ك
إصحاح
G79
G80. adelphós
G81
المعنى المختصر للكلمة
adelphós: a brother (literally or figuratively) near or remote (much like )
اللفظ الأصلي ἀδελφός
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق adelphós (ad-el-fos)
تكرار الورود في الكتاب 222 مرة في الكتاب
المعنى والشرح المفصل

a brother (literally or figuratively) near or remote (much like )

الإنجليزية — KJV Translation Tags
brother

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

ἀδελφοί, (66×) ἀδελφὸς (11×) ὁ ; ἀδελφὸς (10×) ἀδελφοὶ (9×) τοὺς ; ἀδελφοὺς (9×) ἀδελφοὺς (7×) οἱ ; ἀδελφοὶ (7×) Ἀδελφοί, (6×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (222 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
أَخِيرًا أَيُّهَا الإِخْوَةُ صَلُّوا لأَجْلِنَا، لِكَيْ تَجْرِيَ كَلِمَةُ الرَّبِّ وَتَتَمَجَّدَ، كَمَا عِنْدَكُمْ أَيْضًا،
Τὸ ; λοιπόν, ἀδελφοί, προσεύχεσθε, περὶ ; ἡμῶν, ἵνα τρέχῃ ὁ ; λόγος τοῦ ; κυρίου καὶ ; δοξάζηται καθὼς πρὸς ; ὑμᾶς καὶ
ثُمَّ نُوصِيكُمْ أَيُّهَا الإِخْوَةُ، بِاسْمِ رَبِّنَا يَسُوعَ الْمَسِيحِ، أَنْ تَتَجَنَّبُوا كُلَّ أَخٍ يَسْلُكُ بِلاَ تَرْتِيبٍ، وَلَيْسَ حَسَبَ التَّعْلِيمِ الَّذِي أَخَذَهُ مِنَّا.
δὲ Παραγγέλλομεν ; ὑμῖν, ἀδελφοί, ὀνόματι ; ἐν τοῦ ; κυρίου ; ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, στέλλεσθαι ; ὑμᾶς ἀπὸ ; παντὸς ἀδελφοῦ περιπατοῦντος ἀτάκτως καὶ ; μὴ κατὰ τὴν ; παράδοσιν ἣν παρέλαβεν παρ᾽ ; ἡμῶν.
ثُمَّ نُوصِيكُمْ أَيُّهَا الإِخْوَةُ، بِاسْمِ رَبِّنَا يَسُوعَ الْمَسِيحِ، أَنْ تَتَجَنَّبُوا كُلَّ أَخٍ يَسْلُكُ بِلاَ تَرْتِيبٍ، وَلَيْسَ حَسَبَ التَّعْلِيمِ الَّذِي أَخَذَهُ مِنَّا.
δὲ Παραγγέλλομεν ; ὑμῖν, ἀδελφοί, ὀνόματι ; ἐν τοῦ ; κυρίου ; ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, στέλλεσθαι ; ὑμᾶς ἀπὸ ; παντὸς ἀδελφοῦ περιπατοῦντος ἀτάκτως καὶ ; μὴ κατὰ τὴν ; παράδοσιν ἣν παρέλαβεν παρ᾽ ; ἡμῶν.
أَمَّا أَنْتُمْ أَيُّهَا الإِخْوَةُ فَلاَ تَفْشَلُوا فِي عَمَلِ الْخَيْرِ.
δέ, ὑμεῖς ἀδελφοί, μὴ ἐγκακήσητε καλοποιοῦντες.¶
وَلكِنْ لاَ تَحْسِبُوهُ كَعَدُوٍّ، بَلْ أَنْذِرُوهُ كَأَخٍ.
καὶ μὴ ἡγεῖσθε, ὡς ; ἐχθρὸν ἀλλὰ νουθετεῖτε ὡς ; ἀδελφόν.¶
إِنْ فَكَّرْتَ الإِخْوَةَ بِهذَا، تَكُونُ خَادِمًا صَالِحًا لِيَسُوعَ الْمَسِيحِ، مُتَرَبِّيًا بِكَلاَمِ الإِيمَانِ وَالتَّعْلِيمِ الْحَسَنِ الَّذِي تَتَبَّعْتَهُ.
