ك
إصحاح
G128
G129. haima
G130
المعنى المختصر للكلمة
haima: blood, literally (of men or animals), figuratively (the juice of grapes) or specially (the atoning blood of Christ)
اللفظ الأصلي αἷμα
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق haima (hah-ee-mah)
تكرار الورود في الكتاب 85 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها

of uncertain derivation;

المعنى والشرح المفصل
1 blood, literally (of men or animals), figuratively (the juice of grapes) or specially (the atoning blood of Christ)
2 by implication, bloodshed, also kindred
الإنجليزية — KJV Translation Tags
blood

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

τὸ ; αἷμα (11×) αἷμα (11×) αἵματος (11×) τοῦ ; αἵματος (9×) ἐν ; αἵματι (3×) τῷ ; αἵματι (3×) ἐν ; τῷ ; αἵματι (2×) μου ; τὸ ; αἷμα (2×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (85 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
فَإِنَّ الْحَيَوَانَاتِ الَّتِي يُدْخَلُ بِدَمِهَا عَنِ الْخَطِيَّةِ إِلَى الأَقْدَاسِ بِيَدِ رَئِيسِ الْكَهَنَةِ تُحْرَقُ أَجْسَامُهَا خَارِجَ الْمَحَلَّةِ.
γὰρ ζῴων εἰσφέρεται ὧν ; τὸ ; αἷμα περὶ ἁμαρτίας εἰς τὰ ; ἅγια διὰ τοῦ ; ἀρχιερέως, κατακαίεται τούτων ; τὰ ; σώματα ἔξω τῆς ; παρεμβολῆς.¶
لِذلِكَ يَسُوعُ أَيْضًا، لِكَيْ يُقَدِّسَ الشَّعْبَ بِدَمِ نَفْسِهِ، تَأَلَّمَ خَارِجَ الْبَابِ.
Διὸ Ἰησοῦς, καὶ ἵνα ἁγιάσῃ τὸν ; λαόν, διὰ ; αἵματος τοῦ ; ἰδίου ἔπαθεν. ἔξω τῆς ; πύλης
وَإِلهُ السَّلاَمِ الَّذِي أَقَامَ مِنَ الأَمْوَاتِ رَاعِيَ الْخِرَافِ الْعَظِيمَ، رَبَّنَا يَسُوعَ، بِدَمِ الْعَهْدِ الأَبَدِيِّ،
Ὁ ; δὲ ; θεὸς τῆς ; εἰρήνης, ὁ ; ἀναγαγὼν ἐκ νεκρῶν τὸν ; ποιμένα τῶν ; προβάτων τὸν ; μέγαν τὸν ; κύριον ; ἡμῶν Ἰησοῦν, ἐν ; αἵματι διαθήκης αἰωνίου,
بِمُقْتَضَى عِلْمِ اللهِ الآبِ فِي تَقْدِيسِ الرُّوحِ لِلطَّاعَةِ، وَرَشِّ دَمِ يَسُوعَ الْمَسِيحِ: لِتُكْثَرْ لَكُمُ النِّعْمَةُ وَالسَّلاَمُ.
κατὰ πρόγνωσιν θεοῦ πατρὸς ἐν ἁγιασμῷ πνεύματος εἰς ; ὑπακοὴν καὶ ; ῥαντισμὸν αἵματος Ἰησοῦ Χριστοῦ· πληθυνθείη.¶ ὑμῖν χάρις καὶ ; εἰρήνη
بَلْ بِدَمٍ كَرِيمٍ، كَمَا مِنْ حَمَل بِلاَ عَيْبٍ وَلاَ دَنَسٍ، دَمِ الْمَسِيحِ،
ἀλλὰ αἵματι τιμίῳ ὡς ἀμνοῦ ἀμώμου καὶ ; ἀσπίλου Χριστοῦ,
وَلكِنْ إِنْ سَلَكْنَا فِي النُّورِ كَمَا هُوَ فِي النُّورِ، فَلَنَا شَرِكَةٌ بَعْضِنَا مَعَ بَعْضٍ، وَدَمُ يَسُوعَ الْمَسِيحِ ابْنِهِ يُطَهِّرُنَا مِنْ كُلِّ خَطِيَّةٍ.
δὲ ἐὰν περιπατῶμεν ἐν τῷ ; φωτὶ ὡς αὐτός ἐστιν ; ἐν τῷ ; φωτί, ἔχομεν κοινωνίαν ἀλλήλων ; μετ᾽ καὶ ; τὸ ; αἷμα Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ ; υἱοῦ ; αὐτοῦ καθαρίζει ἀπὸ πάσης ἁμαρτίας.
