ك
إصحاح
G79
G80. adelphós
G81
المعنى المختصر للكلمة
adelphós: a brother (literally or figuratively) near or remote (much like )
اللفظ الأصلي ἀδελφός
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق adelphós (ad-el-fos)
تكرار الورود في الكتاب 222 مرة في الكتاب
المعنى والشرح المفصل

a brother (literally or figuratively) near or remote (much like )

الإنجليزية — KJV Translation Tags
brother

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

ἀδελφοί, (66×) ἀδελφὸς (11×) ὁ ; ἀδελφὸς (10×) ἀδελφοὶ (9×) τοὺς ; ἀδελφοὺς (9×) ἀδελφοὺς (7×) οἱ ; ἀδελφοὶ (7×) Ἀδελφοί, (6×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (222 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
وَإِذْ كَانَ يَسُوعُ مَاشِيًا عِنْدَ بَحْرِ الْجَلِيلِ أَبْصَرَ أَخَوَيْنِ: سِمْعَانَ الَّذِي يُقَالُ لَهُ بُطْرُسُ، وَأَنْدَرَاوُسَ أَخَاهُ يُلْقِيَانِ شَبَكَةً فِي الْبَحْرِ، فَإِنَّهُمَا كَانَا صَيَّادَيْنِ.
δὲ ὁ ; Ἰησοῦς Περιπατῶν παρὰ τὴν ; θάλασσαν τῆς ; Γαλιλαίας εἶδεν δύο ; ἀδελφούς, Σίμωνα τὸν ; λεγόμενον Πέτρον καὶ ; Ἀνδρέαν τὸν ; ἀδελφὸν ; αὐτοῦ βάλλοντας ἀμφίβληστρον εἰς τὴν ; θάλασσαν· ἦσαν ; γὰρ ἁλιεῖς.
ثُمَّ اجْتَازَ مِنْ هُنَاكَ فَرَأَى أَخَوَيْنِ آخَرَيْنِ: يَعْقُوبَ بْنَ زَبْدِي وَيُوحَنَّا أَخَاهُ، فِي السَّفِينَةِ مَعَ زَبْدِي أَبِيهِمَا يُصْلِحَانِ شِبَاكَهُمَا، فَدَعَاهُمَا.
Καὶ προβὰς ἐκεῖθεν εἶδεν δύο ; ἀδελφούς, ἄλλους Ἰάκωβον τὸν ; τοῦ ; Ζεβεδαίου καὶ ; Ἰωάννην τὸν ; ἀδελφὸν ; αὐτοῦ ἐν τῷ ; πλοίῳ μετὰ Ζεβεδαίου τοῦ ; πατρὸς ; αὐτῶν καταρτίζοντας τὰ ; δίκτυα ; αὐτῶν, καὶ ; ἐκάλεσεν ; αὐτούς.
وَأَمَّا أَنَا فَأَقُولُ لَكُمْ: إِنَّ كُلَّ مَنْ يَغْضَبُ عَلَى أَخِيهِ بَاطِلاً يَكُونُ مُسْتَوْجِبَ الْحُكْمِ، وَمَنْ قَالَ لأَخِيهِ: رَقَا، يَكُونُ مُسْتَوْجِبَ الْمَجْمَعِ، وَمَنْ قَالَ: يَا أَحْمَقُ، يَكُونُ مُسْتَوْجِبَ نَارِ جَهَنَّمَ.
δὲ ἐγὼ λέγω ὑμῖν ὅτι πᾶς ὁ ὀργιζόμενος τῷ ; αὐτοῦ ; ἀδελφῷ εἰκῆ ἔσται ἔνοχος τῇ ; κρίσει· ὃς ; δ᾽ ; ἂν εἴπῃ τῷ ; ἀδελφῷ ; αὐτοῦ· ῥακά, ἔσται ἔνοχος τῷ ; συνεδρίῳ· ὃς ; δ᾽ ; ἂν εἴπῃ· μωρέ, ἔσται ἔνοχος εἰς ; τοῦ ; πυρός.¶ τὴν ; γέενναν
وَلِمَاذَا تَنْظُرُ الْقَذَى الَّذِي فِي عَيْنِ أَخِيكَ، وَأَمَّا الْخَشَبَةُ الَّتِي فِي عَيْنِكَ فَلاَ تَفْطَنُ لَهَا.
