ك
إصحاح
G5216
G5217. hypágō
G5218
المعنى المختصر للكلمة
hypágō: to lead (oneself) under, i.e. withdraw or retire (as if sinking out of sight), literally or figuratively
اللفظ الأصلي ὑπάγω
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق hypágō (hoop-ag-o)
تكرار الورود في الكتاب 79 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل

to lead (oneself) under, i.e. withdraw or retire (as if sinking out of sight), literally or figuratively

الإنجليزية — KJV Translation Tags
depart get hence go (a-)way

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

ὕπαγε (15×) ὑπάγετε (11×) ὑπάγω (10×) ὕπαγε, (5×) ὑπάγει (4×) ὑπάγω, (3×) ὑπάγει, (3×) καὶ ; ὕπαγε (3×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (79 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
وَقَالَ لَهُمَا: اذْهَبَا إِلَى الْقَرْيَةِ الَّتِي أَمَامَكُمَا، فَلِلْوَقْتِ وَأَنْتُمَا دَاخِلاَنِ إِلَيْهَا تَجِدَانِ جَحْشًا مَرْبُوطًا لَمْ يَجْلِسْ عَلَيْهِ أَحَدٌ مِنَ النَّاسِ. فَحُلاَّهُ وَأْتِيَا بِهِ.
καὶ ; λέγει αὐτοῖς· ὑπάγετε εἰς τὴν ; κώμην τὴν ; κατέναντι ; ὑμῶν· καὶ ; εὐθὺς εἰσπορευόμενοι εἰς ; αὐτὴν εὑρήσετε πῶλον δεδεμένον οὔπω κεκάθικεν ἐφ᾽ ; ὃν οὐδεὶς ἀνθρώπων λύσαντες; αὐτὸν καὶ ; ἀγάγετε
فَأَرْسَلَ اثْنَيْنِ مِنْ تَلاَمِيذِهِ وَقَالَ لَهُمَا: اذْهَبَا إِلَى الْمَدِينَةِ، فَيُلاَقِيَكُمَا إِنْسَانٌ حَامِلٌ جَرَّةَ مَاءٍ. اِتْبَعَاهُ.
καὶ ; ἀποστέλλει δύο τῶν μαθητῶν ; αὐτοῦ καὶ ; λέγει αὐτοῖς· ὑπάγετε εἰς τὴν ; πόλιν, καὶ ; ἀπαντήσει ; ὑμῖν ἄνθρωπος βαστάζων· κεράμιον ὕδατος ἀκολουθήσατε ; αὐτῷ.
إِنَّ ابْنَ الإِنْسَانِ مَاضٍ كَمَا هُوَ مَكْتُوبٌ عَنْهُ، وَلكِنْ وَيْلٌ لِذلِكَ الرَّجُلِ الَّذِي بِهِ يُسَلَّمُ ابْنُ الإِنْسَانِ. كَانَ خَيْرًا لِذلِكَ الرَّجُلِ لَوْ لَمْ يُولَدْ..
μὲν ὁ ; υἱὸς τοῦ ; ἀνθρώπου ὑπάγει καθὼς γέγραπται περὶ ; αὐτοῦ, δὲ οὐαὶ τῷ ; ἐκείνῳ ἀνθρώπῳ δι᾽ οὗ παραδίδοται· ὁ ; υἱὸς τοῦ ; ἀνθρώπου ἦν ; αὐτῷ καλὸν ἐκεῖνος. ὁ ; ἄνθρωπος εἰ οὐκ ἐγεννήθη
لكِنِ اذْهَبْنَ وَقُلْنَ لِتَلاَمِيذِهِ وَلِبُطْرُسَ: إِنَّهُ يَسْبِقُكُمْ إِلَى الْجَلِيلِ. هُنَاكَ تَرَوْنَهُ كَمَا قَالَ لَكُمْ.
