ك
إصحاح
G905
G906. bállō
G907
المعنى المختصر للكلمة
bállō: to throw (in various applications, more or less violent or intense)
اللفظ الأصلي βάλλω
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق bállō (bal-lo)
تكرار الورود في الكتاب 109 مرة في الكتاب
المعنى والشرح المفصل

to throw (in various applications, more or less violent or intense)

الإنجليزية — KJV Translation Tags
arise cast (out) X dung lay lie pour put (up) send strike throw (down) thrust

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

καὶ ; ἔβαλεν (7×) ἐβλήθη (6×) βάλλει (6×) βαλεῖν (6×) καὶ ; βάλε (5×) βληθῆναι (5×) ἔβαλον (4×) ἔβαλεν (4×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (109 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
متى 27: 35 Mat.27.35
وَلَمَّا صَلَبُوهُ اقْتَسَمُوا ثِيَابَهُ مُقْتَرِعِينَ عَلَيْهَا، لِكَيْ يَتِمَّ مَا قِيلَ بِالنَّبِيِّ: اقْتَسَمُوا ثِيَابِي بَيْنَهُمْ، وَعَلَى لِبَاسِي أَلْقَوْا قُرْعَةً.
σταυρώσαντες ; δὲ ; αὐτὸν διεμερίσαντο τὰ ; ἱμάτια ; αὐτοῦ βάλλοντες ; κλῆρον, ἵνα πληρωθῇ τὸ ῥηθὲν ὑπὸ ; τοῦ ; προφήτου διεμερίσαντο τὰ ; ἱμάτια ; μου ἑαυτοῖς καὶ ; ἐπὶ τὸν ; μου ; ἱματισμόν ἔβαλον κλῆρον
وَفِيمَا هُوَ يَمْشِي عِنْدَ بَحْرِ الْجَلِيلِ أَبْصَرَ سِمْعَانَ وَأَنْدَرَاوُسَ أَخَاهُ يُلْقِيَانِ شَبَكَةً فِي الْبَحْرِ، فَإِنَّهُمَا كَانَا صَيَّادَيْنِ.
Περιπατῶν; δὲ παρὰ τὴν ; θάλασσαν τῆς ; Γαλιλαίας εἶδεν Σίμωνα καὶ ; Ἀνδρέαν τὸν ; ἀδελφὸν ; αὐτοῦ βάλλοντας ἀμφίβληστρον ἐν τῇ ; θαλάσσῃ· ἦσαν ; γὰρ ἁλιεῖς.
وَلَيْسَ أَحَدٌ يَجْعَلُ خَمْرًا جَدِيدَةً فِي زِقَاق عَتِيقَةٍ، لِئَلاَّ تَشُقَّ الْخَمْرُ الْجَدِيدَةُ الزِّقَاقَ، فَالْخَمْرُ تَنْصَبُّ وَالزِّقَاقُ تَتْلَفُ. بَلْ يَجْعَلُونَ خَمْرًا جَدِيدَةً فِي زِقَاق جَدِيدَةٍ.
Καὶ ; οὐδεὶς βάλλει οἶνον νέον εἰς ἀσκοὺς παλαιούς· εἰ ; δὲ ; μή, ῥήσσει ὁ ; οἶνος ὁ ; νέος τοὺς ; ἀσκούς, καὶ ; ὁ ; οἶνος ἐκχεῖται καὶ ; οἱ ; ἀσκοί ἀπολοῦνται· ἀλλ᾽ βλητέον.¶ οἶνον νέον εἰς ἀσκοὺς καινούς
وَقَالَ: هكَذَا مَلَكُوتُ اللهِ: كَأَنَّ إِنْسَانًا يُلْقِي الْبِذَارَ عَلَى الأَرْضِ،
Καὶ ; ἔλεγεν· οὕτως ; ἐστὶν ἡ ; βασιλεία τοῦ ; θεοῦ, ὡς ; ἐὰν ἄνθρωπος βάλῃ τὸν ; σπόρον ἐπὶ τῆς ; γῆς
وَأَمَّا يَسُوعُ فَقَالَ لَهَا: دَعِي الْبَنِينَ أَوَّلاً يَشْبَعُونَ، لأَنَّهُ لَيْسَ حَسَنًا أَنْ يُؤْخَذَ خُبْزُ الْبَنِينَ وَيُطْرَحَ لِلْكِلاَبِ.