τί ; δὲ βλέπεις τὸ ; κάρφος τὸ ; ἐν τῷ ; ὀφθαλμῷ τοῦ ; σου, ; ἀδελφοῦ δὲ δοκὸν ; τὴν ἐν τῷ ; σῷ ; ὀφθαλμῷ οὐ κατανοεῖς;
متى 10: 21 Mat.10.21
وَسَيُسْلِمُ الأَخُ أَخَاهُ إِلَى الْمَوْتِ، وَالأَبُ وَلَدَهُ، وَيَقُومُ الأَوْلاَدُ عَلَى وَالِدِيهِمْ وَيَقْتُلُونَهُمْ،
Παραδώσει ; δὲ ἀδελφὸς ἀδελφὸν εἰς θάνατον καὶ ; πατὴρ τέκνον· καὶ ; ἐπαναστήσονται τέκνα ἐπὶ γονεῖς καὶ ; θανατώσουσιν ; αὐτούς.
متى 10: 21 Mat.10.21
وَسَيُسْلِمُ الأَخُ أَخَاهُ إِلَى الْمَوْتِ، وَالأَبُ وَلَدَهُ، وَيَقُومُ الأَوْلاَدُ عَلَى وَالِدِيهِمْ وَيَقْتُلُونَهُمْ،
Παραδώσει ; δὲ ἀδελφὸς ἀδελφὸν εἰς θάνατον καὶ ; πατὴρ τέκνον· καὶ ; ἐπαναστήσονται τέκνα ἐπὶ γονεῖς καὶ ; θανατώσουσιν ; αὐτούς.
متى 12: 50 Mat.12.50
لأَنَّ مَنْ يَصْنَعُ مَشِيئَةَ أَبِي الَّذِي فِي السَّمَاوَاتِ هُوَ أَخِي وَأُخْتِي وَأُمِّي.
γὰρ ὅστις ; ἂν ποιήσῃ θέλημα ; τὸ τοῦ ; πατρός ; μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς, αὐτός ; ἐστίν.¶ μου ; ἀδελφὸς καὶ ; ἀδελφὴ καὶ ; μήτηρ
متى 19: 29 Mat.19.29
وَكُلُّ مَنْ تَرَكَ بُيُوتًا أَوْ إِخْوَةً أَوْ أَخَوَاتٍ أَوْ أَبًا أَوْ أُمًّا أَوِ امْرَأَةً أَوْ أَوْلاَدًا أَوْ حُقُولاً مِنْ أَجْلِ اسْمِي، يَأْخُذُ مِئَةَ ضِعْفٍ وَيَرِثُ الْحَيَاةَ الأَبَدِيَّةَ.
Καὶ ; πᾶς ὅς ἀφῆκεν οἰκίας ἢ ἀδελφοὺς ἢ ἀδελφὰς ἢ πατέρα ἢ μητέρα ἢ γυναῖκα ἢ τέκνα ἢ ἀγροὺς ἕνεκεν τοῦ ; ὀνόματός ; μου, λήμψεται ἑκατονταπλασίονα καὶ ; κληρονομήσει.¶ ζωὴν αἰώνιον
متى 20: 24 Mat.20.24
فَلَمَّا سَمِعَ الْعَشَرَةُ اغْتَاظُوا مِنْ أَجْلِ الأَخَوَيْنِ.