هذَا هُوَ الَّذِي أَتَى بِمَاءٍ وَدَمٍ، يَسُوعُ الْمَسِيحُ. لاَ بِالْمَاءِ فَقَطْ، بَلْ بِالْمَاءِ وَالدَّمِ. وَالرُّوحُ هُوَ الَّذِي يَشْهَدُ، لأَنَّ الرُّوحَ هُوَ الْحَقُّ.
οὗτός ἐστιν ὁ ; ἐλθὼν ὕδατος αἵματος, Ἰησοῦς Χριστός· οὐκ ὕδατι μόνον, ἀλλ᾽ ὕδατι αἵματι· πνεῦμά ἐστιν τὸ ; μαρτυροῦν, ὅτι πνεῦμά ἐστιν ἀλήθεια·
هذَا هُوَ الَّذِي أَتَى بِمَاءٍ وَدَمٍ، يَسُوعُ الْمَسِيحُ. لاَ بِالْمَاءِ فَقَطْ، بَلْ بِالْمَاءِ وَالدَّمِ. وَالرُّوحُ هُوَ الَّذِي يَشْهَدُ، لأَنَّ الرُّوحَ هُوَ الْحَقُّ.
οὗτός ἐστιν ὁ ; ἐλθὼν ὕδατος αἵματος, Ἰησοῦς Χριστός· οὐκ ὕδατι μόνον, ἀλλ᾽ ὕδατι αἵματι· πνεῦμά ἐστιν τὸ ; μαρτυροῦν, ὅτι πνεῦμά ἐστιν ἀλήθεια·
وَالَّذِينَ يَشْهَدُونَ فِي الأَرْضِ هُمْ ثَلاَثَةٌ: الرُّوحُ، وَالْمَاءُ، وَالدَّمُ. وَالثَّلاَثَةُ هُمْ فِي الْوَاحِدِ.
οἱ μαρτυροῦντες ἕν γῇ, εἰσιν τρεῖς πνεῦμα ὕδωρ αἷμα, τρεῖς εἰσιν. εἰς τὸ ; ἕν
وَنَظَرْتُ لَمَّا فَتَحَ الْخَتْمَ السَّادِسَ، وَإِذَا زَلْزَلَةٌ عَظِيمَةٌ حَدَثَتْ، وَالشَّمْسُ صَارَتْ سَوْدَاءَ كَمِسْحٍ مِنْ شَعْرٍ، وَالْقَمَرُ صَارَ كَالدَّمِ،
Καὶ ; εἶδον ὅτε ἤνοιξεν τὴν ; σφραγῖδα τὴν ; ἕκτην, καὶ ; ἰδού σεισμὸς μέγας ἐγένετο, καὶ ; ὁ ; ἥλιος ἐγένετο μέλας ὡς ; σάκκος τρίχινος, καὶ ; ἡ ; σελήνη ἐγένετο ὡς ; αἷμα,
فَقُلْتُ لَهُ: يَا سَيِّدُ، أَنْتَ تَعْلَمُ. فَقَالَ لِي: هؤُلاَءِ هُمُ الَّذِينَ أَتَوْا مِنَ الضِّيقَةِ الْعَظِيمَةِ، وَقَدْ غَسَّلُوا ثِيَابَهُمْ وَبَيَّضُوا ثِيَابَهُمْ فِي دَمِ الْخَرُوفِ
καὶ ; εἴρηκα αὐτῷ· κύριέ σὺ οἶδας. καὶ ; εἶπέν μοι· οὗτοί εἰσιν οἱ ἐρχόμενοι ἐκ τῆς ; θλίψεως τῆς ; μεγάλης καὶ ἔπλυναν τὰς ; στολὰς ; αὐτῶν καὶ ; ἐλεύκαναν στολὰς ; αὐτῶν ἐν τῷ ; αἵματι τοῦ ; ἀρνίου.
فَبَوَّقَ الْمَلاَكُ الأَوَّلُ، فَحَدَثَ بَرَدٌ وَنَارٌ مَخْلُوطَانِ بِدَمٍ، وَأُلْقِيَا إِلَى الأَرْضِ، فَاحْتَرَقَ ثُلْثُ الأَشْجَارِ، وَاحْتَرَقَ كُلُّ عُشْبٍ أَخْضَرَ.
