέγετε· εἰ ἦμεν ἐν ταῖς ; ἡμέραις τῶν ; πατέρων ; ἡμῶν, οὐκ ; ἂν ἦμεν; αὐτῶν ; κοινωνοὶ ἐν τῷ ; αἵματι τῶν ; προφητῶν,
متى 23: 35 Mat.23.35
لِكَيْ يَأْتِيَ عَلَيْكُمْ كُلُّ دَمٍ زكِيٍّ سُفِكَ عَلَى الأَرْضِ، مِنْ دَمِ هَابِيلَ الصِّدِّيقِ إِلَى دَمِ زَكَرِيَّا بْنِ بَرَخِيَّا الَّذِي قَتَلْتُمُوهُ بَيْنَ الْهَيْكَلِ وَالْمَذْبَحِ.
ὅπως ἔλθῃ ἐφ᾽ ; ὑμᾶς πᾶν αἷμα δίκαιον ἐκχυννόμενον ἐπὶ τῆς ; γῆς, ἀπὸ τοῦ ; αἵματος Ἅβελ τοῦ ; δικαίου ἕως τοῦ ; αἵματος Ζαχαρίου υἱοῦ Βαραχίου ὃν ἐφονεύσατε μεταξὺ τοῦ ; ναοῦ καὶ ; τοῦ ; θυσιαστηρίου.
متى 23: 35 Mat.23.35
لِكَيْ يَأْتِيَ عَلَيْكُمْ كُلُّ دَمٍ زكِيٍّ سُفِكَ عَلَى الأَرْضِ، مِنْ دَمِ هَابِيلَ الصِّدِّيقِ إِلَى دَمِ زَكَرِيَّا بْنِ بَرَخِيَّا الَّذِي قَتَلْتُمُوهُ بَيْنَ الْهَيْكَلِ وَالْمَذْبَحِ.
ὅπως ἔλθῃ ἐφ᾽ ; ὑμᾶς πᾶν αἷμα δίκαιον ἐκχυννόμενον ἐπὶ τῆς ; γῆς, ἀπὸ τοῦ ; αἵματος Ἅβελ τοῦ ; δικαίου ἕως τοῦ ; αἵματος Ζαχαρίου υἱοῦ Βαραχίου ὃν ἐφονεύσατε μεταξὺ τοῦ ; ναοῦ καὶ ; τοῦ ; θυσιαστηρίου.
متى 23: 35 Mat.23.35
لِكَيْ يَأْتِيَ عَلَيْكُمْ كُلُّ دَمٍ زكِيٍّ سُفِكَ عَلَى الأَرْضِ، مِنْ دَمِ هَابِيلَ الصِّدِّيقِ إِلَى دَمِ زَكَرِيَّا بْنِ بَرَخِيَّا الَّذِي قَتَلْتُمُوهُ بَيْنَ الْهَيْكَلِ وَالْمَذْبَحِ.
ὅπως ἔλθῃ ἐφ᾽ ; ὑμᾶς πᾶν αἷμα δίκαιον ἐκχυννόμενον ἐπὶ τῆς ; γῆς, ἀπὸ τοῦ ; αἵματος Ἅβελ τοῦ ; δικαίου ἕως τοῦ ; αἵματος Ζαχαρίου υἱοῦ Βαραχίου ὃν ἐφονεύσατε μεταξὺ τοῦ ; ναοῦ καὶ ; τοῦ ; θυσιαστηρίου.
قَائِلاً: قَدْ أَخْطَأْتُ إِذْ سَلَّمْتُ دَمًا بَرِيئًا. فَقَالُوا: مَاذَا عَلَيْنَا. أَنْتَ أَبْصِرْ.
λέγων· ἥμαρτον παραδοὺς αἷμα ἀθῷον. οἱ ; δὲ ; εἶπαν· τί πρὸς ; ἡμᾶς; σὺ ὄψῃ.
فَأَخَذَ رُؤَسَاءُ الْكَهَنَةِ الْفِضَّةَ وَقَالُوا: لاَ يَحِلُّ أَنْ نُلْقِيَهَا فِي الْخِزَانَةِ لأَنَّهَا ثَمَنُ دَمٍ.
δὲ ; λαβόντες Οἱ ; ἀρχιερεῖς τὰ ; ἀργύρια εἶπαν· οὐκ ἔξεστιν βαλεῖν ; αὐτὰ εἰς τὸν ; κορβανᾶν ἐπεὶ ; ἐστιν.¶ τιμὴ αἵματός
لِهذَا سُمِّيَ ذلِكَ الْحَقْلُ حَقْلَ الدَّمِ إِلَى هذَا الْيَوْمِ.
