ك
إصحاح
G79
G80. adelphós
G81
المعنى المختصر للكلمة
adelphós: a brother (literally or figuratively) near or remote (much like )
اللفظ الأصلي ἀδελφός
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق adelphós (ad-el-fos)
تكرار الورود في الكتاب 222 مرة في الكتاب
المعنى والشرح المفصل

a brother (literally or figuratively) near or remote (much like )

الإنجليزية — KJV Translation Tags
brother

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

ἀδελφοί, (66×) ἀδελφὸς (11×) ὁ ; ἀδελφὸς (10×) ἀδελφοὶ (9×) τοὺς ; ἀδελφοὺς (9×) ἀδελφοὺς (7×) οἱ ; ἀδελφοὶ (7×) Ἀδελφοί, (6×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (222 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
فَمَرْيَمُ لَمَّا أَتَتْ إِلَى حَيْثُ كَانَ يَسُوعُ وَرَأَتْهُ، خَرَّتْ عِنْدَ رِجْلَيْهِ قَائِلَةً لَهُ: يَا سَيِّدُ، لَوْ كُنْتَ ههُنَا لَمْ يَمُتْ أَخِي..
ἡ ; οὖν ; Μαριὰμ ὡς ἦλθεν ὅπου ἦν ὁ ; Ἰησοῦς, ἰδοῦσα ; αὐτὸν ἔπεσεν εἰς αὐτοῦ ; τοὺς ; πόδας λέγουσα αὐτῷ· κύριε, εἰ ἦς ὧδε, οὐκ ἄν ; ἀπέθανεν μου ; ὁ ; ἀδελφός.
فَذَاعَ هذَا الْقَوْلُ بَيْنَ الإِخْوَةِ: إِنَّ ذلِكَ التِّلْمِيذَ لاَ يَمُوتُ. وَلكِنْ لَمْ يَقُلْ لَهُ يَسُوعُ إِنَّهُ لاَ يَمُوتُ، بَلْ: إِنْ كُنْتُ أَشَاءُ أَنَّهُ يَبْقَى حَتَّى أَجِيءَ، فَمَاذَا لَكَ..
Ἐξῆλθεν ; οὖν οὗτος ὁ ; λόγος εἰς τοὺς ; ἀδελφοὺς ὅτι ἐκεῖνος ὁ ; μαθητὴς οὐκ ἀποθνῄσκει· καὶ ; δὲ οὐκ εἶπεν αὐτῷ ὁ ; Ἰησοῦς ὅτι οὐκ ἀποθνῄσκει, ἀλλ᾽ ἐὰν θέλω αὐτὸν μένειν ἕως ἔρχομαι, τί πρὸς ; σέ;
أَيُّهَا الرِّجَالُ الإِخْوَةُ، كَانَ يَنْبَغِي أَنْ يَتِمَّ هذَا الْمَكْتُوبُ الَّذِي الرُّوحُ الْقُدُسُ فَقَالَهُ بِفَمِ دَاوُدَ، عَنْ يَهُوذَا الَّذِي صَارَ دَلِيلاً لِلَّذِينَ قَبَضُوا عَلَى يَسُوعَ،
ἄνδρες ἀδελφοί, ἔδει πληρωθῆναι ταύτην τὴν ; γραφὴν ἣν τὸ ; πνεῦμα τὸ ; ἅγιον προεῖπεν διὰ ; στόματος Δαυὶδ περὶ Ἰούδα τοῦ γενομένου ὁδηγοῦ τοῖς συλλαβοῦσιν τὸν ; Ἰησοῦν·
أَيُّهَا الرِّجَالُ الإِخْوَةُ، يَسُوغُ أَنْ يُقَالَ لَكُمْ جِهَارًا عَنْ رَئِيسِ الآبَاءِ دَاوُدَ إِنَّهُ مَاتَ وَدُفِنَ، وَقَبْرُهُ عِنْدَنَا حَتَّى هذَا الْيَوْمِ.