δὲ ὁ ; Ἰησοῦς εἶπεν αὐτῇ· ἄφες τὰ ; τέκνα· πρῶτον χορτασθῆναι γάρ οὐ ἐστιν ; καλὸν λαβεῖν τὸν ; ἄρτον τῶν ; τέκνων καὶ ; βαλεῖν. τοῖς ; κυναρίοις
فَذَهَبَتْ إِلَى بَيْتِهَا وَوَجَدَتِ الشَّيْطَانَ قَدْ خَرَجَ، وَالابْنَةَ مَطْرُوحَةً عَلَى الْفِرَاشِ.
καὶ ; ἀπελθοῦσα εἰς τὸν ; οἶκον ; αὐτῆς εὗρεν τὸ ; δαιμόνιον ἐξεληλυθός.¶ τὸ ; θυγατέρα βεβλημένην ἐπὶ τῆς; κλίνης
فَأَخَذَهُ مِنْ بَيْنِ الْجَمْعِ عَلَى نَاحِيَةٍ، وَوَضَعَ أَصَابِعَهُ فِي أُذُنَيْهِ وَتَفَلَ وَلَمَسَ لِسَانَهُ،
καὶ ; ἀπολαβόμενος ; αὐτὸν ἀπὸ τοῦ ; ὄχλου κατ᾽ ; ἰδίαν ἔβαλεν τοὺς ; δακτύλους ; αὐτοῦ εἰς τὰ ; ὦτα ; αὐτοῦ, καὶ ; πτύσας ἥψατο τῆς ; γλώσσης ; αὐτοῦ,
وَكَثِيرًا مَا أَلْقَاهُ فِي النَّارِ وَفِي الْمَاءِ لِيُهْلِكَهُ. لكِنْ إِنْ كُنْتَ تَسْتَطِيعُ شَيْئًا فَتَحَنَّنْ عَلَيْنَا وَأَعِنَّا.
καὶ ; πολλάκις αὐτὸν ; ἔβαλεν εἰς τὸ ; πῦρ καὶ ; εἰς ὕδατα ἵνα ; ἀπολέσῃ ; αὐτόν· ἀλλ᾽ εἴ δύνῃ, τι σπλαγχνισθεὶς ἐφ᾽ ; ἡμᾶς.¶ βοήθησον ; ἡμῖν,
وَمَنْ أَعْثَرَ أَحَدَ الصِّغَارِ الْمُؤْمِنِينَ بِي، فَخَيْرٌ لَهُ لَوْ طُوِّقَ عُنُقُهُ بِحَجَرِ رَحًى وَطُرِحَ فِي الْبَحْرِ.
καὶ ; ὃς ; ἂν σκανδαλίσῃ ἕνα τῶν ; μικρῶν ; τούτων τῶν ; πιστευόντων εἰς ; ἐμέ, καλόν ; ἐστιν αὐτῷ μᾶλλον ; εἰ περίκειται ; περὶ τὸν ; τράχηλον ; αὐτοῦ λίθος μυλικὸς καὶ ; βέβληται εἰς τὴν ; θάλασσαν.
وَإِنْ أَعْثَرَتْكَ رِجْلُكَ فَاقْطَعْهَا. خَيْرٌ لَكَ أَنْ تَدْخُلَ الْحَيَاةَ أَعْرَجَ مِنْ أَنْ تَكُونَ لَكَ رِجْلاَنِ وَتُطْرَحَ فِي جَهَنَّمَ فِي النَّارِ الَّتِي لاَ تُطْفَأُ.
καὶ ; ἐὰν σκανδαλίζῃ ; σε, ὁ ; πούς ; σου ἀπόκοψον ; αὐτόν· καλόν ; ἐστίν σοι εἰσελθεῖν εἰς ; τὴν ; ζωὴν χωλὸν ἢ ἔχοντα τοὺς ; δύο ; πόδας βληθῆναι εἰς τὴν ; γέενναν εἰς τὸ ; πῦρ τὸ ; ἄσβεστον.
وَإِنْ أَعْثَرَتْكَ عَيْنُكَ فَاقْلَعْهَا. خَيْرٌ لَكَ أَنْ تَدْخُلَ مَلَكُوتَ اللهِ أَعْوَرَ مِنْ أَنْ تَكُونَ لَكَ عَيْنَانِ وَتُطْرَحَ فِي جَهَنَّمَ النَّارِ.
