ك
إصحاح
G1160
G1161.
G1162
المعنى المختصر للكلمة
dé: but, and, etc.
اللفظ الأصلي δέ
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق (deh)
تكرار الورود في الكتاب 2091 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها

a primary particle (adversative or continuative);

المعنى والشرح المفصل

but, and, etc.

الإنجليزية — KJV Translation Tags
also and but moreover now (often unexpressed in English)

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

δὲ (1066×) δέ (42×) εἰ ; δὲ (38×) εἶπεν ; δὲ (30×) Εἶπεν ; δὲ (30×) ἦν ; δὲ (27×) Ἀποκριθεὶς ; δὲ (19×) δέ, (19×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (2091 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
فَقَالَ كَثِيرُونَ مِنْهُمْ: بِهِ شَيْطَانٌ وَهُوَ يَهْذِي. لِمَاذَا تَسْتَمِعُونَ لَهُ.
ἔλεγον ; δὲ πολλοὶ ἐξ ; αὐτῶν· ἔχει δαιμόνιον καὶ μαίνεται· τί ἀκούετε; αὐτοῦ
وَكَانَ عِيدُ التَّجْدِيدِ فِي أُورُشَلِيمَ، وَكَانَ شِتَاءٌ.
Ἐγένετο ; δὲ τὰ ; ἐγκαίνια ἐν τοῖς ; Ἱεροσολύμοις· καὶ ; ἦν, χειμὼν
وَلكِنْ إِنْ كُنْتُ أَعْمَلُ، فَإِنْ لَمْ تُؤْمِنُوا بِي فَآمِنُوا بِالأَعْمَالِ، لِكَيْ تَعْرِفُوا وَتُؤْمِنُوا أَنَّ الآبَ فِيَّ وَأَنَا فِيهِ.
δὲ εἰ ποιῶ, κἂν μὴ πιστεύητε, ἐμοὶ πιστεύσατε τοῖς ; ἔργοις ἵνα γνῶτε καὶ ; πιστεύσητε ὅτι ὁ ; πατὴρ ἐν ; ἐμοὶ κἀγὼ ἐν ; αὐτῷ
فَأَتَى إِلَيْهِ كَثِيرُونَ وَقَالُوا: إِنَّ يُوحَنَّا لَمْ يَفْعَلْ آيَةً وَلكِنْ كُلُّ مَا قَالَهُ يُوحَنَّا عَنْ هذَا كَانَ حَقًّا.
καὶ ; ἦλθον πρὸς ; αὐτὸν πολλοὶ καὶ ; ἔλεγον ὅτι ; μὲν Ἰωάννης οὐδέν, ἐποίησεν σημεῖον δὲ πάντα ὅσα εἶπεν Ἰωάννης περὶ τούτου ἦν. ἀληθῆ
وَكَانَ إِنْسَانٌ مَرِيضًا وَهُوَ لِعَازَرُ، مِنْ بَيْتِ عَنْيَا مِنْ قَرْيَةِ مَرْيَمَ وَمَرْثَا أُخْتِهَا.
Ἦν ; δέ τις ἀσθενῶν, Λάζαρος ἀπὸ Βηθανίας ἐκ τῆς ; κώμης Μαρίας καὶ ; Μάρθας τῆς ; ἀδελφῆς ; αὐτῆς·
وَكَانَتْ مَرْيَمُ، الَّتِي كَانَ لِعَازَرُ أَخُوهَا مَرِيضًا، هِيَ الَّتِي دَهَنَتِ الرَّبَّ بِطِيبٍ، وَمَسَحَتْ رِجْلَيْهِ بِشَعْرِهَا.
ἦν ; δὲ Μαριὰμ ἧς Λάζαρος ὁ ; ἀδελφὸς ἠσθένει. ἡ ἀλείψασα τὸν ; κύριον μύρῳ καὶ ; ἐκμάξασα τοὺς ; πόδας ; αὐτοῦ ταῖς ; θριξὶν ; αὐτῆς,
فَلَمَّا سَمِعَ يَسُوعُ، قَالَ: هذَا الْمَرَضُ لَيْسَ لِلْمَوْتِ، بَلْ لأَجْلِ مَجْدِ اللهِ، لِيَتَمَجَّدَ ابْنُ اللهِ بِهِ.