διὸ ἐκλήθη ἐκεῖνος ; ἀγρὸς ὁ ; ἀγρὸς αἵματος ἕως σήμερον.¶ ; τῆς
متى 27: 24 Mat.27.24
فَلَمَّا رَأَى بِيلاَطُسُ أَنَّهُ لاَ يَنْفَعُ شَيْئًا، بَلْ بِالْحَرِيِّ يَحْدُثُ شَغَبٌ، أَخَذَ مَاءً وَغَسَلَ يَدَيْهِ قُدَّامَ الْجَمْعِ قَائِلاً: إِنِّي بَرِيءٌ مِنْ دَمِ هذَا الْبَارِّ. أَبْصِرُوا أَنْتُمْ..
δὲ Ἰδὼν ὁ ; Πιλᾶτος ὅτι οὐδὲν ὠφελεῖ ἀλλὰ μᾶλλον γίνεται, θόρυβος λαβὼν ὕδωρ ἀπενίψατο τὰς ; χεῖρας ἀπέναντι τοῦ ; ὄχλου λέγων· εἰμι ἀθῷός ἀπὸ τοῦ ; αἵματος τούτου· τοῦ ; δικαίου ὄψεσθε.¶ ὑμεῖς
متى 27: 25 Mat.27.25
فَأَجَابَ جَمِيعُ الشَّعْب وَقَالُوا: دَمُهُ عَلَيْنَا وَعَلَى أَوْلاَدِنَا.
ἀποκριθεὶς ; Καὶ πᾶς ὁ ; λαὸς εἶπεν· τὸ ; αὐτοῦ ; αἷμα ἐφ᾽ ; ἡμᾶς καὶ ; ἐπὶ τὰ ; ἡμῶν. ; τέκνα
وَامْرَأَةٌ بِنَزْفِ دَمٍ مُنْذُ اثْنَتَيْ عَشْرَةَ سَنَةً،
Καὶ ; γυνὴ οὖσα ; ἐν ; ῥύσει αἵματος δώδεκα ἔτη
وَامْرَأَةٌ بِنَزْفِ دَمٍ مُنْذُ اثْنَتَيْ عَشْرَةَ سَنَةً، وَقَدْ أَنْفَقَتْ كُلَّ مَعِيشَتِهَا لِلأَطِبَّاءِ، وَلَمْ تَقْدِرْ أَنْ تُشْفَى مِنْ أَحَدٍ،
Καὶ ; γυνὴ οὖσα ; ῥύσει ; ἐν αἵματος ἀπὸ δώδεκα, ἐτῶν ἥτις προσαναλώσασα ὅλον τὸν ; βίον ; αὐτῆς εἰς ; ἰατρούς οὐκ ἴσχυσεν θεραπευθῆναι, ὑπ᾽ οὐδενὸς
لِكَيْ يُطْلَبَ مِنْ هذَا الْجِيلِ دَمُ جَمِيعِ الأَنْبِيَاءِ الْمُهْرَقُ مُنْذُ إِنْشَاءِ الْعَالَمِ،
ἵνα ἐκζητηθῇ ἀπὸ ταύτης, τῆς ; γενεᾶς τὸ ; αἷμα πάντων τῶν ; προφητῶν τὸ ; ἐκχυνόμενον ἀπὸ καταβολῆς κόσμου
مِنْ دَمِ هَابِيلَ إِلَى دَمِ زَكَرِيَّا الَّذِي أُهْلِكَ بَيْنَ الْمَذْبَحِ وَالْبَيْتِ. نَعَمْ، أَقُولُ لَكُمْ: إِنَّهُ يُطْلَبُ مِنْ هذَا الْجِيلِ.
ἀπὸ τοῦ ; αἵματος Ἅβελ ἕως τοῦ ; αἵματος Ζαχαρίου τοῦ ἀπολομένου μεταξὺ τοῦ ; θυσιαστηρίου καὶ ; τοῦ ; οἴκου. ναὶ λέγω ὑμῖν, ἐκζητηθήσεται ἀπὸ ταύτης.¶ τῆς ; γενεᾶς
مِنْ دَمِ هَابِيلَ إِلَى دَمِ زَكَرِيَّا الَّذِي أُهْلِكَ بَيْنَ الْمَذْبَحِ وَالْبَيْتِ. نَعَمْ، أَقُولُ لَكُمْ: إِنَّهُ يُطْلَبُ مِنْ هذَا الْجِيلِ.
ἀπὸ τοῦ ; αἵματος Ἅβελ ἕως τοῦ ; αἵματος Ζαχαρίου τοῦ ἀπολομένου μεταξὺ τοῦ ; θυσιαστηρίου καὶ ; τοῦ ; οἴκου. ναὶ λέγω ὑμῖν, ἐκζητηθήσεται ἀπὸ ταύτης.¶ τῆς ; γενεᾶς
وَكَانَ حَاضِرًا فِي ذلِكَ الْوَقْتِ قَوْمٌ يُخْبِرُونَهُ عَنِ الْجَلِيلِيِّينَ الَّذِينَ خَلَطَ بِيلاَطُسُ دَمَهُمْ بِذَبَائِحِهِمْ.