Καὶ ἀκούσαντες οἱ ; δέκα ἠγανάκτησαν περὶ τῶν ; δύο ; ἀδελφῶν.¶
متى 22: 25 Mat.22.25
فَكَانَ عِنْدَنَا سَبْعَةُ إِخْوَةٍ، وَتَزَوَّجَ الأَوَّلُ وَمَاتَ. وَإِذْ لَمْ يَكُنْ لَهُ نَسْلٌ تَرَكَ امْرَأَتَهُ لأَخِيهِ.
ἦσαν ; δὲ παρ᾽ ; ἡμῖν ἑπτὰ ἀδελφοί. καὶ ; γήμας ὁ ; πρῶτος ἐτελεύτησεν, καὶ μὴ ἔχων σπέρμα ἀφῆκεν τὴν ; γυναῖκα ; αὐτοῦ τῷ ; ἀδελφῷ ; αὐτοῦ·
وَيَعْقُوبَ بْنَ زَبْدِي وَيُوحَنَّا أَخَا يَعْقُوبَ، وَجَعَلَ لَهُمَا اسْمَ بُوَانَرْجِسَ أَيِ ابْنَيِ الرَّعْدِ.
καὶ ; Ἰάκωβον τὸν τοῦ ; Ζεβεδαίου καὶ ; Ἰωάννην τὸν ; ἀδελφὸν τοῦ ; Ἰακώβου, καὶ ; ἐπέθηκεν αὐτοῖς ὀνόματα Βοανηργές, ὅ ; ἐστιν υἱοὶ βροντῆς·
وَلَمْ يَدَعْ أَحَدًا يَتْبَعُهُ إِلاَّ بُطْرُسَ وَيَعْقُوبَ، وَيُوحَنَّا أَخَا يَعْقُوبَ.
καὶ ; οὐκ ἀφῆκεν οὐδένα αὐτῷ; συνακολουθῆσαι εἰ ; μὴ Πέτρον καὶ ; Ἰάκωβον καὶ ; Ἰωάννην τὸν ; ἀδελφὸν Ἰακώβου.¶
فَأَجَابَ يَسُوعُ وَقَالَ: الْحَقَّ أَقُولُ لَكُمْ: لَيْسَ أَحَدٌ تَرَكَ بَيْتًا أَوْ إِخْوَةً أَوْ أَخَوَاتٍ أَوْ أَبًا أَوْ أُمًّا أَوِ امْرَأَةً أَوْ أَوْلاَدًا أَوْ حُقُولاً، لأَجْلِي وَلأَجْلِ الإِنْجِيلِ،
Ἀποκριθεὶς ; δὲ ὁ ; Ἰησοῦς· εἶπεν ἀμὴν λέγω ὑμῖν, οὐδείς ; ἐστιν ἀφῆκεν οἰκίαν ἢ ἀδελφοὺς ἢ ἀδελφὰς ἢ πατέρα ἢ μητέρα ἢ γυναῖκα ἢ τέκνα ἢ ἀγροὺς ἕνεκεν ; ἐμοῦ καὶ ; ἕνεκεν τοῦ ; εὐαγγελίου,
إِلاَّ وَيَأْخُذُ مِئَةَ ضِعْفٍ الآنَ فِي هذَا الزَّمَانِ، بُيُوتًا وَإِخْوَةً وَأَخَوَاتٍ وَأُمَّهَاتٍ وَأَوْلاَدًا وَحُقُولاً، مَعَ اضْطِهَادَاتٍ، وَفِي الدَّهْرِ الآتِي الْحَيَاةَ الأَبَدِيَّةَ.
ἐὰν ; μὴ λάβῃ ἑκατονταπλασίονα νῦν ἐν τούτῳ τῷ ; καιρῷ οἰκίας καὶ ; ἀδελφοὺς καὶ ; ἀδελφὰς καὶ ; μητέρας καὶ ; τέκνα καὶ ; ἀγροὺς μετὰ διωγμῶν καὶ ; ἐν τῷ ; αἰῶνι τῷ ; ἐρχομένῳ ζωὴν αἰώνιον.