ὑποτιθέμενος τοῖς ; ἀδελφοῖς Ταῦτα ἔσῃ διάκονος καλὸς Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐντρεφόμενος τοῖς ; λόγοις τῆς ; πίστεως καὶ ; τῆς ; διδασκαλίας καλῆς ᾗ παρηκολούθηκας·
لاَ تَزْجُرْ شَيْخًا بَلْ عِظْهُ كَأَبٍ، وَالأَحْدَاثَ كَإِخْوَةٍ،
μὴ ἐπιπλήξῃς Πρεσβυτέρῳ ἀλλὰ παρακάλει ὡς ; πατέρα, νεωτέρους ὡς ; ἀδελφούς,
وَالَّذِينَ لَهُمْ سَادَةٌ مُؤْمِنُونَ، لاَ يَسْتَهِينُوا بِهِمْ لأَنَّهُمْ إِخْوَةٌ، بَلْ لِيَخْدِمُوهُمْ لأَنَّ الَّذِينَ يَتَشَارَكُونَ فِي الْفَائِدَةِ، هُمْ مُؤْمِنُونَ وَمَحْبُوبُونَ. عَلِّمْ وَعِظْ بِهذَا.
οἱ ; δὲ ἔχοντες δεσπότας πιστοὺς μὴ καταφρονείτωσαν, ὅτι ; εἰσιν· ἀδελφοί ἀλλὰ ; μᾶλλον δουλευέτωσαν, ὅτι ἀντιλαμβανόμενοι.¶ τῆς ; εὐεργεσίας εἰσιν πιστοί καὶ ; ἀγαπητοὶ δίδασκε καὶ ; παρακάλει. Ταῦτα
بَادِرْ أَنْ تَجِيءَ قَبْلَ الشِّتَاءِ. يُسَلِّمُ عَلَيْكَ أَفْبُولُسُ وَبُودِيسُ وَلِينُسُ وَكَلاَفَِدِيَّةُ وَالإِخْوَةُ جَمِيعًا.
Σπούδασον ἐλθεῖν.¶ πρὸ χειμῶνος Ἀσπάζεταί σε Εὔβουλος καὶ ; Πούδης καὶ ; Λίνος καὶ ; Κλαυδία καὶ ; οἱ ; ἀδελφοὶ πάντες.¶
بُولُسُ، أَسِيرُ يَسُوعَ الْمَسِيحِ، وَتِيمُوثَاوُسُ الأَخُ، إِلَى فِلِيمُونَ الْمَحْبُوبِ وَالْعَامِلِ مَعَنَا،
Παῦλος δέσμιος Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ ; Τιμόθεος ὁ ; ἀδελφὸς Φιλήμονι τῷ ; ἀγαπητῷ καὶ ; συνεργῷ ; ἡμῶν
لأَنَّ لَنَا فَرَحًا كَثِيرًا وَتَعْزِيَةً بِسَبَبِ مَحَبَّتِكَ، لأَنَّ أَحْشَاءَ الْقِدِّيسِينَ قَدِ اسْتَرَاحَتْ بِكَ أَيُّهَا الأَخُ.
γὰρ ἔχομεν Χάριν πολλὴν καὶ ; παράκλησιν ἐπὶ τῇ ; ἀγάπῃ ; σου, ὅτι τὰ ; σπλάγχνα τῶν ; ἁγίων ἀναπέπαυται διὰ ; σοῦ, ἀδελφέ.¶
لاَ كَعَبْدٍ فِي مَا بَعْدُ، بَلْ أَفْضَلَ مِنْ عَبْدٍ: أَخًا مَحْبُوبًا، وَلاَ سِيَّمَا إِلَيَّ، فَكَمْ بِالْحَرِيِّ إِلَيْكَ فِي الْجَسَدِ وَالرَّبِّ
ὡς ; δοῦλον οὐκέτι ἀλλ᾽ ὑπὲρ δοῦλον, ἀδελφὸν ἀγαπητόν, μάλιστα ἐμοί, πόσῳ δὲ ; μᾶλλον σοὶ ἐν σαρκὶ καὶ ; ἐν ; κυρίῳ;
نَعَمْ أَيُّهَا الأَخُ، لِيَكُنْ لِي فَرَحٌ بِكَ فِي الرَّبِّ. أَرِحْ أَحْشَائِي فِي الرَّبِّ.