Καὶ ; ἐσάλπισεν, ὁ ; ἄγγελος πρῶτος καὶ ; ἐγένετο χάλαζα καὶ ; πῦρ μεμιγμένα ; ἐν αἵματι, καὶ ; ἐβλήθη εἰς τὴν ; γῆν καὶ ; κατεκάη, τὸ ; τρίτον τῶν ; δένδρων καὶ ; κατεκάη.¶ πᾶς χόρτος χλωρὸς
ثُمَّ بَوَّقَ الْمَلاَكُ الثَّانِي، فَكَأَنَّ جَبَلاً عَظِيمًا مُتَّقِدًا بِالنَّارِ أُلْقِيَ إِلَى الْبَحْرِ، فَصَارَ ثُلْثُ الْبَحْرِ دَمًا.
Καὶ ἐσάλπισεν, ὁ ; ἄγγελος δεύτερος καὶ ὡς ; ὄρος μέγα καιόμενον πυρὶ ἐβλήθη εἰς τὴν ; θάλασσαν· καὶ ; ἐγένετο τὸ ; τρίτον τῆς ; θαλάσσης αἷμα.
هذَانِ لَهُمَا السُّلْطَانُ أَنْ يُغْلِقَا السَّمَاءَ حَتَّى لاَ تُمْطِرَ مَطَرًا فِي أَيَّامِ نُبُوَّتِهِمَا، وَلَهُمَا سُلْطَانٌ عَلَى الْمِيَاهِ أَنْ يُحَوِّلاَهَا إِلَى دَمٍ، وَأَنْ يَضْرِبَا الأَرْضَ بِكُلِّ ضَرْبَةٍ كُلَّمَا أَرَادَا.
οὗτοι ἔχουσιν ἐξουσίαν κλεῖσαι τὸν ; οὐρανὸν ἵνα μὴ βρέχῃ ὑετὸς ἐν ἡμέραις τῆς ; προφητείας ; αὐτῶν, καὶ ; ἔχουσιν ἐξουσίαν ἐπὶ τῶν ; ὑδάτων στρέφειν ; αὐτὰ εἰς αἷμα καὶ ; πατάξαι τὴν ; γῆν ἐν ; πάσῃ πληγῇ ὁσάκις ἐὰν ; θελήσωσιν.
وَهُمْ غَلَبُوهُ بِدَمِ الْخَرُوفِ وَبِكَلِمَةِ شَهَادَتِهِمْ، وَلَمْ يُحِبُّوا حَيَاتَهُمْ حَتَّى الْمَوْتِ.
καὶ ; αὐτοὶ ἐνίκησαν ; αὐτὸν διὰ ; τὸ ; αἷμα τοῦ ; ἀρνίου καὶ ; διὰ ; τὸν ; λόγον τῆς ; μαρτυρίας ; αὐτῶν καὶ ; οὐκ ἠγάπησαν τὴν ; ψυχὴν ; αὐτῶν ἄχρι θανάτου.
وَدِيسَتِ الْمَعْصَرَةُ خَارِجَ الْمَدِينَةِ، فَخَرَجَ دَمٌ مِنَ الْمَعْصَرَةِ حَتَّى إِلَى لُجُمِ الْخَيْلِ، مَسَافَةَ أَلْفٍ وَسِتِّمِئَةِ غَلْوَةٍ.
καὶ ; ἐπατήθη ἡ ; ληνὸς ἔξωθεν τῆς ; πόλεως, καὶ ; ἐξῆλθεν αἷμα ἐκ τῆς ; ληνοῦ ἄχρι τῶν ; χαλινῶν τῶν ; ἵππων ἀπὸ χιλίων ἑξακοσίων.¶ σταδίων
ثُمَّ سَكَبَ الْمَلاَكُ الثَّانِي جَامَهُ عَلَى الْبَحْرِ، فَصَارَ دَمًا كَدَمِ مَيِّتٍ. وَكُلُّ نَفْسٍ حَيَّةٍ مَاتَتْ فِي الْبَحْرِ.
Καὶ ἐξέχεεν ὁ ; ἄγγελος δεύτερος τὴν ; φιάλην ; αὐτοῦ εἰς τὴν ; θάλασσαν, καὶ ; ἐγένετο αἷμα ὡς ; νεκροῦ, καὶ ; πᾶσα ψυχὴ ζῶσα ἀπέθανεν ἐν ; τῇ ; θαλάσσῃ.¶
ثُمَّ سَكَبَ الْمَلاَكُ الثَّالِثُ جَامَهُ عَلَى الأَنْهَارِ وَعَلَى يَنَابِيعِ الْمِيَاهِ، فَصَارَتْ دَمًا.