يَا مُعَلِّمُ، كَتَبَ لَنَا مُوسَى: إِنْ مَاتَ لأَحَدٍ أَخٌ، وَتَرَكَ امْرَأَةً وَلَمْ يُخَلِّفْ أَوْلاَدًا، أَنْ يَأْخُذَ أَخُوهُ امْرَأَتَهُ، وَيُقِيمَ نَسْلاً لأَخِيهِ.
διδάσκαλε, ἔγραψεν ἡμῖν Μωϋσῆς ὅτι ; ἐάν ἀποθάνῃ τινος ἀδελφὸς καὶ ; καταλίπῃ γυναῖκα καὶ ; μὴ ἀφῇ τέκνα ἵνα λάβῃ ὁ ; ἀδελφὸς ; αὐτοῦ τὴν ; γυναῖκα ; αὐτοῦ καὶ ; ἐξαναστήσῃ σπέρμα τῷ ; ἀδελφῷ ; αὐτοῦ.
فَكَانَ سَبْعَةُ إِخْوَةٍ. أَخَذَ الأَوَّلُ امْرَأَةً وَمَاتَ، وَلَمْ يَتْرُكْ نَسْلاً.
ἦσαν· ἑπτὰ ἀδελφοὶ καὶ ; ἔλαβεν ὁ ; πρῶτος γυναῖκα καὶ ; ἀποθνῄσκων οὐκ ἀφῆκεν σπέρμα.
وَسَيُسْلِمُ الأَخُ أَخَاهُ إِلَى الْمَوْتِ، وَالأَبُ وَلَدَهُ، وَيَقُومُ الأَوْلاَدُ عَلَى وَالِدِيهِمْ وَيَقْتُلُونَهُمْ.
παραδώσει ; δὲ ἀδελφὸς ἀδελφὸν εἰς θάνατον καὶ ; πατὴρ τέκνον, καὶ ; ἐπαναστήσονται τέκνα ἐπὶ γονεῖς καὶ ; θανατώσουσιν ; αὐτούς.
وَسَيُسْلِمُ الأَخُ أَخَاهُ إِلَى الْمَوْتِ، وَالأَبُ وَلَدَهُ، وَيَقُومُ الأَوْلاَدُ عَلَى وَالِدِيهِمْ وَيَقْتُلُونَهُمْ.
παραδώσει ; δὲ ἀδελφὸς ἀδελφὸν εἰς θάνατον καὶ ; πατὴρ τέκνον, καὶ ; ἐπαναστήσονται τέκνα ἐπὶ γονεῖς καὶ ; θανατώσουσιν ; αὐτούς.
وَفِي السَّنَةِ الْخَامِسَةِ عَشْرَةَ مِنْ سَلْطَنَةِ طِيبَارِيُوسَ قَيْصَرَ، إِذْ كَانَ بِيلاَطُسُ الْبُنْطِيُّ وَالِيًا عَلَى الْيَهُودِيَّةِ، وَهِيرُودُسُ رَئِيسَ رُبْعٍ عَلَى الْجَلِيلِ، وَفِيلُبُّسُ أَخُوهُ رَئِيسَ رُبْعٍ عَلَى إِيطُورِيَّةَ وَكُورَةِ تَرَاخُونِيتِسَ، وَلِيسَانِيُوسُ رَئِيسَ رُبْعٍ عَلَى الأَبِلِيَّةِ،
Ἐν ; δὲ ἔτει πεντεκαιδεκάτῳ τῆς ἡγεμονίας Τιβερίου Καίσαρος, Πιλάτου Ποντίου ἡγεμονεύοντος τῆς ; Ἰουδαίας καὶ ; Ἡρῴδου, τετρααρχοῦντος τῆς ; Γαλιλαίας Φιλίππου ; δὲ τοῦ ; ἀδελφοῦ αὐτοῦ ; τετρααρχοῦντος τῆς ; Ἰτουραίας καὶ ; χώρας Τραχωνίτιδος καὶ ; Λυσανίου τῆς ; τετρααρχοῦντος Ἀβιληνῆς
أَوْ كَيْفَ تَقْدِرُ أَنْ تَقُولَ لأَخِيكَ: يَا أَخِي، دَعْنِي أُخْرِجِ الْقَذَى الَّذِي فِي عَيْنِكَ، وَأَنْتَ لاَ تَنْظُرُ الْخَشَبَةَ الَّتِي فِي عَيْنِكَ. يَا مُرَائِي. أَخْرِجْ أَوَّلاً الْخَشَبَةَ مِنْ عَيْنِكَ، وَحِينَئِذٍ تُبْصِرُ جَيِّدًا أَنْ تُخْرِجَ الْقَذَى الَّذِي فِي عَيْنِ أَخِيكَ.