ἀλλ᾽ ὑπάγετε, εἴπατε τοῖς ; μαθηταῖς ; αὐτοῦ καὶ ; τῷ ; Πέτρῳ ὅτι προάγει ; ὑμᾶς εἰς τὴν ; Γαλιλαίαν· ἐκεῖ αὐτὸν ; ὄψεσθε καθὼς εἶπεν ὑμῖν.
فَأَجَابَهُ يَسُوعُ وَقَالَ: اذْهَبْ يَا شَيْطَانُ. إِنَّهُ مَكْتُوبٌ: لِلرَّبِّ إِلهِكَ تَسْجُدُ وَإِيَّاهُ وَحْدَهُ تَعْبُدُ.
καὶ ; ἀποκριθεὶς ὁ ; Ἰησοῦς εἶπεν ; αὐτῷ ὕπαγε Σατανᾶ· γέγραπται· γὰρ ; κύριον τὸν ; θεόν ; σου προσκυνήσεις καὶ ; αὐτῷ μόνῳ λατρεύσεις.¶
اِذْهَبُوا. هَا أَنَا أُرْسِلُكُمْ مِثْلَ حُمْلاَنٍ بَيْنَ ذِئَابٍ.
ὑπάγετε· ἰδοὺ ἐγὼ ἀποστέλλω ; ὑμᾶς ὡς ἄρνας ἐν ; μέσῳ λύκων.
حِينَمَا تَذْهَبُ مَعَ خَصْمِكَ إِلَى الْحَاكِمِ، ابْذُلِ الْجَهْدَ وَأَنْتَ فِي الطَّرِيقِ لِتَتَخَلَّصَ مِنْهُ، لِئَلاَّ يَجُرَّكَ إِلَى الْقَاضِي، وَيُسَلِّمَكَ الْقَاضِي إِلَى الْحَاكِمِ، فَيُلْقِيَكَ الْحَاكِمُ فِي السِّجْنِ.
ὡς ; γὰρ ὑπάγεις μετὰ τοῦ ; ἀντιδίκου ; σου ἐπ᾽ ἄρχοντα, δὸς ἐργασίαν ἐν τῇ ; ὁδῷ ἀπηλλάχθαι ἀπ᾽ ; αὐτοῦ μήποτε κατασύρῃ ; σε πρὸς τὸν ; κριτήν, καὶ ; παραδῷ; σε ὁ ; κριτής τῷ πράκτορι, καὶ ; σε ; βάλλῃ ὁ ; πράκτωρ εἰς φυλακήν.
قَائِلاً: اِذْهَبَا إِلَى الْقَرْيَةِ الَّتِي أَمَامَكُمَا، وَحِينَ تَدْخُلاَنِهَا تَجِدَانِ جَحْشًا مَرْبُوطًا لَمْ يَجْلِسْ عَلَيْهِ مِنَ النَّاسِ قَطُّ. فَحُّلاَهُ وَأْتِيَا بِهِ.
εἰπών ὑπάγετε εἰς τὴν ; κώμην, κατέναντι ἐν ; ᾗ εἰσπορευόμενοι εὑρήσετε πῶλον δεδεμένον οὐδεὶς ἐκάθισεν· ἐφ᾽ ; ὃν ἀνθρώπων πώποτε λύσαντες ; αὐτὸν ἀγάγετε.
اَلرِّيحُ تَهُبُّ حَيْثُ تَشَاءُ، وَتَسْمَعُ صَوْتَهَا، لكِنَّكَ لاَ تَعْلَمُ مِنْ أَيْنَ تَأْتِي وَلاَ إِلَى أَيْنَ تَذْهَبُ. هكَذَا كُلُّ مَنْ وُلِدَ مِنَ الرُّوحِ.
