ك
إصحاح
G1160
G1161.
G1162
المعنى المختصر للكلمة
dé: but, and, etc.
اللفظ الأصلي δέ
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق (deh)
تكرار الورود في الكتاب 2091 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها

a primary particle (adversative or continuative);

المعنى والشرح المفصل

but, and, etc.

الإنجليزية — KJV Translation Tags
also and but moreover now (often unexpressed in English)

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

δὲ (1066×) δέ (42×) εἰ ; δὲ (38×) εἶπεν ; δὲ (30×) Εἶπεν ; δὲ (30×) ἦν ; δὲ (27×) Ἀποκριθεὶς ; δὲ (19×) δέ, (19×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (2091 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
وَفِيمَا هُوَ نَازِلٌ اسْتَقْبَلَهُ عَبِيدُهُ وَأَخْبَرُوهُ قَائِلِينَ: إِنَّ ابْنَكَ حَيٌّ.
ἤδη ; δὲ αὐτοῦ καταβαίνοντος ἀπήντησαν; αὐτῷ οἱ ; δοῦλοι ; αὐτοῦ καὶ ; ἀπήγγειλαν λέγοντες ὅτι ὁ ; παῖς ; σου ζῇ.
وَكَانَ هُنَاكَ إِنْسَانٌ بِهِ مَرَضٌ مُنْذُ ثَمَانٍ وَثَلاَثِينَ سَنَةً.
Ἦν ; δέ ἐκεῖ τις ; ἄνθρωπος αὐτοῦ. ἐν ; τῇ ; ἀσθενείᾳ ἔχων ὀκτὼ τριάκοντα ἔτη
أَجَابَهُ الْمَرِيضُ: يَا سَيِّدُ، لَيْسَ لِي إِنْسَانٌ يُلْقِينِي فِي الْبِرْكَةِ مَتَى تَحَرَّكَ الْمَاءُ. بَلْ بَيْنَمَا أَنَا آتٍ، يَنْزِلُ قُدَّامِي آخَرُ.
ἀπεκρίθη ; αὐτῷ ὁ ; ἀσθενῶν· κύριε, οὐκ ἔχω ἄνθρωπον ἵνα ; βάλλῃ; με εἰς τὴν ; κολυμβήθραν· ὅταν ταραχθῇ τὸ ; ὕδωρ δὲ ἐν ; ᾧ ἐγώ, ἔρχομαι καταβαίνει. πρὸ ; ἐμοῦ ἄλλος
فَحَالاً بَرِئَ الإِنْسَانُ وَحَمَلَ سَرِيرَهُ وَمَشَى. وَكَانَ فِي ذلِكَ الْيَوْمِ سَبْتٌ.
εὐθέως ; καὶ ἐγένετο ; ὑγιὴς ὁ ; ἄνθρωπος καὶ ; ἦρεν τὸν ; κράβαττον ; αὐτοῦ καὶ ; περιεπάτει· ἦν ; δὲ ἐν ἐκείνῃ τῇ ; ἡμέρᾳ. σάββατον
أَمَّا الَّذِي شُفِيَ فَلَمْ يَكُنْ يَعْلَمُ مَنْ هُوَ، لأَنَّ يَسُوعَ اعْتَزَلَ، إِذْ كَانَ فِي الْمَوْضِعِ جَمْعٌ.
δὲ ὁ ; ἰαθεὶς οὐκ ᾔδει τίς ἐστιν· γὰρ ὁ ; Ἰησοῦς ἐξένευσεν ὄντος ἐν τῷ ; τόπῳ.¶ ὄχλου
وَأَنَا لاَ أَقْبَلُ شَهَادَةً مِنْ إِنْسَانٍ، وَلكِنِّي أَقُولُ هذَا لِتَخْلُصُوا أَنْتُمْ.
ἐγὼ ; δὲ οὐ λαμβάνω τὴν ; μαρτυρίαν παρὰ ἀνθρώπου ἀλλὰ λέγω ταῦτα ἵνα ; σωθῆτε. ὑμεῖς
كَانَ هُوَ السِّرَاجَ الْمُوقَدَ الْمُنِيرَ، وَأَنْتُمْ أَرَدْتُمْ أَنْ تَبْتَهِجُوا بِنُورِهِ سَاعَةً.