ἢ πῶς δύνασαι λέγειν τῷ ; ἀδελφῷ ; σου· ἀδελφέ, ἄφες ἐκβάλω τὸ ; κάρφος τὸ ἐν τῷ ; ὀφθαλμῷ ; σου, αὐτὸς οὐ βλέπων; τὴν ; δοκὸν ἐν τῷ ; ὀφθαλμῷ ; σου ὑποκριτά, ἔκβαλε πρῶτον τὴν ; δοκὸν ἐκ τοῦ ; ὀφθαλμοῦ ; σου, τότε διαβλέψεις ἐκβαλεῖν. τὸ ; κάρφος τὸ ; ἐν τῷ ; ὀφθαλμῷ τοῦ ; ἀδελφοῦ ; σου
إِنْ كَانَ أَحَدٌ يَأْتِي إِلَيَّ وَلاَ يُبْغِضُ أَبَاهُ وَأُمَّهُ وَامْرَأَتَهُ وَأَوْلاَدَهُ وَإِخْوَتَهُ حَتَّى نَفْسَهُ أَيْضًا، فَلاَ يَقْدِرُ أَنْ يَكُونَ لِي تِلْمِيذًا.
εἴ τις ἔρχεται πρός ; με καὶ ; οὐ μισεῖ τὸν ; πατέρα ; ἑαυτοῦ καὶ ; τὴν ; μητέρα καὶ ; τὴν ; γυναῖκα καὶ ; τὰ ; τέκνα καὶ ; τοὺς ; ἀδελφοὺς καὶ τὴν ; ψυχὴν ; ἑαυτοῦ, καὶ οὐ δύναται εἶναί μου μαθητής.
لأَنَّ لِي خَمْسَةَ إِخْوَةٍ، حَتَّى يَشْهَدَ لَهُمْ لِكَيْلاَ يَأْتُوا هُمْ أَيْضًا إِلَى مَوْضِعِ الْعَذَابِ هذَا.
γὰρ ἔχω πέντε ἀδελφούς· ὅπως διαμαρτύρηται αὐτοῖς ἵνα ; μὴ ἔλθωσιν αὐτοὶ καὶ εἰς τὸν ; τόπον τῆς ; βασάνου.¶ τοῦτον
فَقَالَ لَهُمُ: الْحَقَّ أَقُولُ لَكُمْ: إِنْ لَيْسَ أَحَدٌ تَرَكَ بَيْتًا أَوْ وَالِدَيْنِ أَوْ إِخْوَةً أَوِ امْرَأَةً أَوْ أَوْلاَدًا مِنْ أَجْلِ مَلَكُوتِ اللهِ،
Ὁ ; δὲ ; εἶπεν αὐτοῖς· ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι οὐδείς ; ἐστιν ἀφῆκεν οἰκίαν ἢ γονεῖς ἢ ἀδελφοὺς ἢ γυναῖκα ἢ τέκνα ἕνεκεν τῆς ; βασιλείας τοῦ ; θεοῦ,
قَائِلِيِنَ: يَا مُعَلِّمُ، كَتَبَ لَنَا مُوسَى: إِنْ مَاتَ لأَحَدٍ أَخٌ وَلَهُ امْرَأَةٌ، وَمَاتَ بِغَيْرِ وَلَدٍ، يَأْخُذُ أَخُوهُ الْمَرْأَةَ وَيُقِيمُ نَسْلاً لأَخِيهِ.