δέ Παρῆσαν ἐν αὐτῷ τῷ ; καιρῷ τινες ἀπαγγέλλοντες ; αὐτῷ περὶ τῶν ; Γαλιλαίων ὧν ἔμιξεν Πιλᾶτος τὸ ; αἷμα μετὰ ; τῶν ; θυσιῶν ; αὐτῶν.¶
وَإِذْ كَانَ فِي جِهَادٍ كَانَ يُصَلِّي بِأَشَدِّ لَجَاجَةٍ، وَصَارَ عَرَقُهُ كَقَطَرَاتِ دَمٍ نَازِلَةٍ عَلَى الأَرْضِ.
καὶ γενόμενος ἐν ἀγωνίᾳ προσηύχετο. ἐκτενέστερον καὶ ; ἐγένετο ; δὲ ὁ ; ἱδρὼς ; αὐτοῦ ὡσεὶ ; θρόμβοι αἵματος καταβαίνοντες ἐπὶ τὴν ; γῆν.]]
اَلَّذِينَ وُلِدُوا لَيْسَ مِنْ دَمٍ، وَلاَ مِنْ مَشِيئَةِ جَسَدٍ، وَلاَ مِنْ مَشِيئَةِ رَجُل، بَلْ مِنَ اللهِ.
οἳ ἐγεννήθησαν. οὐκ ἐξ αἱμάτων οὐδὲ ἐκ θελήματος σαρκὸς οὐδὲ ἐκ θελήματος ἀνδρὸς ἀλλ᾽ ἐκ θεοῦ
فَقَالَ لَهُمْ يَسُوعُ: الْحَقَّ الْحَقَّ أَقُولُ لَكُمْ: إِنْ لَمْ تَأْكُلُوا جَسَدَ ابْنِ الإِنْسَانِ وَتَشْرَبُوا دَمَهُ، فَلَيْسَ لَكُمْ حَيَاةٌ فِيكُمْ.
Εἶπεν ; οὖν αὐτοῖς ὁ ; Ἰησοῦς· ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν· ἐὰν μὴ φάγητε τὴν ; σάρκα τοῦ ; υἱοῦ τοῦ ; ἀνθρώπου καὶ ; πίητε αὐτοῦ ; τὸ ; αἷμα, οὐκ ἔχετε ζωὴν ἐν ; ἑαυτοῖς.
مَنْ يَأْكُلُ جَسَدِي وَيَشْرَبُ دَمِي فَلَهُ حَيَاةٌ أَبَدِيَّةٌ، وَأَنَا أُقِيمُهُ فِي الْيَوْمِ الأَخِيرِ،
ὁ τρώγων μου ; τὴν ; σάρκα καὶ ; πίνων μου ; τὸ ; αἷμα ἔχει ζωὴν αἰώνιον, κἀγὼ ἀναστήσω ; αὐτὸν τῇ ἡμέρᾳ. ἐσχάτῃ
مَنْ يَأْكُلْ جَسَدِي وَيَشْرَبْ دَمِي يَثْبُتْ فِيَّ وَأَنَا فِيهِ.
ὁ τρώγων μου ; τὴν ; σάρκα καὶ ; πίνων μου ; τὸ ; αἷμα μένει ἐν ; ἐμοὶ κἀγὼ ἐν ; αὐτῷ.
لكِنَّ وَاحِدًا مِنَ الْعَسْكَرِ طَعَنَ جَنْبَهُ بِحَرْبَةٍ، وَلِلْوَقْتِ خَرَجَ دَمٌ وَمَاءٌ.
ἀλλ᾽ εἷς τῶν στρατιωτῶν ἔνυξεν, αὐτοῦ ; τὴν ; πλευρὰν λόγχῃ καὶ ; εὐθὺς ἐξῆλθεν αἷμα καὶ ; ὕδωρ.
وَصَارَ ذلِكَ مَعْلُومًا عِنْدَ جَمِيعِ سُكَّانِ أُورُشَلِيمَ، حَتَّى دُعِيَ ذلِكَ الْحَقْلُ فِي لُغَتِهِمْ حَقَلْ دَمَا أَيْ: حَقْلَ دَمٍ.
καὶ ; ἐγένετο γνωστὸν πᾶσιν τοῖς ; κατοικοῦσιν Ἰερουσαλήμ, ὥστε κληθῆναι ἐκεῖνο τὸ ; χωρίον ἰδίᾳ διαλέκτῳ ; αὐτῶν τῇ ; Ἁκελδαμάχ τοῦτ᾽ ; ἔστιν χωρίον αἵματος.