τὸ ; πνεῦμα πνεῖ, ὅπου θέλει καὶ ; ἀκούεις τὴν ; φωνὴν ; αὐτοῦ ἀλλ᾽ οὐκ οἶδας πόθεν ἔρχεται καὶ ποῦ ὑπάγει· οὕτως πᾶς ὁ γεγεννημένος ἐκ τοῦ ; πνεύματος.¶
قَالَ لَهَا يَسُوعُ: اذْهَبِي وَادْعِي زَوْجَكِ وَتَعَالَيْ إِلَى ههُنَا
λέγει αὐτῇ ὁ ; Ἰησοῦς· ὕπαγε φώνησον τὸν ; ἄνδρα ; σου καὶ ; ἐλθὲ ἐνθάδε.
فَرَضُوا أَنْ يَقْبَلُوهُ فِي السَّفِينَةِ. وَلِلْوَقْتِ صَارَتِ السَّفِينَةُ إِلَى الأَرْضِ الَّتِي كَانُوا ذَاهِبِينَ إِلَيْهَا.
οὖν ; ἤθελον λαβεῖν ; αὐτὸν εἰς τὸ ; πλοῖον, καὶ ; εὐθέως ἐγένετο τὸ ; πλοῖον ἐπὶ τῆς ; γῆς εἰς ; ἣν ὑπῆγον.¶
فَقَالَ يَسُوعُ لِلاثْنَيْ عَشَرَ: أَلَعَلَّكُمْ أَنْتُمْ أَيْضًا تُرِيدُونَ أَنْ تَمْضُوا.
Εἶπεν ; οὖν ὁ ; Ἰησοῦς τοῖς ; δώδεκα· μὴ ; ὑμεῖς καὶ θέλετε ὑπάγειν;
فَقَالَ لَهُ إِخْوَتُهُ: انْتَقِلْ مِنْ هُنَا وَاذْهَبْ إِلَى الْيَهُودِيَّةِ، لِكَيْ يَرَى تَلاَمِيذُكَ أَيْضًا أَعْمَالَكَ الَّتِي تَعْمَلُ،
εἶπον ; οὖν πρὸς ; αὐτὸν οἱ ; ἀδελφοὶ ; αὐτοῦ· μετάβηθι ἐντεῦθεν καὶ ; ὕπαγε εἰς τὴν ; Ἰουδαίαν ἵνα θεωρήσωσιν οἱ ; μαθηταί ; σου καὶ σοῦ ; τὰ ; ἔργα ἃ ποιεῖς·
فَقَالَ لَهُمْ يَسُوعُ: أَنَا مَعَكُمْ زَمَانًا يَسِيرًا بَعْدُ، ثُمَّ أَمْضِي إِلَى الَّذِي أَرْسَلَنِي.
Εἶπεν ; οὖν αὐτοῖς ὁ ; Ἰησοῦς· εἰμι μεθ᾽ ; ὑμῶν χρόνον μικρὸν ἔτι καὶ ὑπάγω πρὸς τὸν πέμψαντά ; με.
أَجَابَ يَسُوعُ وَقَالَ لَهُمْ: وَإِنْ كُنْتُ أَشْهَدُ لِنَفْسِي فَشَهَادَتِي حَقٌّ، لأَنِّي أَعْلَمُ مِنْ أَيْنَ أَتَيْتُ وَإِلَى أَيْنَ أَذْهَبُ. وَأَمَّا أَنْتُمْ فَلاَ تَعْلَمُونَ مِنْ أَيْنَ آتِي وَلاَ إِلَى أَيْنَ أَذْهَبُ.
Ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καὶ ; εἶπεν αὐτοῖς· κἂν ἐγὼ ; μαρτυρῶ περὶ ; ἐμαυτοῦ, ἡ ; μαρτυρία ; μου, ἀληθής ; ἐστιν ὅτι οἶδα πόθεν ἦλθον καὶ ; ποῦ ὑπάγω· δὲ ὑμεῖς οὐκ οἴδατε πόθεν ἔρχομαι καὶ ποῦ ὑπάγω.