λέγοντες· διδάσκαλε, ἔγραψεν ἡμῖν· Μωϋσῆς ἐάν ἀποθάνῃ τινος ἀδελφὸς ἔχων γυναῖκα καὶ ; οὗτος ; ἀποθάνῃ ἄτεκνος ἵνα ; λάβῃ ὁ ; ἀδελφὸς ; αὐτοῦ τὴν ; γυναῖκα καὶ ; ἐξαναστήσῃ σπέρμα τῷ ; ἀδελφῷ ; αὐτοῦ.
فَكَانَ سَبْعَةُ إِخْوَةٍ. وَأَخَذَ الأَوَّلُ امْرَأَةً وَمَاتَ بِغَيْرِ وَلَدٍ،
οὖν ; ἦσαν· ἑπτὰ ἀδελφοὶ καὶ ; λαβὼν ὁ ; πρῶτος γυναῖκα ἀπέθανεν ἄτεκνος,
وَسَوْفَ تُسَلَّمُونَ مِنَ الْوَالِدِينَ وَالإِخْوَةِ وَالأَقْرِبَاءِ وَالأَصْدِقَاءِ، وَيَقْتُلُونَ مِنْكُمْ.
παραδοθήσεσθε ; δὲ καὶ ; ὑπὸ γονέων καὶ ; ἀδελφῶν καὶ ; συγγενῶν καὶ ; φίλων, καὶ ; θανατώσουσιν ἐξ ; ὑμῶν.
وَلكِنِّي طَلَبْتُ مِنْ أَجْلِكَ لِكَيْ لاَ يَفْنَى إِيمَانُكَ. وَأَنْتَ مَتَى رَجَعْتَ ثَبِّتْ إِخْوَتَكَ.
ἐγὼ ; δὲ ἐδεήθην περὶ ; σοῦ ἵνα μὴ ἐκλείπῃ ἡ ; πίστις ; σου. καὶ ; σύ ποτε ἐπιστρέψας στήρισον τοὺς ; σου. ; ἀδελφούς
كَانَ أَنْدَرَاوُسُ أَخُو سِمْعَانَ بُطْرُسَ وَاحِدًا مِنَ الاثْنَيْنِ اللَّذَيْنِ سَمِعَا يُوحَنَّا وَتَبِعَاهُ.
ἦν Ἀνδρέας ὁ ; ἀδελφὸς Σίμωνος Πέτρου εἷς ἐκ τῶν ; δύο τῶν ἀκουσάντων παρὰ ; Ἰωάννου καὶ ; ἀκολουθησάντων ; αὐτῷ.¶
قَالَ لَهُ وَاحِدٌ مِنْ تَلاَمِيذِهِ، وَهُوَ أَنْدَرَاوُسُ أَخُو سِمْعَانَ بُطْرُسَ:
Λέγει αὐτῷ εἷς ἐκ τῶν ; μαθητῶν ; αὐτοῦ, Ἀνδρέας ὁ ; ἀδελφὸς Σίμωνος Πέτρου·
وَكَانَتْ مَرْيَمُ، الَّتِي كَانَ لِعَازَرُ أَخُوهَا مَرِيضًا، هِيَ الَّتِي دَهَنَتِ الرَّبَّ بِطِيبٍ، وَمَسَحَتْ رِجْلَيْهِ بِشَعْرِهَا.
ἦν ; δὲ Μαριὰμ ἧς Λάζαρος ὁ ; ἀδελφὸς ἠσθένει. ἡ ἀλείψασα τὸν ; κύριον μύρῳ καὶ ; ἐκμάξασα τοὺς ; πόδας ; αὐτοῦ ταῖς ; θριξὶν ; αὐτῆς,