وَأُعْطِي عَجَائِبَ فِي السَّمَاءِ مِنْ فَوْقُ وَآيَاتٍ عَلَى الأَرْضِ مِنْ أَسْفَلُ: دَمًا وَنَارًا وَبُخَارَ دُخَانٍ.
καὶ ; δώσω τέρατα ἐν τῷ ; οὐρανῷ ἄνω καὶ ; σημεῖα ἐπὶ τῆς ; γῆς κάτω, αἷμα καὶ ; πῦρ καὶ ; ἀτμίδα καπνοῦ.
تَتَحَوَّلُ الشَّمْسُ إِلَى ظُلْمَةٍ وَالْقَمَرُ إِلَى دَمٍ، قَبْلَ أَنْ يَجِيءَ يَوْمُ الرَّبِّ الْعَظِيمُ الشَّهِيرُ.
μεταστραφήσεται ὁ ; ἥλιος εἰς σκότος καὶ ; ἡ ; σελήνη εἰς αἷμα, πρὶν ἢ ἐλθεῖν τὴν ; ἡμέραν κυρίου τὴν ; μεγάλην καὶ ; ἐπιφανῆ.
قِائِلاً: أَمَا أَوْصَيْنَاكُمْ وَصِيَّةً أَنْ لاَ تُعَلِّمُوا بِهذَا الاسْمِ. وَهَا أَنْتُمْ قَدْ مَلأْتُمْ أُورُشَلِيمَ بِتَعْلِيمِكُمْ، وَتُرِيدُونَ أَنْ تَجْلِبُوا عَلَيْنَا دَمَ هذَا الإِنْسَانِ.
λέγων· οὐ παρηγγείλαμεν ; ὑμῖν παραγγελίᾳ μὴ διδάσκειν ἐπὶ ; τούτῳ. τῷ ; ὀνόματι καὶ ; ἰδοὺ πεπληρώκατε τὴν ; Ἰερουσαλὴμ τῆς ; διδαχῆς ; ὑμῶν καὶ ; βούλεσθε ἐπαγαγεῖν ἐφ᾽ ; ἡμᾶς τὸ ; αἷμα τούτου.¶ τοῦ ; ἀνθρώπου
بَلْ يُرْسَلْ إِلَيْهِمْ أَنْ يَمْتَنِعُوا عَنْ نَجَاسَاتِ الأَصْنَامِ، وَالزِّنَا، وَالْمَخْنُوقِ، وَالدَّمِ.
ἀλλ᾽ ἐπιστεῖλαι αὐτοῖς τοῦ ; ἀπέχεσθαι ἀπὸ τῶν ; ἀλισγημάτων τῶν ; εἰδώλων καὶ ; τῆς ; πορνείας καὶ ; τοῦ ; πνικτοῦ καὶ ; τοῦ ; αἵματος.
أَنْ تَمْتَنِعُوا عَمَّا ذُبحَ لِلأَصْنَامِ، وَعَنِ الدَّمِ، وَالْمَخْنُوقِ، وَالزِّنَا، الَّتِي إِنْ حَفِظْتُمْ أَنْفُسَكُمْ مِنْهَا فَنِعِمَّا تَفْعَلُونَ. كُونُوا مُعَافَيْنَ.
ἀπέχεσθαι εἰδωλοθύτων καὶ αἵματος καὶ ; πνικτοῦ καὶ ; πορνείας· διατηροῦντες ἑαυτοὺς ἐξ ; ὧν εὖ πράξετε. ἔρρωσθε.¶
وَصَنَعَ مِنْ دَمٍ وَاحِدٍ كُلَّ أُمَّةٍ مِنَ النَّاسِ يَسْكُنُونَ عَلَى كُلِّ وَجْهِ الأَرْضِ، وَحَتَمَ بِالأَوْقَاتِ الْمُعَيَّنَةِ وَبِحُدُودِ مَسْكَنِهِمْ،
ἐποίησέν ; τε ἐξ αἵματος ἑνὸς πᾶν ἔθνος ἀνθρώπων κατοικεῖν ἐπὶ πᾶν τὸ; τῆς πρόσωπον τῆς ; γῆς, ὁρίσας καιροὺς προτεταγμένους καὶ ; τὰς ; ὁροθεσίας τῆς ; κατοικίας ; αὐτῶν
لِذلِكَ أُشْهِدُكُمُ الْيَوْمَ هذَا أَنِّي بَرِيءٌ مِنْ دَمِ الْجَمِيعِ،
διὸ μαρτύρομαι ; ὑμῖν ἐν ; τῇ ; ἡμέρᾳ σήμερον ὅτι ; ἐγὼ καθαρός ἀπὸ τοῦ ; αἵματος πάντων·