ναί, ἀδελφέ, ἐγώ ὀναίμην σου ἐν κυρίῳ· ἀνάπαυσόν μου ; τὰ ; σπλάγχνα ἐν κυρίῳ
لأَنَّ الْمُقَدِّسَ وَالْمُقَدَّسِينَ جَمِيعَهُمْ مِنْ وَاحِدٍ، فَلِهذَا السَّبَبِ لاَ يَسْتَحِي أَنْ يَدْعُوَهُمْ إِخْوَةً،
γὰρ ὅ ; ἁγιάζων καὶ ; οἱ ; ἁγιαζόμενοι πάντες· ἐξ ἑνὸς δι᾽ ; ἣν αἰτίαν οὐκ ἐπαισχύνεται αὐτοὺς ; καλεῖν ἀδελφοὺς
مِنْ ثَمَّ كَانَ يَنْبَغِي أَنْ يُشْبِهَ إِخْوَتَهُ فِي كُلِّ شَيْءٍ، لِكَيْ يَكُونَ رَحِيمًا، وَرَئِيسَ كَهَنَةٍ أَمِينًا فِي مَا ِللهِ حَتَّى يُكَفِّرَ خَطَايَا الشَّعْبِ.
ὅθεν ὤφειλεν ὁμοιωθῆναι, τοῖς ; ἀδελφοῖς κατὰ πάντα ἵνα γένηται ἐλεήμων καὶ ; ἀρχιερεὺς πιστὸς τὰ πρὸς τὸν ; θεὸν εἰς τὸ ; ἱλάσκεσθαι τὰς ; ἁμαρτίας τοῦ ; λαοῦ.
مِنْ ثَمَّ أَيُّهَا الإِخْوَةُ الْقِدِّيسُونَ، شُرَكَاءُ الدَّعْوَةِ السَّمَاوِيَّةِ، لاَحِظُوا رَسُولَ اعْتِرَافِنَا وَرَئِيسَ كَهَنَتِهِ الْمَسِيحَ يَسُوعَ،
Ὅθεν, ἀδελφοὶ ἅγιοι, μέτοχοι, κλήσεως ἐπουρανίου κατανοήσατε τὸν ; ἀπόστολον τῆς ; ὁμολογίας ; ἡμῶν καὶ ; ἀρχιερέα Χριστόν Ἰησοῦν
اُنْظُرُوا أَيُّهَا الإِخْوَةُ أَنْ لاَ يَكُونَ فِي أَحَدِكُمْ قَلْبٌ شِرِّيرٌ بِعَدَمِ إِيمَانٍ فِي الارْتِدَادِ عَنِ اللهِ الْحَيِّ.
Βλέπετε, ἀδελφοί, μήποτε ἔσται ἔν τινι ; ὑμῶν καρδία πονηρὰ ἀπιστίας ἐν τῷ ; ἀποστῆναι ἀπὸ θεοῦ ζῶντος·
فَإِذْ لَنَا أَيُّهَا الإِخْوَةُ ثِقَةٌ بِالدُّخُولِ إِلَى الأَقْدَاسِ بِدَمِ يَسُوعَ،
οὖν, Ἔχοντες ἀδελφοί, παρρησίαν τὴν ; εἴσοδον τῶν ἁγίων ἐν ; τῷ ; αἵματι Ἰησοῦ,
وَأَطْلُبُ إِلَيْكُمْ أَيُّهَا الإِخْوَةُ أَنْ تَحْتَمِلُوا كَلِمَةَ الْوَعْظِ، لأَنِّي بِكَلِمَاتٍ قَلِيلَةٍ كَتَبْتُ إِلَيْكُمْ.