ἦν ἐκεῖνος ὁ ; λύχνος ὁ ; καιόμενος καὶ ; φαίνων, ὑμεῖς ; δὲ ἠθελήσατε ἀγαλλιαθῆναι ἐν ; τῷ ; φωτὶ ; αὐτοῦ. πρὸς ; ὥραν
وَأَمَّا أَنَا فَلِي شَهَادَةٌ أَعْظَمُ مِنْ يُوحَنَّا، لأَنَّ الأَعْمَالَ الَّتِي أَعْطَانِي الآبُ لأُكَمِّلَهَا، هذِهِ الأَعْمَالُ بِعَيْنِهَا الَّتِي أَنَا أَعْمَلُهَا هِيَ تَشْهَدُ لِي أَنَّ الآبَ قَدْ أَرْسَلَنِي.
δὲ ἐγὼ ἔχω τὴν ; μαρτυρίαν μείζων τοῦ ; Ἰωάννου· γὰρ τὰ ; ἔργα ἃ ἔδωκέν; μοι ὁ ; πατὴρ ἵνα ; τελειώσω αὐτά, τὰ ; ἔργα αὐτὰ ἃ ἐγὼ ποιῶ, μαρτυρεῖ περὶ ; ἐμοῦ ὅτι ὁ ; πατήρ με ; ἀπέσταλκεν.
فَإِنْ كُنْتُمْ لَسْتُمْ تُصَدِّقُونَ كُتُبَ ذَاكَ، فَكَيْفَ تُصَدِّقُونَ كَلاَمِي..
εἰ ; δὲ οὐ πιστεύετε, τοῖς ; ἐκείνου ; γράμμασιν πῶς πιστεύσετε;¶ τοῖς ; ἐμοῖς ; ῥήμασιν
فَصَعِدَ يَسُوعُ إِلَى جَبَل وَجَلَسَ هُنَاكَ مَعَ تَلاَمِيذِهِ.
ἀνῆλθεν ; δὲ ὁ ; Ἰησοῦς εἰς τὸ ; ὄρος καὶ ; ἐκάθητο ἐκεῖ μετὰ τῶν ; μαθητῶν ; αὐτοῦ.
وَكَانَ الْفِصْحُ، عِيدُ الْيَهُودِ، قَرِيبًا.
ἦν ; δὲ τὸ ; πάσχα ἡ ; ἑορτὴ Ἰουδαίων.¶ ; τῶν ἐγγὺς
وَإِنَّمَا قَالَ هذَا لِيَمْتَحِنَهُ، لأَنَّهُ هُوَ عَلِمَ مَا هُوَ مُزْمِعٌ أَنْ يَفْعَلَ.
δὲ ἔλεγεν τοῦτο πειράζων ; αὐτόν· γὰρ αὐτὸς ᾔδει τί ἔμελλεν ποιεῖν.
فَقَالَ يَسُوعُ: اجْعَلُوا النَّاسَ يَتَّكِئُونَ. وَكَانَ فِي الْمَكَانِ عُشْبٌ كَثِيرٌ، فَاتَّكَأَ الرِّجَالُ وَعَدَدُهُمْ نَحْوُ خَمْسَةِ آلاَفٍ.
εἶπεν ; δὲ ὁ ; Ἰησοῦς· ποιήσατε τοὺς ; ἀνθρώπους ἀναπεσεῖν. ἦν ; δὲ ἐν τῷ ; τόπῳ. χόρτος πολὺς ἀνέπεσαν ; οὖν οἱ ; ἄνδρες τὸν ; ἀριθμὸν ὡσεὶ πεντακισχίλιοι.
فَقَالَ يَسُوعُ: اجْعَلُوا النَّاسَ يَتَّكِئُونَ. وَكَانَ فِي الْمَكَانِ عُشْبٌ كَثِيرٌ، فَاتَّكَأَ الرِّجَالُ وَعَدَدُهُمْ نَحْوُ خَمْسَةِ آلاَفٍ.
εἶπεν ; δὲ ὁ ; Ἰησοῦς· ποιήσατε τοὺς ; ἀνθρώπους ἀναπεσεῖν. ἦν ; δὲ ἐν τῷ ; τόπῳ. χόρτος πολὺς ἀνέπεσαν ; οὖν οἱ ; ἄνδρες τὸν ; ἀριθμὸν ὡσεὶ πεντακισχίλιοι.
وَأَخَذَ يَسُوعُ الأَرْغِفَةَ وَشَكَرَ، وَوَزَّعَ عَلَى التَّلاَمِيذِ، وَالتَّلاَمِيذُ أَعْطَوُا الْمُتَّكِئِينَ. وَكَذلِكَ مِنَ السَّمَكَتَيْنِ بِقَدْرِ مَا شَاءُوا.