δὲ Ἀκούσας ὁ ; Ἰησοῦς εἶπεν· αὕτη ἡ ; ἀσθένεια οὐκ ; ἔστιν πρὸς ; θάνατον ἀλλ᾽ ὑπὲρ τῆς ; δόξης τοῦ ; θεοῦ ἵνα ; δοξασθῇ ὁ ; υἱὸς τοῦ ; θεοῦ δι᾽ ; αὐτῆς.¶
وَكَانَ يَسُوعُ يُحِبُّ مَرْثَا وَأُخْتَهَا وَلِعَازَرَ.
δὲ ὁ ; Ἰησοῦς Ἠγάπα τὴν ; Μάρθαν καὶ ; τὴν ; ἀδελφὴν ; αὐτῆς καὶ ; τὸν ; Λάζαρον.
وَلكِنْ إِنْ كَانَ أَحَدٌ يَمْشِي فِي اللَّيْلِ يَعْثُرُ، لأَنَّ النُّورَ لَيْسَ فِيهِ.
δέ ἐὰν τις περιπατῇ ἐν τῇ ; νυκτί, προσκόπτει, ὅτι τὸ ; φῶς οὐκ ; ἔστιν ἐν ; αὐτῷ.
وَكَانَ يَسُوعُ يَقُولُ عَنْ مَوْتِهِ، وَهُمْ ظَنُّوا أَنَّهُ يَقُولُ عَنْ رُقَادِ النَّوْمِ.
δὲ ὁ ; Ἰησοῦς εἰρήκει περὶ τοῦ ; θανάτου ; αὐτοῦ· ἐκεῖνοι ; δὲ ἔδοξαν ὅτι λέγει.¶ περὶ ; τῆς ; κοιμήσεως τοῦ ; ὕπνου
وَكَانَ يَسُوعُ يَقُولُ عَنْ مَوْتِهِ، وَهُمْ ظَنُّوا أَنَّهُ يَقُولُ عَنْ رُقَادِ النَّوْمِ.
δὲ ὁ ; Ἰησοῦς εἰρήκει περὶ τοῦ ; θανάτου ; αὐτοῦ· ἐκεῖνοι ; δὲ ἔδοξαν ὅτι λέγει.¶ περὶ ; τῆς ; κοιμήσεως τοῦ ; ὕπνου
وَكَانَتْ بَيْتُ عَنْيَا قَرِيبَةً مِنْ أُورُشَلِيمَ نَحْوَ خَمْسَ عَشْرَةَ غَلْوَةً.
ἦν ; δὲ ἡ ; Βηθανία ἐγγὺς τῶν ; Ἱεροσολύμων ὡς ; ἀπὸ δεκαπέντε.¶ σταδίων
فَلَمَّا سَمِعَتْ مَرْثَا أَنَّ يَسُوعَ آتٍ لاَقَتْهُ، وَأَمَّا مَرْيَمُ فَاسْتَمَرَّتْ جَالِسَةً فِي الْبَيْتِ.
οὖν ; ὡς ἤκουσεν Ἡ ; Μάρθα, ὅτι ὁ ; Ἰησοῦς ἔρχεται, ὑπήντησεν ; αὐτῷ· δὲ Μαριὰμ ἐκαθέζετο. ἐν τῷ ; οἴκῳ
أَمَّا تِلْكَ فَلَمَّا سَمِعَتْ قَامَتْ سَرِيعًا وَجَاءَتْ إِلَيْهِ.
δὲ ἐκείνη ὡς ἤκουσεν ἐγείρεται ταχὺ καὶ ; ἔρχεται πρὸς ; αὐτόν.
وَلَمْ يَكُنْ يَسُوعُ قَدْ جَاءَ إِلَى الْقَرْيَةِ، بَلْ كَانَ فِي الْمَكَانِ الَّذِي لاَقَتْهُ فِيهِ مَرْثَا.
οὔπω ; δὲ ὁ ; Ἰησοῦς ἐληλύθει εἰς τὴν ; κώμην, ἀλλ᾽ ἦν ἐν τῷ ; τόπῳ ὅπου ὑπήντησεν ; αὐτῷ ἡ ; Μάρθα.¶
فَانْزَعَجَ يَسُوعُ أَيْضًا فِي نَفْسِهِ وَجَاءَ إِلَى الْقَبْرِ، وَكَانَ مَغَارَةً وَقَدْ وُضِعَ عَلَيْهِ حَجَرٌ.