Ἄνδρες ἀδελφοί, ἐξὸν εἰπεῖν πρὸς ; ὑμᾶς μετὰ ; παρρησίας περὶ τοῦ ; πατριάρχου Δαυὶδ ὅτι καὶ ; ἐτελεύτησεν καὶ ; ἐτάφη καὶ ; τὸ ; μνῆμα ; αὐτοῦ ἔστιν ; ἐν ; ἡμῖν ἄχρι ταύτης. τῆς ; ἡμέρας
فَلَمَّا سَمِعُوا نُخِسُوا فِي قُلُوبِهِمْ، وَقَالُوا لِبُطْرُسَ وَلِسَائِرَ الرُّسُلِ: مَاذَا نَصْنَعُ أَيُّهَا الرِّجَالُ الإِخْوَةُ.
δὲ Ἀκούσαντες κατενύγησαν τῇ; καρδίᾳ εἶπόν ; τε πρὸς ; τὸν ; Πέτρον καὶ ; τοὺς ; λοιποὺς ἀποστόλους· τί ποιήσομεν ἄνδρες ἀδελφοί;
وَالآنَ أَيُّهَا الإِخْوَةُ، أَنَا أَعْلَمُ أَنَّكُمْ بِجَهَالَةٍ عَمِلْتُمْ، كَمَا رُؤَسَاؤُكُمْ أَيْضًا.
καὶ ; νῦν, ἀδελφοί, οἶδα ὅτι κατὰ ; ἄγνοιαν ἐπράξατε, ὥσπερ οἱ ; ἄρχοντες ; ὑμῶν· καὶ
فَانْتَخِبُوا أَيُّهَا الإِخْوَةُ سَبْعَةَ رِجَال مِنْكُمْ، مَشْهُودًا لَهُمْ وَمَمْلُوِّينَ مِنَ الرُّوحِ الْقُدُسِ وَحِكْمَةٍ، فَنُقِيمَهُمْ عَلَى هذِهِ الْحَاجَةِ.
οὖν; ἐπισκέψασθε ἀδελφοί, ἑπτὰ ἄνδρας ἐξ ; ὑμῶν μαρτυρουμένους πλήρεις πνεύματος ἁγίου σοφίας οὓς ; καταστήσομεν ἐπὶ ταύτης· τῆς ; χρείας
فَقَالَ: أَيُّهَا الرِّجَالُ الإِخْوَةُ وَالآبَاءُ، اسْمَعُوا. ظَهَرَ إِلهُ الْمَجْدِ لأَبِينَا إِبْرَاهِيمَ وَهُوَ فِي مَا بَيْنَ النَّهْرَيْنِ، قَبْلَمَا سَكَنَ فِي حَارَانَ
ἔφη· ; δὲ ὁ ; ἄνδρες ἀδελφοὶ καὶ ; πατέρες, ἀκούσατε. ὤφθη ὁ ; θεὸς τῆς ; δόξης τῷ ; πατρὶ ; ἡμῶν Ἀβραὰμ ὄντι ἐν τῇ ; Μεσοποταμίᾳ πρὶν ; ἢ κατοικῆσαι ; αὐτὸν ἐν Χαρράν,
فَمَضَى حَنَانِيَّا وَدَخَلَ الْبَيْتَ وَوَضَعَ عَلَيْهِ يَدَيْهِ وَقَالَ: أَيُّهَا الأَخُ شَاوُلُ، قَدْ أَرْسَلَنِي الرَّبُّ يَسُوعُ الَّذِي ظَهَرَ لَكَ فِي الطَّرِيقِ الَّذِي جِئْتَ فِيهِ، لِكَيْ تُبْصِرَ وَتَمْتَلِئَ مِنَ الرُّوحِ الْقُدُسِ.