καὶ ; ἐὰν σκανδαλίζῃ ; σε, ὁ ; ὀφθαλμός ; σου ἔκβαλε ; αὐτόν· καλόν ; ἐστιν σοι εἰσελθεῖν εἰς ; τὴν ; βασιλείαν τοῦ ; θεοῦ μονόφθαλμον ἢ ἔχοντα δύο ; ὀφθαλμοὺς βληθῆναι εἰς τὴν ; γέενναν τοῦ ; πυρός
لأَنِّي الْحَقَّ أَقُولُ لَكُمْ: إِنَّ مَنْ قَالَ لِهذَا الْجَبَلِ: انْتَقِلْ وَانْطَرِحْ فِي الْبَحْرِ. وَلاَ يَشُكُّ فِي قَلْبِهِ، بَلْ يُؤْمِنُ أَنَّ مَا يَقُولُهُ يَكُونُ، فَمَهْمَا قَالَ يَكُونُ لَهُ.
γὰρ ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι ὃς ; ἂν εἴπῃ τούτῳ· τῷ ; ὄρει ἄρθητι καὶ ; βλήθητι εἰς τὴν ; θάλασσαν, καὶ ; μὴ διακριθῇ ἐν τῇ ; καρδίᾳ ; αὐτοῦ ἀλλὰ πιστεύσῃ ὅτι ἃ λέγει γίνεται, ὃ ; ἐὰν εἴπῃ.¶ ἔσται αὐτῷ
وَجَلَسَ يَسُوعُ تُجَاهَ الْخِزَانَةِ، وَنَظَرَ كَيْفَ يُلْقِي الْجَمْعُ نُحَاسًا فِي الْخِزَانَةِ. وَكَانَ أَغْنِيَاءُ كَثِيرُونَ يُلْقُونَ كَثِيرًا.
Καὶ ; καθίσας ὁ ; Ἰησοῦς κατέναντι τοῦ ; γαζοφυλακίου ἐθεώρει πῶς βάλλει ὁ ; ὄχλος χαλκὸν εἰς τὸ ; γαζοφυλάκιον. καὶ πλούσιοι πολλοὶ ἔβαλλον πολλά·
وَجَلَسَ يَسُوعُ تُجَاهَ الْخِزَانَةِ، وَنَظَرَ كَيْفَ يُلْقِي الْجَمْعُ نُحَاسًا فِي الْخِزَانَةِ. وَكَانَ أَغْنِيَاءُ كَثِيرُونَ يُلْقُونَ كَثِيرًا.
Καὶ ; καθίσας ὁ ; Ἰησοῦς κατέναντι τοῦ ; γαζοφυλακίου ἐθεώρει πῶς βάλλει ὁ ; ὄχλος χαλκὸν εἰς τὸ ; γαζοφυλάκιον. καὶ πλούσιοι πολλοὶ ἔβαλλον πολλά·
فَجَاءَتْ أَرْمَلَةٌ فَقِيرَةٌ وَأَلْقَتْ فَلْسَيْنِ، قِيمَتُهُمَا رُبْعٌ.
καὶ ; ἐλθοῦσα μία ; χήρα πτωχὴ ἔβαλεν λεπτὰ ; δύο ὅ ; ἐστιν κοδράντης.
فَدَعَا تَلاَمِيذَهُ وَقَالَ لَهُمُ: الْحَقَّ أَقُولُ لَكُمْ: إِنَّ هذِهِ الأَرْمَلَةَ الْفَقِيرَةَ قَدْ أَلْقَتْ أَكْثَرَ مِنْ جَمِيعِ الَّذِينَ أَلْقَوْا فِي الْخِزَانَةِ،
καὶ ; προσκαλεσάμενος τοὺς ; μαθητὰς ; αὐτοῦ λέγει αὐτοῖς· ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι αὕτη ἡ ; χήρα πτωχὴ ; ἡ βέβληκεν πλεῖον πάντων τῶν βαλόντων εἰς τὸ ; γαζοφυλάκιον·
فَدَعَا تَلاَمِيذَهُ وَقَالَ لَهُمُ: الْحَقَّ أَقُولُ لَكُمْ: إِنَّ هذِهِ الأَرْمَلَةَ الْفَقِيرَةَ قَدْ أَلْقَتْ أَكْثَرَ مِنْ جَمِيعِ الَّذِينَ أَلْقَوْا فِي الْخِزَانَةِ،
καὶ ; προσκαλεσάμενος τοὺς ; μαθητὰς ; αὐτοῦ λέγει αὐτοῖς· ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι αὕτη ἡ ; χήρα πτωχὴ ; ἡ βέβληκεν πλεῖον πάντων τῶν βαλόντων εἰς τὸ ; γαζοφυλάκιον·
لأَنَّ الْجَمِيعَ مِنْ فَضْلَتِهِمْ أَلْقَوْا. وَأَمَّا هذِهِ فَمِنْ إِعْوَازِهَا أَلْقَتْ كُلَّ مَا عِنْدَهَا، كُلَّ مَعِيشَتِهَا.