أَجَابَ يَسُوعُ وَقَالَ لَهُمْ: وَإِنْ كُنْتُ أَشْهَدُ لِنَفْسِي فَشَهَادَتِي حَقٌّ، لأَنِّي أَعْلَمُ مِنْ أَيْنَ أَتَيْتُ وَإِلَى أَيْنَ أَذْهَبُ. وَأَمَّا أَنْتُمْ فَلاَ تَعْلَمُونَ مِنْ أَيْنَ آتِي وَلاَ إِلَى أَيْنَ أَذْهَبُ.
Ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καὶ ; εἶπεν αὐτοῖς· κἂν ἐγὼ ; μαρτυρῶ περὶ ; ἐμαυτοῦ, ἡ ; μαρτυρία ; μου, ἀληθής ; ἐστιν ὅτι οἶδα πόθεν ἦλθον καὶ ; ποῦ ὑπάγω· δὲ ὑμεῖς οὐκ οἴδατε πόθεν ἔρχομαι καὶ ποῦ ὑπάγω.
قَالَ لَهُمْ يَسُوعُ أَيْضًا: أَنَا أَمْضِي وَسَتَطْلُبُونَنِي، وَتَمُوتُونَ فِي خَطِيَّتِكُمْ. حَيْثُ أَمْضِي أَنَا لاَ تَقْدِرُونَ أَنْتُمْ أَنْ تَأْتُوا
Εἶπεν ; οὖν αὐτοῖς ὁ ; Ἰησοῦς· πάλιν ἐγὼ ὑπάγω, καὶ ; ζητήσετέ ; με καὶ ; ἀποθανεῖσθε· ἐν τῇ ; ἁμαρτίᾳ ; ὑμῶν ὅπου ὑπάγω ἐγὼ οὐ δύνασθε ὑμεῖς ἐλθεῖν.
قَالَ لَهُمْ يَسُوعُ أَيْضًا: أَنَا أَمْضِي وَسَتَطْلُبُونَنِي، وَتَمُوتُونَ فِي خَطِيَّتِكُمْ. حَيْثُ أَمْضِي أَنَا لاَ تَقْدِرُونَ أَنْتُمْ أَنْ تَأْتُوا
Εἶπεν ; οὖν αὐτοῖς ὁ ; Ἰησοῦς· πάλιν ἐγὼ ὑπάγω, καὶ ; ζητήσετέ ; με καὶ ; ἀποθανεῖσθε· ἐν τῇ ; ἁμαρτίᾳ ; ὑμῶν ὅπου ὑπάγω ἐγὼ οὐ δύνασθε ὑμεῖς ἐλθεῖν.
فَقَالَ الْيَهُودُ: أَلَعَلَّهُ يَقْتُلُ نَفْسَهُ حَتَّى يَقُولُ: حَيْثُ أَمْضِي أَنَا لاَ تَقْدِرُونَ أَنْتُمْ أَنْ تَأْتُوا..
ἔλεγον ; οὖν οἱ ; Ἰουδαῖοι· μήτι ἀποκτενεῖ ἑαυτόν, ὅτι λέγει· ὅπου ὑπάγω ἐγὼ οὐ δύνασθε ὑμεῖς ἐλθεῖν;
وَقَالَ لَهُ: اذْهَبِ اغْتَسِلْ فِي بِرْكَةِ سِلْوَامَ الَّذِي تَفْسِيرُهُ: مُرْسَلٌ، فَمَضَى وَاغْتَسَلَ وَأَتَى بَصِيرًا.
καὶ ; εἶπεν αὐτῷ· ὕπαγε νίψαι εἰς τὴν ; κολυμβήθραν τοῦ ; Σιλωάμ ὃ ἑρμηνεύεται ἀπεσταλμένος. ἀπῆλθεν ; οὖν καὶ ; ἐνίψατο καὶ ; ἦλθεν βλέπων.¶
أَجَابَ ذَاكَ وقَالَ: إِنْسَانٌ يُقَالُ لَهُ يَسُوعُ صَنَعَ طِينًا وَطَلَى عَيْنَيَّ، وَقَالَ لِي: اذْهَبْ إِلَى بِرْكَةِ سِلْوَامَ وَاغْتَسِلْ. فَمَضَيْتُ وَاغْتَسَلْتُ فَأَبْصَرْتُ.