Ἀπῆλθεν ; δὲ Ἁνανίας καὶ ; εἰσῆλθεν εἰς ; τὴν ; οἰκίαν, καὶ ; ἐπιθεὶς ἐπ᾽ ; αὐτὸν τὰς ; χεῖρας εἶπεν· ἀδελφέ, Σαοὺλ ἀπέσταλκέν ; με, ὁ ; κύριος Ἰησοῦς ὁ ; ὀφθείς σοι ἐν τῇ ; ὁδῷ ᾗ ἤρχου, ὅπως ἀναβλέψῃς καὶ ; πλησθῇς πνεύματος ἁγίου.
فَلَمَّا عَلِمَ الإِخْوَةُ أَحْدَرُوهُ إِلَى قَيْصَرِيَّةَ وَأَرْسَلُوهُ إِلَى طَرْسُوسَ.
ἐπιγνόντες ; δὲ οἱ ; ἀδελφοὶ κατήγαγον ; αὐτὸν εἰς Καισάρειαν καὶ ; ἐξαπέστειλαν ; αὐτὸν εἰς Ταρσόν.¶
فَدَعَاهُمْ إِلَى دَاخِل وَأَضَافَهُمْ. ثُمَّ فِي الْغَدِ خَرَجَ بُطْرُسُ مَعَهُمْ، وَأُنَاسٌ مِنَ الإِخْوَةِ الَّذِينَ مِنْ يَافَا رَافَقُوهُ.
εἰσκαλεσάμενος ; οὖν ; αὐτοὺς ἐξένισεν. δὲ τῇ ἐπαύριον ἐξῆλθεν ὁ ; Πέτρος σὺν ; αὐτοῖς, καί ; τινες τῶν ἀδελφῶν τῶν ἀπὸ τὴς ; Ἰόππης συνῆλθον ; αὐτῷ.
فَسَمِعَ الرُّسُلُ وَالإِخْوَةُ الَّذِينَ كَانُوا فِي الْيَهُودِيَّةِ أَنَّ الأُمَمَ أَيْضًا قَبِلُوا كَلِمَةَ اللهِ.
Ἤκουσαν ; δὲ οἱ ; ἀπόστολοι καὶ ; οἱ ; ἀδελφοὶ οἱ ὄντες κατὰ τὴν ; Ἰουδαίαν ὅτι τὰ ; ἔθνη καὶ ἐδέξαντο τὸν ; λόγον τοῦ ; θεοῦ.¶
فَقَالَ لِي الرُّوحُ أَنْ أَذْهَبَ مَعَهُمْ غَيْرَ مُرْتَابٍ فِي شَيْءٍ. وَذَهَبَ مَعِي أَيْضًا هؤُلاَءِ الإِخْوَةُ السِّتَّةُ. فَدَخَلْنَا بَيْتَ الرَّجُلِ،
εἶπεν ; δὲ μοι τὸ ; πνεῦμά συνελθεῖν αὐτοῖς μηδὲν διακρινόμενον ἦλθον ; δὲ σὺν ; ἐμοὶ καὶ οἱ ; οὗτοι, ἀδελφοὶ ἓξ εἰσήλθομεν ; καὶ τὸν ; οἶκον τοῦ ; ἀνδρός.
فَحَتَمَ التَّلاَمِيذُ حَسْبَمَا تَيَسَّرَ لِكُلّ مِنْهُمْ أَنْ يُرْسِلَ كُلُّ وَاحِدٍ شَيْئًا، خِدْمَةً إِلَى الإِخْوَةِ السَّاكِنِينَ فِي الْيَهُودِيَّةِ.
δὲ ; ὥρισαν τῶν ; μαθητῶν καθὼς εὐπορεῖτό ; τις, αὐτῶν πέμψαι ἕκαστος εἰς ; διακονίαν τοῖς ἀδελφοῖς· κατοικοῦσιν ἐν τῇ ; Ἰουδαίᾳ
فَقَتَلَ يَعْقُوبَ أَخَا يُوحَنَّا بِالسَّيْفِ.