ἔλαβεν ; δὲ ὁ ; Ἰησοῦς τοὺς ; ἄρτους καὶ ; εὐχαριστήσας διέδωκεν τοῖς μαθηταῖς οἱ ; δὲ ; μαθηταὶ ἀνακειμένοις, ὁμοίως ; καὶ ἐκ τῶν ; ὀψαρίων ὅσον ἤθελον.
وَلَمَّا كَانَ الْمَسَاءُ نَزَلَ تَلاَمِيذُهُ إِلَى الْبَحْرِ،
Ὡς ; δὲ ἐγένετο, ὀψία κατέβησαν οἱ ; μαθηταὶ ; αὐτοῦ ἐπὶ τὴν ; θάλασσαν,
غَيْرَ أَنَّهُ جَاءَتْ سُفُنٌ مِنْ طَبَرِيَّةَ إِلَى قُرْبِ الْمَوْضِعِ الَّذِي أَكَلُوا فِيهِ الْخُبْزَ، إِذْ شَكَرَ الرَّبُّ.
ἄλλα ; δὲ ἦλθεν πλοιάρια ἐκ Τιβεριάδος ἐγγὺς τοῦ ; τόπου ὅπου ἔφαγον τὸν ; ἄρτον εὐχαριστήσαντος τοῦ ; κυρίου.
فَقَالَ لَهُمْ يَسُوعُ: أَنَا هُوَ خُبْزُ الْحَيَاةِ. مَنْ يُقْبِلْ إِلَيَّ فَلاَ يَجُوعُ، وَمَنْ يُؤْمِنْ بِي فَلاَ يَعْطَشُ أَبَدًا.
Εἶπεν ; δὲ αὐτοῖς ὁ ; Ἰησοῦς· ἐγώ εἰμι ὁ ; ἄρτος τῆς ; ζωῆς· ὁ ἐρχόμενος πρὸς ; ἐμὲ οὐ ; μὴ πεινάσῃ, καὶ ; ὁ πιστεύων εἰς ; ἐμὲ οὐ ; μὴ διψήσῃ πώποτε.
لأَنَّ هذِهِ هِيَ مَشِيئَةُ الَّذِي أَرْسَلَنِي: أَنَّ كُلَّ مَنْ يَرَى الابْنَ وَيُؤْمِنُ بِهِ تَكُونُ لَهُ حَيَاةٌ أَبَدِيَّةٌ، وَأَنَا أُقِيمُهُ فِي الْيَوْمِ الأَخِيرِ.
δέ τοῦτο ἐστιν τὸ ; θέλημα τοῦ ; πέμψαντός; με ἵνα πᾶς ὁ ; θεωρῶν τὸν ; υἱὸν καὶ ; πιστεύων εἰς ; αὐτὸν ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον, καὶ ; ἐγὼ ἀναστήσω ; αὐτὸν ἐν τῇ ; ἡμέρᾳ.¶ ἐσχάτῃ
فَعَلِمَ يَسُوعُ فِي نَفْسِهِ أَنَّ تَلاَمِيذَهُ يَتَذَمَّرُونَ عَلَى هذَا، فَقَالَ لَهُمْ: أَهذَا يُعْثِرُكُمْ.
Εἰδὼς ; δὲ ὁ ; Ἰησοῦς ἐν ἑαυτῷ ὅτι μαθηταὶ ; αὐτοῦ ; οἱ γογγύζουσιν περὶ τούτου εἶπεν αὐτοῖς· τοῦτο σκανδαλίζει; ; ὑμᾶς
قَالَ عَنْ يَهُوذَا سِمْعَانَ الإِسْخَرْيُوطِيِّ، لأَنَّ هذَا كَانَ مُزْمِعًا أَنْ يُسَلِّمَهُ، وَهُوَ وَاحِدٌ مِنَ الاثْنَيْ عَشَرَ.
ἔλεγεν ; δὲ τὸν ; Ἰούδαν Σίμωνος Ἰσκαριώτην γὰρ οὗτος ἔμελλεν παραδιδόναι ; αὐτὸν ὢν εἷς ἐκ τῶν ; δώδεκα.¶
وَكَانَ عِيدُ الْيَهُودِ، عِيدُ الْمَظَالِّ، قَرِيبًا.
ἦν ; δὲ ἡ ; ἑορτὴ τῶν ; Ἰουδαίων ἡ ; σκηνοπηγία. ἐγγὺς
فَقَالَ لَهُمْ يَسُوعُ: إِنَّ وَقْتِي لَمْ يَحْضُرْ بَعْدُ، وَأَمَّا وَقْتُكُمْ فَفِي كُلِّ حِينٍ حَاضِرٌ.