Καὶ ἐξέχεεν ὁ ; ἄγγελος τρίτος τὴν ; φιάλην ; αὐτοῦ εἰς τοὺς ; ποταμοὺς καὶ ; εἰς τὰς ; πηγὰς τῶν ; ὑδάτων, καὶ ; ἐγένετο αἷμα.
لأَنَّهُمْ سَفَكُوا دَمَ قِدِّيسِينَ وَأَنْبِيَاءَ، فَأَعْطَيْتَهُمْ دَمًا لِيَشْرَبُوا. لأَنَّهُمْ مُسْتَحِقُّونَ.
ὅτι ἐξέχεαν, αἷμα ἁγίων καὶ ; προφητῶν καὶ ; αὐτοῖς ; ἔδωκας αἷμα πιεῖν· γάρ ; εἰσιν.¶ ἄξιοί
لأَنَّهُمْ سَفَكُوا دَمَ قِدِّيسِينَ وَأَنْبِيَاءَ، فَأَعْطَيْتَهُمْ دَمًا لِيَشْرَبُوا. لأَنَّهُمْ مُسْتَحِقُّونَ.
ὅτι ἐξέχεαν, αἷμα ἁγίων καὶ ; προφητῶν καὶ ; αὐτοῖς ; ἔδωκας αἷμα πιεῖν· γάρ ; εἰσιν.¶ ἄξιοί
وَرَأَيْتُ الْمَرْأَةَ سَكْرَى مِنْ دَمِ الْقِدِّيسِينَ وَمِنْ دَمِ شُهَدَاءِ يَسُوعَ. فَتَعَجَّبْتُ لَمَّا رَأَيْتُهَا تَعَجُّبًا عَظِيمًا.
καὶ ; εἶδον τὴν ; γυναῖκα μεθύουσαν ἐκ τοῦ ; αἵματος τῶν ; ἁγίων καὶ ; ἐκ τοῦ ; αἵματος τῶν ; μαρτύρων Ἰησοῦ, καὶ ; ἐθαύμασα ἰδὼν ; αὐτὴν θαῦμα μέγα.
وَرَأَيْتُ الْمَرْأَةَ سَكْرَى مِنْ دَمِ الْقِدِّيسِينَ وَمِنْ دَمِ شُهَدَاءِ يَسُوعَ. فَتَعَجَّبْتُ لَمَّا رَأَيْتُهَا تَعَجُّبًا عَظِيمًا.
καὶ ; εἶδον τὴν ; γυναῖκα μεθύουσαν ἐκ τοῦ ; αἵματος τῶν ; ἁγίων καὶ ; ἐκ τοῦ ; αἵματος τῶν ; μαρτύρων Ἰησοῦ, καὶ ; ἐθαύμασα ἰδὼν ; αὐτὴν θαῦμα μέγα.
وَفِيهَا وُجِدَ دَمُ أَنْبِيَاءَ وَقِدِّيسِينَ، وَجَمِيعِ مَنْ قُتِلَ عَلَى الأَرْضِ.
καὶ ; ἐν ; αὐτῇ εὑρέθη αἵματα προφητῶν καὶ ; ἁγίων καὶ ; πάντων τῶν ἐσφαγμένων ἐπὶ τῆς ; γῆς.¶
لأَنَّ أَحْكَامَهُ حَقٌّ وَعَادِلَةٌ، إِذْ قَدْ دَانَ الزَّانِيَةَ الْعَظِيمَةَ الَّتِي أَفْسَدَتِ الأَرْضَ بِزِنَاهَا، وَانْتَقَمَ لِدَمِ عَبِيدِهِ مِنْ يَدِهَا.
ὅτι αἱ ; κρίσεις ; αὐτοῦ, ἀληθιναὶ καὶ ; δίκαιαι ὅτι ἔκρινεν τὴν ; πόρνην τὴν ; μεγάλην ἥτις ἔφθειρεν τὴν ; γῆν ἐν ; πορνείᾳ ; τῇ ἐξεδίκησεν τὸ ; αἷμα τῶν ; αὐτοῦ ; δούλων ἐκ τῆς ; χειρὸς ; αὐτῆς.¶
وَهُوَ مُتَسَرْبِلٌ بِثَوْبٍ مَغْمُوسٍ بِدَمٍ، وَيُدْعَى اسْمُهُ كَلِمَةَ اللهِ.
καὶ ; περιβεβλημένος ἱμάτιον βεβαμμένον αἵματι, καὶ ; καλεῖται τὸ ; ὄνομα ; αὐτοῦ ὁ ; λόγος τοῦ ; θεοῦ.