ἀνεῖλεν ; δὲ Ἰάκωβον τὸν ; ἀδελφὸν Ἰωάννου μαχαίρῃ.
فَأَشَارَ إِلَيْهِمْ بِيَدِهِ لِيَسْكُتُوا، وَحَدَّثَهُمْ كَيْفَ أَخْرَجَهُ الرَّبُّ مِنَ السِّجْنِ. وَقَالَ: أَخْبِرُوا يَعْقُوبَ وَالإِخْوَةَ بِهذَا. ثُمَّ خَرَجَ وَذَهَبَ إِلَى مَوْضِعٍ آخَرَ.
κατασείσας ; δὲ αὐτοῖς τῇ ; χειρὶ σιγᾶν, διηγήσατο ; αὐτοῖς πῶς αὐτὸν ; ἐξήγαγεν ὁ ; κύριος ἐκ τῆς ; φυλακῆς· εἶπέν δέ; ἀπαγγείλατε Ἰακώβῳ καὶ ; τοῖς ; ἀδελφοῖς ταῦτα. καὶ ἐξελθὼν ἐπορεύθη εἰς τόπον.¶ ἕτερον
وَبَعْدَ قِرَاءَةِ النَّامُوسِ وَالأَنْبِيَاءِ، أَرْسَلَ إِلَيْهِمْ رُؤَسَاءُ الْمَجْمَعِ قَائِلِينَ: أَيُّهَا الرِّجَالُ الإِخْوَةُ، إِنْ كَانَتْ عِنْدَكُمْ كَلِمَةُ وَعْظٍ لِلشَّعْبِ فَقُولُوا.
μετὰ ; δὲ τὴν ; ἀνάγνωσιν τοῦ ; νόμου καὶ ; τῶν ; προφητῶν ἀπέστειλαν πρὸς ; αὐτοὺς οἱ ; ἀρχισυνάγωγοι λέγοντες· ἄνδρες ἀδελφοί, εἴ ; τίς ἐστιν ἐν ; ὑμῖν λόγος παρακλήσεως πρὸς ; τὸν ; λαόν, λέγετε.¶
أَيُّهَا الرِّجَالُ الإِخْوَةُ بَنِي جِنْسِ إِبْرَاهِيمَ، وَالَّذِينَ بَيْنَكُمْ يَتَّقُونَ اللهَ، إِلَيْكُمْ أُرْسِلَتْ كَلِمَةُ هذَا الْخَلاَصِ.
Ἄνδρες ἀδελφοί, υἱοὶ γένους Ἀβραὰμ καὶ ; οἱ ἐν ; ὑμῖν φοβούμενοι τὸν ; θεόν, ὑμῖν ἀπεστάλη ὁ ; λόγος ταύτης τῆς ; σωτηρίας
فَلْيَكُنْ مَعْلُومًا عِنْدَكُمْ أَيُّهَا الرِّجَالُ الإِخْوَةُ، أَنَّهُ بِهذَا يُنَادَى لَكُمْ بِغُفْرَانِ الْخَطَايَا،
οὖν ; ἔστω Γνωστὸν ὑμῖν, ἄνδρες ἀδελφοί, ὅτι διὰ ; τούτου καταγγέλλεται· ὑμῖν ἄφεσις ἁμαρτιῶν
وَلكِنَّ الْيَهُودَ غَيْرَ الْمُؤْمِنِينَ غَرُّوا وَأَفْسَدُوا نُفُوسَ الأُمَمِ عَلَى الإِخْوَةِ.