ἀπεκρίθη ἐκεῖνος καὶ ; εἶπεν· ἄνθρωπος ὁ ; λεγόμενος Ἰησοῦς ἐποίησεν πηλὸν καὶ ; ἐπέχρισέν μου ; τοὺς ; ὀφθαλμοὺς καὶ ; εἶπέν μοι ὕπαγε εἰς κολυμβήθραν ; τοῦ ὁ ; Σιλωὰμ καὶ ; νίψαι. ἀπελθὼν ; δὲ καὶ ; νιψάμενος ἀνέβλεψα.
قَالَ لَهُ التَّلاَمِيذُ: يَا مُعَلِّمُ، الآنَ كَانَ الْيَهُودُ يَطْلُبُونَ أَنْ يَرْجُمُوكَ، وَتَذْهَبُ أَيْضًا إِلَى هُنَاكَ.
λέγουσιν αὐτῷ οἱ ; μαθηταί· ῥαββί, νῦν οἱ ; Ἰουδαῖοι, ἐζήτουν σε ; λιθάσαι καὶ ; ὑπάγεις πάλιν ἐκεῖ;¶
ثُمَّ إِنَّ الْيَهُودَ الَّذِينَ كَانُوا مَعَهَا فِي الْبَيْتِ يُعَزُّونَهَا، لَمَّا رَأَوْا مَرْيَمَ قَامَتْ عَاجِلاً وَخَرَجَتْ، تَبِعُوهَا قَائِلِينَ: إِنَّهَا تَذْهَبُ إِلَى الْقَبْرِ لِتَبْكِيَ هُنَاكَ.
οὖν Οἱ ; Ἰουδαῖοι οἱ ὄντες μετ᾽ ; αὐτῆς ἐν τῇ ; οἰκίᾳ καὶ ; παραμυθούμενοι ; αὐτήν, ἰδόντες τὴν ; Μαριὰμ ὅτι ; ἀνέστη ταχέως καὶ ; ἐξῆλθεν, ἠκολούθησαν ; αὐτῇ, λέγοντες ὅτι ὑπάγει εἰς τὸ ; μνημεῖον ἵνα ; κλαύσῃ ἐκεῖ.
فَخَرَجَ الْمَيْتُ وَيَدَاهُ وَرِجْلاَهُ مَرْبُوطَاتٌ بِأَقْمِطَةٍ، وَوَجْهُهُ مَلْفُوفٌ بِمِنْدِيل. فَقَالَ لَهُمْ يَسُوعُ: حُلُّوهُ وَدَعُوهُ يَذْهَبْ.
καὶ ; ἐξῆλθεν ὁ ; τεθνηκὼς καὶ ; τὰς ; χεῖρας τοὺς ; πόδας δεδεμένος κειρίαις, καὶ ; ἡ ; ὄψις ; αὐτοῦ περιεδέδετο. σουδαρίῳ λέγει αὐτοῖς ὁ ; Ἰησοῦς· λύσατε ; αὐτὸν καὶ ; ἄφετε ; αὐτὸν ὑπάγειν.¶
لأَنَّ كَثِيرِينَ مِنَ الْيَهُودِ كَانُوا بِسَبَبِهِ يَذْهَبُونَ وَيُؤْمِنُونَ بِيَسُوعَ.
ὅτι πολλοὶ τῶν Ἰουδαίων δι᾽ ; αὐτὸν ὑπῆγον καὶ ; ἐπίστευον εἰς ; τὸν ; Ἰησοῦν.¶
فَقَالَ لَهُمْ يَسُوعُ: النُّورُ مَعَكُمْ زَمَانًا قَلِيلاً بَعْدُ، فَسِيرُوا مَا دَامَ لَكُمُ النُّورُ لِئَلاَّ يُدْرِكَكُمُ الظَّلاَمُ. وَالَّذِي يَسِيرُ فِي الظَّلاَمِ لاَ يَعْلَمُ إِلَى أَيْنَ يَذْهَبُ.