γὰρ πάντες ἐκ τοῦ ; περισσεύοντος ; αὐτοῖς ἔβαλον, δὲ αὕτη ἐκ αὐτῆς ; ὑστερήσεως ; τῆς εἶχεν ; ἔβαλεν, πάντα ; ὅσα εἶχεν ὅλον τὸν ; βίον ; αὐτῆς.¶
لأَنَّ الْجَمِيعَ مِنْ فَضْلَتِهِمْ أَلْقَوْا. وَأَمَّا هذِهِ فَمِنْ إِعْوَازِهَا أَلْقَتْ كُلَّ مَا عِنْدَهَا، كُلَّ مَعِيشَتِهَا.
γὰρ πάντες ἐκ τοῦ ; περισσεύοντος ; αὐτοῖς ἔβαλον, δὲ αὕτη ἐκ αὐτῆς ; ὑστερήσεως ; τῆς εἶχεν ; ἔβαλεν, πάντα ; ὅσα εἶχεν ὅλον τὸν ; βίον ; αὐτῆς.¶
فَابْتَدَأَ قَوْمٌ يَبْصُقُونَ عَلَيْهِ، وَيُغَطُّونَ وَجْهَهُ وَيَلْكُمُونَهُ وَيَقُولُونَ لَهُ: تَنَبَّأْ. وَكَانَ الْخُدَّامُ يَلْطِمُونَهُ.
καὶ ; ἤρξαντό τινες ἐμπτύειν αὐτῷ καὶ ; περικαλύπτειν αὐτοῦ ; τὸ ; πρόσωπον καὶ ; αὐτὸν ; κολαφίζειν καὶ ; λέγειν αὐτῷ· προφήτευσον, καὶ οἱ ; ὑπηρέται ῥαπίσμασιν ; αὐτὸν ; ἔβαλλον
وَالآنَ قَدْ وُضِعَتِ الْفَأْسُ عَلَى أَصْلِ الشَّجَرِ، فَكُلُّ شَجَرَةٍ لاَ تَصْنَعُ ثَمَرًا جَيِّدًا تُقْطَعُ وَتُلْقَى فِي النَّارِ.
δὲ ; καὶ ἤδη κεῖται· ἡ ; ἀξίνη πρὸς τὴν ; ῥίζαν τῶν ; δένδρων πᾶν ; οὖν δένδρον μὴ ποιοῦν καρπὸν καλὸν ἐκκόπτεται καὶ ; βάλλεται. εἰς πῦρ
ثُمَّ جَاءَ بِهِ إِلَى أُورُشَلِيمَ، وَأَقَامَهُ عَلَى جَنَاحِ الْهَيْكَلِ وَقَالَ لَهُ: إِنْ كُنْتَ ابْنَ اللهِ فَاطْرَحْ نَفْسَكَ مِنْ هُنَا إِلَى أَسْفَلُ،
Καὶ Ἤγαγεν αὐτὸν εἰς Ἰερουσαλὴμ καὶ ; ἔστησεν ; αὐτὸν ἐπὶ τὸ ; πτερύγιον τοῦ ; ἱεροῦ καὶ ; εἶπεν αὐτῷ· εἰ εἶ ὁ ; υἱὸς τοῦ ; θεοῦ, βάλε σεαυτὸν ἐντεῦθεν κάτω·
وَلَيْسَ أَحَدٌ يَجْعَلُ خَمْرًا جَدِيدَةً فِي زِقَاق عَتِيقَةٍ لِئَلاَّ تَشُقَّ الْخَمْرُ الْجَدِيدَةُ الزِّقَاقَ، فَهِيَ تُهْرَقُ وَالزِّقَاقُ تَتْلَفُ.
καὶ ; οὐδεὶς βάλλει οἶνον νέον εἰς ἀσκοὺς παλαιούς· εἰ ; δὲ ; μή γε, ; ῥήξει ὁ ; οἶνος ὁ ; νέος τοὺς ; ἀσκοὺς καὶ ; αὐτὸς ; ἐκχυθήσεται, καὶ ; οἱ ; ἀσκοὶ ἀπολοῦνται·
فَإِنْ كَانَ الْعُشْبُ الَّذِي يُوجَدُ الْيَوْمَ فِي الْحَقْلِ وَيُطْرَحُ غَدًا فِي التَّنُّورِ يُلْبِسُهُ اللهُ هكَذَا، فَكَمْ بِالْحَرِيِّ يُلْبِسُكُمْ أَنْتُمْ يَا قَلِيلِي الإِيمَانِ.