Παρακαλῶ ; δὲ ὑμᾶς, ἀδελφοί, ἀνέχεσθε τοῦ ; λόγου τῆς ; παρακλήσεως· καὶ ; γὰρ διὰ ; βραχέων ἐπέστειλα ὑμῖν.¶
اِعْلَمُوا أَنَّهُ قَدْ أُطْلِقَ الأَخُ تِيمُوثَاوُسُ، الَّذِي مَعَهُ سَوْفَ أَرَاكُمْ، إِنْ أَتَى سَرِيعًا.
Γινώσκετε ἀπολελυμένον τὸν ; ἀδελφὸν Τιμόθεον οὗ, μεθ᾽ ὄψομαι ; ὑμᾶς.¶ ἐὰν ἔρχηται, τάχιον
وَلْيَفْتَخِرِ الأَخُ الْمُتَّضِعُ بِارْتِفَاعِهِ،
καυχάσθω ; δὲ ὁ ; ἀδελφὸς ὁ ; ταπεινὸς ἐν ; τῷ ; ὕψει ; αὐτοῦ,
إِنْ كَانَ أَخٌ وَأُخْتٌ عُرْيَانَيْنِ وَمُعْتَازَيْنِ لِلْقُوتِ الْيَوْمِيِّ،
ἐὰν ; δὲ ἀδελφὸς ἀδελφὴ γυμνοὶ ; ὑπάρχωσιν καὶ ; λειπόμενοι τροφῆς, τῆς ; ἐφημέρου
لاَ يَذُمَّ بَعْضُكُمْ بَعْضًا أَيُّهَا الإِخْوَةُ. الَّذِي يَذُمُّ أَخَاهُ وَيَدِينُ أَخَاهُ يَذُمُّ النَّامُوسَ وَيَدِينُ النَّامُوسَ. وَإِنْ كُنْتَ تَدِينُ النَّامُوسَ، فَلَسْتَ عَامِلاً بِالنَّامُوسِ، بَلْ دَيَّانًا
Μὴ καταλαλεῖτε ἀλλήλων, ἀδελφοί· ὁ καταλαλῶν ἀδελφοῦ καὶ; κρίνων τὸν ; αὐτοῦ ; ἀδελφὸν καταλαλεῖ νόμου καὶ ; κρίνει νόμον· εἰ ; δὲ κρίνεις, νόμον οὐκ ; εἶ ποιητὴς νόμου ἀλλὰ κριτής.
لاَ يَذُمَّ بَعْضُكُمْ بَعْضًا أَيُّهَا الإِخْوَةُ. الَّذِي يَذُمُّ أَخَاهُ وَيَدِينُ أَخَاهُ يَذُمُّ النَّامُوسَ وَيَدِينُ النَّامُوسَ. وَإِنْ كُنْتَ تَدِينُ النَّامُوسَ، فَلَسْتَ عَامِلاً بِالنَّامُوسِ، بَلْ دَيَّانًا
Μὴ καταλαλεῖτε ἀλλήλων, ἀδελφοί· ὁ καταλαλῶν ἀδελφοῦ καὶ; κρίνων τὸν ; αὐτοῦ ; ἀδελφὸν καταλαλεῖ νόμου καὶ ; κρίνει νόμον· εἰ ; δὲ κρίνεις, νόμον οὐκ ; εἶ ποιητὴς νόμου ἀλλὰ κριτής.