Εἶπεν ; οὖν αὐτοῖς ὁ ; Ἰησοῦς· φῶς ; ἐστιν. ; τὸ μεθ᾽; ὑμῶν ἐν ; χρόνον μικρὸν ἔτι περιπατεῖτε ἕως ἔχετε, τὸ ; φῶς ἵνα ; μὴ ὑμᾶς ; καταλάβῃ· σκοτία καὶ ; ὁ περιπατῶν ἐν τῇ ; σκοτίᾳ οὐκ οἶδεν ποῦ ὑπάγει.
يَسُوعُ وَهُوَ عَالِمٌ أَنَّ الآبَ قَدْ دَفَعَ كُلَّ شَيْءٍ إِلَى يَدَيْهِ، وَأَنَّهُ مِنْ عِنْدِ اللهِ خَرَجَ، وَإِلَى اللهِ يَمْضِي،
ὁ ; Ἰησοῦς εἰδὼς ὅτι ὁ ; πατὴρ δέδωκεν πάντα εἰς τὰς ; χεῖρας, ; αὐτῷ καὶ ; ὅτι ἀπὸ θεοῦ ἐξῆλθεν καὶ ; πρὸς τὸν ; θεὸν ὑπάγει,
يَا أَوْلاَدِي، أَنَا مَعَكُمْ زَمَانًا قَلِيلاً بَعْدُ. سَتَطْلُبُونَنِي، وَكَمَا قُلْتُ لِلْيَهُودِ: حَيْثُ أَذْهَبُ أَنَا لاَ تَقْدِرُونَ أَنْتُمْ أَنْ تَأْتُوا، أَقُولُ لَكُمْ أَنْتُمُ الآنَ.
τεκνία, εἰμι. μεθ᾽ ; ὑμῶν μικρὸν ἔτι ζητήσετέ ; με, καὶ ; καθὼς εἶπον τοῖς ; Ἰουδαίοις ὅτι ; ὅπου ὑπάγω, ἐγὼ οὐ δύνασθε ὑμεῖς ἐλθεῖν, λέγω ὑμῖν ἄρτι.¶
قَالَ لَهُ سِمْعَانُ بُطْرُسُ: يَا سَيِّدُ، إِلَى أَيْنَ تَذْهَبُ. أَجَابَهُ يَسُوعُ: حَيْثُ أَذْهَبُ لاَ تَقْدِرُ الآنَ أَنْ تَتْبَعَنِي، وَلكِنَّكَ سَتَتْبَعُنِي أَخِيرًا.
λέγει αὐτῷ Σίμων Πέτρος· κύριε, ποῦ ὑπάγεις; ἀπεκρίθη ; αὐτῷ ὁ ; Ἰησοῦς· ὅπου ὑπάγω οὐ δύνασαί νῦν μοι ; ἀκολουθῆσαι· δὲ ἀκολουθήσεις ; μοι. ὕστερον
قَالَ لَهُ سِمْعَانُ بُطْرُسُ: يَا سَيِّدُ، إِلَى أَيْنَ تَذْهَبُ. أَجَابَهُ يَسُوعُ: حَيْثُ أَذْهَبُ لاَ تَقْدِرُ الآنَ أَنْ تَتْبَعَنِي، وَلكِنَّكَ سَتَتْبَعُنِي أَخِيرًا.
λέγει αὐτῷ Σίμων Πέτρος· κύριε, ποῦ ὑπάγεις; ἀπεκρίθη ; αὐτῷ ὁ ; Ἰησοῦς· ὅπου ὑπάγω οὐ δύνασαί νῦν μοι ; ἀκολουθῆσαι· δὲ ἀκολουθήσεις ; μοι. ὕστερον