οὖν ; ἐμβριμώμενος Ἰησοῦς πάλιν ἐν ἑαυτῷ ἔρχεται εἰς τὸ ; μνημεῖον· ἦν ; δὲ σπήλαιον, καὶ ἐπέκειτο ἐπ᾽ ; αὐτῷ. λίθος
وَأَنَا عَلِمْتُ أَنَّكَ فِي كُلِّ حِينٍ تَسْمَعُ لِي. وَلكِنْ لأَجْلِ هذَا الْجَمْعِ الْوَاقِفِ قُلْتُ، لِيُؤْمِنُوا أَنَّكَ أَرْسَلْتَنِي.
ἐγὼ ; δὲ ᾔδειν ὅτι πάντοτέ ἀκούεις· μου ἀλλὰ διὰ τὸν ; ὄχλον τὸν ; περιεστῶτα εἶπον, ἵνα ; πιστεύσωσιν ὅτι ; σύ με ; ἀπέστειλας.
وَأَمَّا قَوْمٌ مِنْهُمْ فَمَضَوْا إِلَى الْفَرِّيسِيِّينَ وَقَالُوا لَهُمْ عَمَّا فَعَلَ يَسُوعُ.
δὲ τινὲς ἐξ ; αὐτῶν ἀπῆλθον πρὸς τοὺς ; Φαρισαίους εἶπαν ; καὶ αὐτοῖς ἃ ἐποίησεν ὁ ; Ἰησοῦς.¶
وَكَانَ فِصْحُ الْيَهُودِ قَرِيبًا. فَصَعِدَ كَثِيرُونَ مِنَ الْكُوَرِ إِلَى أُورُشَلِيمَ قَبْلَ الْفِصْحِ لِيُطَهِّرُوا أَنْفُسَهُمْ.
Ἦν ; δὲ τὸ ; πάσχα τῶν ; Ἰουδαίων, ἐγγὺς καὶ ; ἀνέβησαν πολλοὶ ἐκ τῆς ; χώρας εἰς Ἱεροσόλυμα πρὸ τοῦ ; πάσχα ἵνα ; ἁγνίσωσιν ἑαυτούς.
وَكَانَ أَيْضًا رُؤَسَاءُ الْكَهَنَةِ وَالْفَرِّيسِيُّونَ قَدْ أَصْدَرُوا أَمْرًا أَنَّهُ إِنْ عَرَفَ أَحَدٌ أَيْنَ هُوَ فَلْيَدُلَّ عَلَيْهِ، لِكَيْ يُمْسِكُوهُ.
δὲ καὶ οἱ ; ἀρχιερεῖς καὶ ; οἱ ; Φαρισαῖοι δεδώκεισαν ἐντολήν ἵνα ἐάν γνῷ τις ποῦ ἐστιν μηνύσῃ, ὅπως πιάσωσιν ; αὐτόν.¶
فَصَنَعُوا لَهُ هُنَاكَ عَشَاءً. وَكَانَتْ مَرْثَا تَخْدِمُ، وَأَمَّا لِعَازَرُ فَكَانَ أَحَدَ الْمُتَّكِئِينَ مَعَهُ.
ἐποίησαν ; οὖν αὐτῷ ἐκεῖ, δεῖπνον καὶ ἡ ; Μάρθα διηκόνει· δὲ ὁ ; Λάζαρος ἦν εἷς τῶν ; ἀνακειμένων σὺν ; αὐτῷ.
قَالَ هذَا لَيْسَ لأَنَّهُ كَانَ يُبَالِي بِالْفُقَرَاءِ، بَلْ لأَنَّهُ كَانَ سَارِقًا، وَكَانَ الصُّنْدُوقُ عِنْدَهُ، وَكَانَ يَحْمِلُ مَا يُلْقَى فِيهِ.
εἶπεν ; δὲ τοῦτο οὐχ ὅτι ἔμελεν ; αὐτῷ, περὶ ; τῶν ; πτωχῶν ἀλλ᾽ ὅτι ἦν κλέπτης καὶ τὸ ; γλωσσόκομον εἶχεν καὶ ἐβάσταζεν.¶ βαλλόμενα
لأَنَّ الْفُقَرَاءَ مَعَكُمْ فِي كُلِّ حِينٍ، وَأَمَّا أَنَا فَلَسْتُ مَعَكُمْ فِي كُلِّ حِينٍ.