Λέγει ; οὖν αὐτοῖς ὁ ; Ἰησοῦς· ὁ ; καιρὸς ; ὁ ; ἐμὸς οὔπω ; πάρεστιν, δὲ ὁ ; καιρὸς ; ὁ ; ὑμέτερος πάντοτέ ἐστιν ; ἕτοιμος.
لاَ يَقْدِرُ الْعَالَمُ أَنْ يُبْغِضَكُمْ، وَلكِنَّهُ يُبْغِضُنِي لأَنِّي أَشْهَدُ عَلَيْهِ أَنَّ أَعْمَالَهُ شِرِّيرَةٌ.
οὐ δύναται ὁ ; κόσμος μισεῖν ; ὑμᾶς, δὲ ἐμὲ ; μισεῖ, ὅτι ἐγὼ ; μαρτυρῶ περὶ ; αὐτοῦ ὅτι τὰ ; ἔργα ; αὐτοῦ πονηρά ; ἐστιν.
وَلَمَّا كَانَ إِخْوَتُهُ قَدْ صَعِدُوا، حِينَئِذٍ صَعِدَ هُوَ أَيْضًا إِلَى الْعِيدِ، لاَ ظَاهِرًا بَلْ كَأَنَّهُ فِي الْخَفَاءِ.
Ὡς ; δὲ οἱ ; ἀδελφοὶ ; αὐτοῦ ἀνέβησαν τότε ἀνέβη αὐτὸς καὶ εἰς τὴν ; ἑορτήν, οὐ φανερῶς ἀλλ᾽ ὡς ἐν κρυπτῷ.
وَكَانَ فِي الْجُمُوعِ مُنَاجَاةٌ كَثِيرَةٌ مِنْ نَحْوِهِ. بَعْضُهُمْ يَقُولُونَ: إِنَّهُ صَالِحٌ. وَآخَرُونَ يَقُولُونَ: لاَ، بَلْ يُضِلُّ الشَّعْبَ.
καὶ ; ἦν ἐν τοῖς ; ὄχλοις. γογγυσμὸς πολὺς περὶ αὐτοῦ οἱ ; μὲν ἔλεγον ὅτι ; ἐστιν, ἀγαθός ἄλλοι ; δὲ ἔλεγον· οὔ, ἀλλὰ πλανᾷ τὸν ; ὄχλον.
وَلَمَّا كَانَ الْعِيدُ قَدِ انْتَصَفَ، صَعِدَ يَسُوعُ إِلَى الْهَيْكَلِ، وَكَانَ يُعَلِّمُ.
Ἤδη ; δὲ τῆς ; ἑορτῆς μεσούσης ἀνέβη ὁ ; Ἰησοῦς εἰς τὸ ; ἱερὸν καὶ ; ἐδίδασκεν.
مَنْ يَتَكَلَّمُ مِنْ نَفْسِهِ يَطْلُبُ مَجْدَ نَفْسِهِ، وَأَمَّا مَنْ يَطْلُبُ مَجْدَ الَّذِي أَرْسَلَهُ فَهُوَ صَادِقٌ وَلَيْسَ فِيهِ ظُلْمٌ.
ὁ λαλῶν ἀφ᾽ ἑαυτοῦ ζητεῖ· τὴν ; δόξαν τὴν ; ἰδίαν δὲ ὁ ζητῶν τὴν ; δόξαν τοῦ πέμψαντος ; αὐτόν, οὗτος ἀληθής ; ἐστιν, καὶ ; οὐκ ; ἔστιν. ἐν ; αὐτῷ ἀδικία
وَلكِنَّ هذَا نَعْلَمُ مِنْ أَيْنَ هُوَ، وَأَمَّا الْمَسِيحُ فَمَتَى جَاءَ لاَ يَعْرِفُ أَحَدٌ مِنْ أَيْنَ هُوَ.
ἀλλὰ τοῦτον οἴδαμεν πόθεν ἐστίν· δὲ ὁ ; χριστὸς ὅταν ἔρχηται, οὐδεὶς ; γινώσκει πόθεν ἐστίν.¶
أَنَا أَعْرِفُهُ لأَنِّي مِنْهُ، وَهُوَ أَرْسَلَنِي.
ἐγὼ ; δὲ οἶδα ; αὐτόν, ὅτι ; εἰμι, παρ᾽ ; αὐτοῦ κἀκεῖνός με ; ἀπέστειλεν.