δὲ οἱ ; Ἰουδαῖοι ἀπειθοῦντες ἐπήγειραν καὶ ; ἐκάκωσαν τὰς ; ψυχὰς τῶν ; ἐθνῶν κατὰ τῶν ; ἀδελφῶν.¶
وَانْحَدَرَ قَوْمٌ مِنَ الْيَهُودِيَّةِ، وَجَعَلُوا يُعَلِّمُونَ الإِخْوَةَ أَنَّهُ إِنْ لَمْ تَخْتَتِنُوا حَسَبَ عَادَةِ مُوسَى، لاَ يُمْكِنُكُمْ أَنْ تَخْلُصُوا.
Καί ; κατελθόντες τινες ἀπὸ τῆς ; Ἰουδαίας ἐδίδασκον τοὺς ; ἀδελφοὺς ὅτι ἐὰν ; μὴ περιτέμνησθε τῷ ἔθει Μωϋσέως, οὐ δύνασθε σωθῆναι.
فَهؤُلاَءِ بَعْدَ مَا شَيَّعَتْهُمُ الْكَنِيسَةُ اجْتَازُوا فِي فِينِيقِيَةَ وَالسَّامِرَةِ يُخْبِرُونَهُمْ بِرُجُوعِ الأُمَمِ، وَكَانُوا يُسَبِّبُونَ سُرُورًا عَظِيمًا لِجَمِيعِ الإِخْوَةِ.
Οἱ ; μὲν ; οὖν προπεμφθέντες ὑπὸ ; τῆς ; ἐκκλησίας διήρχοντο τήν ; Φοινίκην καὶ ; Σαμάρειαν ἐκδιηγούμενοι ἐπιστροφὴν ; τὴν ἐθνῶν ; τῶν καὶ ; ἐποίουν χαρὰν μεγάλην πᾶσιν τοῖς ; ἀδελφοῖς.
فَبَعْدَ مَا حَصَلَتْ مُبَاحَثَةٌ كَثِيرَةٌ قَامَ بُطْرُسُ وَقَالَ لَهُمْ: أَيُّهَا الرِّجَالُ الإِخْوَةُ، أَنْتُمْ تَعْلَمُونَ أَنَّهُ مُنْذُ أَيَّامٍ قَدِيمَةٍ اخْتَارَ اللهُ بَيْنَنَا أَنَّهُ بِفَمِي يَسْمَعُ الأُمَمُ كَلِمَةَ الإِنْجِيلِ وَيُؤْمِنُونَ.
γενομένης, ; δὲ συζητήσεως πολλῆς ἀναστὰς Πέτρος εἶπεν πρὸς ; αὐτούς· ἄνδρες ἀδελφοί, ὑμεῖς ἐπίστασθε ὅτι ἀφ᾽ ἡμερῶν ἀρχαίων ἐξελέξατο ὁ ; θεὸς ἐν ; ἡμῖν διὰ τοῦ ; στόματός ; μου ἀκοῦσαι τὰ ; ἔθνη τὸν ; λόγον τοῦ ; εὐαγγελίου καὶ ; πιστεῦσαι.
وَبَعْدَمَا سَكَتَا أَجَابَ يَعْقُوبُ قِائِلاً: أَيُّهَا الرِّجَالُ الإِخْوَةُ، اسْمَعُونِي.
Μετὰ ; δὲ τὸ ; σιγῆσαι αὐτοὺς ; ἀπεκρίθη Ἰάκωβος λέγων· ἄνδρες ἀδελφοί, ἀκούσατέ ; μου.
حِينَئِذٍ رَأَى الرُّسُلُ وَالْمَشَايِخُ مَعَ كُلِّ الْكَنِيسَةِ أَنْ يَخْتَارُوا رَجُلَيْنِ مِنْهُمْ، فَيُرْسِلُوهُمَا إِلَى أَنْطَاكِيَةَ مَعَ بُولُسَ وَبَرْنَابَا: يَهُوذَا الْمُلَقَّبَ بَرْسَابَا، وَسِيلاَ، رَجُلَيْنِ مُتَقَدِّمَيْنِ فِي الإِخْوَةِ.