εἰ ; δὲ τὸν ; χόρτον ὄντα σήμερον ἐν τῷ ; ἀγρῷ βαλλόμενον αὔριον εἰς κλίβανον ἀμφιέννυσιν ὁ ; θεὸς οὕτως πόσῳ μᾶλλον ὑμᾶς, ὀλιγόπιστοι;
جِئْتُ لأُلْقِيَ نَارًا عَلَى الأَرْضِ، فَمَاذَا أُرِيدُ لَوِ اضْطَرَمَتْ.
ἦλθον βαλεῖν Πῦρ εἰς τὴν ; γῆν καὶ ; τί θέλω εἰ ἤδη ; ἀνήφθη.
حِينَمَا تَذْهَبُ مَعَ خَصْمِكَ إِلَى الْحَاكِمِ، ابْذُلِ الْجَهْدَ وَأَنْتَ فِي الطَّرِيقِ لِتَتَخَلَّصَ مِنْهُ، لِئَلاَّ يَجُرَّكَ إِلَى الْقَاضِي، وَيُسَلِّمَكَ الْقَاضِي إِلَى الْحَاكِمِ، فَيُلْقِيَكَ الْحَاكِمُ فِي السِّجْنِ.
ὡς ; γὰρ ὑπάγεις μετὰ τοῦ ; ἀντιδίκου ; σου ἐπ᾽ ἄρχοντα, δὸς ἐργασίαν ἐν τῇ ; ὁδῷ ἀπηλλάχθαι ἀπ᾽ ; αὐτοῦ μήποτε κατασύρῃ ; σε πρὸς τὸν ; κριτήν, καὶ ; παραδῷ; σε ὁ ; κριτής τῷ πράκτορι, καὶ ; σε ; βάλλῃ ὁ ; πράκτωρ εἰς φυλακήν.
فَأَجَابَ وَقَالَ لَهُ: يَا سَيِّدُ، اتْرُكْهَا هذِهِ السَّنَةَ أَيْضًا، حَتَّى أَنْقُبَ حَوْلَهَا وَأَضَعَ زِبْلاً.
Ὁ ; δὲ ; ἀποκριθεὶς λέγει αὐτῷ· κύριε, ἄφες ; αὐτὴν τοῦτο τὸ ; ἔτος, καὶ ἕως ; ὅτου σκάψω περὶ ; αὐτὴν καὶ ; βάλω κόπριαν
يُشْبِهُ حَبَّةَ خَرْدَل أَخَذَهَا إِنْسَانٌ وَأَلْقَاهَا فِي بُسْتَانِهِ، فَنَمَتْ وَصَارَتْ شَجَرَةً كَبِيرَةً، وَتَآوَتْ طُيُورُ السَّمَاءِ فِي أَغْصَانِهَا.
ὁμοία ; ἐστὶν κόκκῳ σινάπεως ὃν ; λαβὼν ἄνθρωπος ἔβαλεν εἰς κῆπον ; ἑαυτοῦ, καὶ ; ηὔξησεν καὶ ; ἐγένετο εἰς ; δένδρον μέγα, καὶ ; κατεσκήνωσεν τὰ ; πετεινὰ τοῦ ; οὐρανοῦ ἐν τοῖς ; κλάδοις ; αὐτοῦ.¶
وَكَانَ مِسْكِينٌ اسْمُهُ لِعَازَرُ، الَّذِي طُرِحَ عِنْدَ بَابِهِ مَضْرُوبًا بِالْقُرُوحِ،
δέ ; ἦν πτωχὸς ; τις ὀνόματι Λάζαρος ὃς ἐβέβλητο πρὸς τὸν ; πυλῶνα ; αὐτοῦ εἱλκωμένος
وَتَطَلَّعَ فَرَأَى الأَغْنِيَاءَ يُلْقُونَ قَرَابِينَهُمْ فِي الْخِزَانَةِ،
Ἀναβλέψας ; δὲ εἶδεν τοὺς ; πλουσίους. βάλλοντας τὰ ; δῶρα ; αὐτῶν εἰς τὸ ; γαζοφυλάκιον