لاَ يَذُمَّ بَعْضُكُمْ بَعْضًا أَيُّهَا الإِخْوَةُ. الَّذِي يَذُمُّ أَخَاهُ وَيَدِينُ أَخَاهُ يَذُمُّ النَّامُوسَ وَيَدِينُ النَّامُوسَ. وَإِنْ كُنْتَ تَدِينُ النَّامُوسَ، فَلَسْتَ عَامِلاً بِالنَّامُوسِ، بَلْ دَيَّانًا
Μὴ καταλαλεῖτε ἀλλήλων, ἀδελφοί· ὁ καταλαλῶν ἀδελφοῦ καὶ; κρίνων τὸν ; αὐτοῦ ; ἀδελφὸν καταλαλεῖ νόμου καὶ ; κρίνει νόμον· εἰ ; δὲ κρίνεις, νόμον οὐκ ; εἶ ποιητὴς νόμου ἀλλὰ κριτής.
فَتَأَنَّوْا أَيُّهَا الإِخْوَةُ إِلَى مَجِيءِ الرَّبِّ. هُوَذَا الْفَّلاَحُ يَنْتَظِرُ ثَمَرَ الأَرْضِ الثَّمِينَ، مُتَأَنِّيًا عَلَيْهِ حَتَّى يَنَالَ الْمَطَرَ الْمُبَكِّرَ وَالْمُتَأَخِّرَ.
Μακροθυμήσατε ; οὖν, ἀδελφοί, ἕως τῆς ; παρουσίας τοῦ ; κυρίου. ἰδοὺ ὁ ; γεωργὸς ἐκδέχεται τὸν ; καρπὸν τῆς ; γῆς τίμιον μακροθυμῶν ἐπ᾽ ; αὐτῷ ἕως ; ἂν λάβῃ ὑετὸν πρόϊμον καὶ ; ὄψιμον·
لاَ يَئِنَّ بَعْضُكُمْ عَلَى بَعْضٍ أَيُّهَا الإِخْوَةُ لِئَلاَّ تُدَانُوا. هُوَذَا الدَّيَّانُ وَاقِفٌ قُدَّامَ الْبَابِ.
μὴ στενάζετε, ἀλλήλων, ; κατ᾽ ἀδελφοί, ἵνα ; μὴ κατακριθῆτε ἰδοὺ ὁ ; κριτὴς ἕστηκεν. πρὸ τῶν ; θυρῶν
أَيُّهَا الإِخْوَةُ، إِنْ ضَلَّ أَحَدٌ بَيْنَكُمْ عَنِ الْحَقِّ فَرَدَّهُ أَحَدٌ،
Ἀδελφοί ἐάν πλανηθῇ τις ἐν ; ὑμῖν ἀπὸ τῆς ; ἀληθείας καὶ ; ἐπιστρέψῃ ; αὐτόν, τις
بِيَدِ سِلْوَانُسَ الأَخِ الأَمِينِ، كَمَا أَظُنُّ كَتَبْتُ بِكَلِمَاتٍ قَلِيلَةٍ وَاعِظًا وَشَاهِدًا، أَنَّ هذِهِ هِيَ نِعْمَةُ اللهِ الْحَقِيقِيَّةُ الَّتِي فِيهَا تَقُومُونَ.
Διὰ Σιλουανοῦ ἀδελφοῦ, τοῦ ; πιστοῦ ὡς λογίζομαι, ἔγραψα δι᾽ ; ὀλίγων παρακαλῶν καὶ ; ἐπιμαρτυρῶν ταύτην εἶναι χάριν τοῦ ; θεοῦ, ἀληθῆ ἣν ; εἰς ἑστήκατε
لِذلِكَ بِالأَكْثَرِ اجْتَهِدُوا أَيُّهَا الإِخْوَةُ أَنْ تَجْعَلُوا دَعْوَتَكُمْ وَاخْتِيَارَكُمْ ثَابِتَيْنِ. لأَنَّكُمْ إِذَا فَعَلْتُمْ ذلِكَ، لَنْ تَزِلُّوا أَبَدًا.
διὸ μᾶλλον, σπουδάσατε ἀδελφοί, ποιεῖσθαι· ὑμῶν ; κλῆσιν ; τὴν καὶ ; ἐκλογὴν βεβαίαν γὰρ ποιοῦντες ταῦτα οὐ ; μὴ πταίσητέ ποτε.