Τότε ἔδοξεν τοῖς ; ἀποστόλοις καὶ ; τοῖς ; πρεσβυτέροις σὺν ὅλῃ τῇ ; ἐκκλησίᾳ ἐκλεξαμένους ἄνδρας ἐξ ; αὐτῶν πέμψαι εἰς Ἀντιόχειαν σὺν τῷ ; Παύλῳ καὶ ; Βαρναβᾷ, Ἰούδαν τὸν ; ἐπικαλούμενον Βαρσαββᾶν καὶ ; Σιλᾶν, ἄνδρας ἡγουμένους ἐν τοῖς ; ἀδελφοῖς,
وَكَتَبُوا بِأَيْدِيهِمْ هكَذَا: اَلرُّسُلُ وَالْمَشَايخُ وَالإِخْوَةُ يُهْدُونَ سَلاَمًا إِلَى الإِخْوَةِ الَّذِينَ مِنَ الأُمَمِ فِي أَنْطَاكِيَةَ وَسُورِيَّةَ وَكِيلِيكِيَّةَ:
γράψαντες διὰ ; χειρὸς ; αὐτῶν τάδε·¶ Οἱ ; ἀπόστολοι καὶ ; οἱ ; πρεσβύτεροι καὶ ; οἱ ; ἀδελφοὶ χαίρειν.¶ τοῖς ἀδελφοῖς τοῖς ἐξ ἐθνῶν κατὰ τὴν ; Ἀντιόχειαν καὶ ; Συρίαν καὶ ; Κιλικίαν
وَكَتَبُوا بِأَيْدِيهِمْ هكَذَا: اَلرُّسُلُ وَالْمَشَايخُ وَالإِخْوَةُ يُهْدُونَ سَلاَمًا إِلَى الإِخْوَةِ الَّذِينَ مِنَ الأُمَمِ فِي أَنْطَاكِيَةَ وَسُورِيَّةَ وَكِيلِيكِيَّةَ:
γράψαντες διὰ ; χειρὸς ; αὐτῶν τάδε·¶ Οἱ ; ἀπόστολοι καὶ ; οἱ ; πρεσβύτεροι καὶ ; οἱ ; ἀδελφοὶ χαίρειν.¶ τοῖς ἀδελφοῖς τοῖς ἐξ ἐθνῶν κατὰ τὴν ; Ἀντιόχειαν καὶ ; Συρίαν καὶ ; Κιλικίαν
وَيَهُوذَا وَسِيلاَ، إِذْ كَانَا هُمَا أَيْضًا نَبِيَّيْنِ، وَعَظَا الإِخْوَةَ بِكَلاَمٍ كَثِيرٍ وَشَدَّدَاهُمْ.
τε ; Ἰούδας καὶ ; Σιλᾶς, ὄντες, αὐτοὶ καὶ προφῆται παρεκάλεσαν τοὺς ; ἀδελφοὺς διὰ ; λόγου πολλοῦ καὶ ; ἐπεστήριξαν.
ثُمَّ بَعْدَ مَا صَرَفَا زَمَانًا أُطْلِقَا بِسَلاَمٍ مِنَ الإِخْوَةِ إِلَى الرُّسُلِ.
δὲ ποιήσαντες χρόνον ἀπελύθησαν μετ᾽ ; εἰρήνης ἀπὸ τῶν ; ἀδελφῶν πρὸς τοὺς ; ἀποστόλους
وَأَمَّا بُولُسُ فَاخْتَارَ سِيلاَ وَخَرَجَ مُسْتَوْدَعًا مِنَ الإِخْوَةِ إِلَى نِعْمَةِ اللهِ.
δὲ Παῦλος ἐπιλεξάμενος Σιλᾶν ἐξῆλθεν παραδοθεὶς ὑπὸ τῶν ; ἀδελφῶν. τῇ χάριτι τοῦ ; θεοῦ