γὰρ τοὺς ; πτωχοὺς ἔχετε ; μεθ᾽ ; ἑαυτῶν, πάντοτε δὲ ἐμὲ οὐ ἔχετε.¶ πάντοτε
فَتَشَاوَرَ رُؤَسَاءُ الْكَهَنَةِ لِيَقْتُلُوا لِعَازَرَ أَيْضًا،
ἐβουλεύσαντο ; δὲ οἱ ; ἀρχιερεῖς ἵνα ; ἀποκτείνωσιν, τὸν ; Λάζαρον καὶ
وَوَجَدَ يَسُوعُ جَحْشًا فَجَلَسَ عَلَيْهِ كَمَا هُوَ مَكْتُوبٌ:
Εὑρὼν ; δὲ ὁ ; Ἰησοῦς ὀνάριον ἐκάθισεν ἐπ᾽ ; αὐτό, καθώς ἐστιν γεγραμμένον·
وَهذِهِ الأُمُورُ لَمْ يَفْهَمْهَا تَلاَمِيذُهُ أَوَّلاً، وَلكِنْ لَمَّا تَمَجَّدَ يَسُوعُ، حِينَئِذٍ تَذَكَّرُوا أَنَّ هذِهِ كَانَتْ مَكْتُوبَةً عَنْهُ، وَأَنَّهُمْ صَنَعُوا هذِهِ لَهُ.
ταῦτα ; δὲ οὐκ ἔγνωσαν αὐτοῦ ; οἱ ; μαθηταὶ τὸ ; πρῶτον, ἀλλ᾽ ὅτε ἐδοξάσθη ὁ ; Ἰησοῦς, τότε ἐμνήσθησαν ὅτι ταῦτα ἦν γεγραμμένα ἐπ᾽ ; αὐτῷ καὶ ; ἐποίησαν ταῦτα αὐτῷ.¶
وَكَانَ أُنَاسٌ يُونَانِيُّونَ مِنَ الَّذِينَ صَعِدُوا لِيَسْجُدُوا فِي الْعِيدِ.
Ἦσαν ; δὲ τινες Ἕλληνές ἐκ ; τῶν ἀναβαινόντων ἵνα ; προσκυνήσωσιν ἐν τῇ ; ἑορτῇ.
وَأَمَّا يَسُوعُ فَأَجَابَهُمَا قِائِلاً: قَدْ أَتَتِ السَّاعَةُ لِيَتَمَجَّدَ ابْنُ الإِنْسَانِ.
δὲ ὁ ; Ἰησοῦς ἀπεκρίνατο; αὐτοῖς λέγων· ἐλήλυθεν ἡ ; ὥρα ἵνα ; δοξασθῇ ὁ ; υἱὸς τοῦ ; ἀνθρώπου.
اَلْحَقَّ الْحَقَّ أَقُولُ لَكُمْ: إِنْ لَمْ تَقَعْ حَبَّةُ الْحِنْطَةِ فِي الأَرْضِ وَتَمُتْ فَهِيَ تَبْقَى وَحْدَهَا. وَلكِنْ إِنْ مَاتَتْ تَأْتِي بِثَمَرٍ كَثِيرٍ.
ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν· ἐὰν μὴ πεσὼν ὁ ; κόκκος τοῦ ; σίτου εἰς τὴν ; γῆν ἀποθάνῃ, αὐτὸς μένει· μόνος δὲ ἐὰν ἀποθάνῃ, φέρει. καρπὸν πολὺν
أَمَّا يَسُوعُ قَبْلَ عِيدِ الْفِصْحِ، وَهُوَ عَالِمٌ أَنَّ سَاعَتَهُ قَدْ جَاءَتْ لِيَنْتَقِلَ مِنْ هذَا الْعَالَمِ إِلَى الآبِ، إِذْ كَانَ قَدْ أَحَبَّ خَاصَّتَهُ الَّذِينَ فِي الْعَالَمِ، أَحَبَّهُمْ إِلَى الْمُنْتَهَى.
δὲ ὁ ; Ἰησοῦς Πρὸ τῆς ; ἑορτῆς τοῦ ; πάσχα εἰδὼς ὅτι αὐτοῦ ; ἡ ; ὥρα ἐλήλυθεν ἵνα ; μεταβῇ ἐκ τούτου τοῦ ; κόσμου πρὸς τὸν ; πατέρα, ἀγαπήσας τοὺς ; ἰδίους τοὺς ἐν τῷ ; κόσμῳ ἠγάπησεν ; αὐτούς. εἰς τέλος