ك
إصحاح
G4560
G4561. sárx
G4562
المعنى المختصر للكلمة
sárx: flesh (as stripped of the skin), i.e. (strictly) the meat of an animal (as food), or (by extension) the body (as opposed to the soul (or spirit), or as the symbol of what is external, or as the means of kindred), or (by implication) human nature (with its frailties (physically or morally) and passions), or (specially), a human being (as such)
اللفظ الأصلي σάρξ
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق sárx (sarx)
تكرار الورود في الكتاب 129 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل

flesh (as stripped of the skin), i.e. (strictly) the meat of an animal (as food), or (by extension) the body (as opposed to the soul (or spirit), or as the symbol of what is external, or as the means of kindred), or (by implication) human nature (with its frailties (physically or morally) and passions), or (specially), a human being (as such)

الإنجليزية — KJV Translation Tags
carnal(-ly, + -ly minded) flesh(-ly)

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

σάρκα (16×) τῆς ; σαρκὸς (14×) σαρκὶ (14×) σὰρξ (12×) σαρκὸς (10×) σαρκί, (9×) τῇ ; σαρκὶ (5×) ἡ ; σὰρξ (4×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (129 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
فَإِنَّ مُصَارَعَتَنَا لَيْسَتْ مَعَ دَمٍ وَلَحْمٍ، بَلْ مَعَ الرُّؤَسَاءِ، مَعَ السَّلاَطِينِ، مَعَ وُلاَةِ الْعَالَمِ عَلَى ظُلْمَةِ هذَا الدَّهْرِ، مَعَ أَجْنَادِ الشَّرِّ الرُّوحِيَّةِ فِي السَّمَاوِيَّاتِ.
ὅτι ἡμῖν ; ἡ ; πάλη οὐκ ; ἔστιν πρὸς αἷμα καὶ ; σάρκα ἀλλὰ πρὸς τὰς ; ἀρχάς, πρὸς τὰς ; ἐξουσίας, πρὸς τοὺς ; κοσμοκράτορας τοῦ σκότους τούτου, τοῦ ; αἰῶνος τὰ πνευματικὰ ; τῆς ; πονηρίας ἐν τοῖς ; ἐπουρανίοις.
وَلكِنْ إِنْ كَانَتِ الْحَيَاةُ فِي الْجَسَدِ هِيَ لِي ثَمَرُ عَمَلِي، فَمَاذَا أَخْتَارُ. لَسْتُ أَدْرِي.
δὲ εἰ τὸ ; ζῆν ἐν σαρκί, τοῦτό μοι καρπὸς ἔργου· καὶ ; τί αἱρήσομαι οὐ γνωρίζω.
وَلكِنْ أَنْ أَبْقَى فِي الْجَسَدِ أَلْزَمُ مِنْ أَجْلِكُمْ.
δὲ ἐπιμένειν ἐν τῇ ; σαρκὶ ἀναγκαιότερον δι᾽ ὑμᾶς.
لأَنَّنَا نَحْنُ الْخِتَانَ، الَّذِينَ نَعْبُدُ اللهَ بِالرُّوحِ، وَنَفْتَخِرُ فِي الْمَسِيحِ يَسُوعَ، وَلاَ نَتَّكِلُ عَلَى الْجَسَدِ.
γάρ ἡμεῖς ἐσμεν ; ἡ ; περιτομή, οἱ λατρεύοντες Θεῷ πνεύματι καὶ ; καυχώμενοι ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ καὶ ; οὐκ πεποιθότες, ἐν σαρκὶ
مَعَ أَنَّ لِي أَنْ أَتَّكِلَ عَلَى الْجَسَدِ أَيْضًا. إِنْ ظَنَّ وَاحِدٌ آخَرُ أَنْ يَتَّكِلَ عَلَى الْجَسَدِ فَأَنَا بِالأَوْلَى.
καίπερ ἐγὼ ; ἔχων πεποίθησιν ἐν σαρκί. καὶ εἴ δοκεῖ τις ἄλλος πεποιθέναι ἐν σαρκί, ἐγὼ μᾶλλον·
مَعَ أَنَّ لِي أَنْ أَتَّكِلَ عَلَى الْجَسَدِ أَيْضًا. إِنْ ظَنَّ وَاحِدٌ آخَرُ أَنْ يَتَّكِلَ عَلَى الْجَسَدِ فَأَنَا بِالأَوْلَى.
καίπερ ἐγὼ ; ἔχων πεποίθησιν ἐν σαρκί. καὶ εἴ δοκεῖ τις ἄλλος πεποιθέναι ἐν σαρκί, ἐγὼ μᾶλλον·
فِي جِسْمِ بَشَرِيَّتِهِ بِالْمَوْتِ، لِيُحْضِرَكُمْ قِدِّيسِينَ وَبِلاَ لَوْمٍ وَلاَ شَكْوَى أَمَامَهُ،
ἐν τῷ ; σώματι τῆς ; σαρκὸς διὰ ; τοῦ ; θανάτου παραστῆσαι ; ὑμᾶς ἁγίους καὶ ; ἀμώμους καὶ ; ἀνεγκλήτους κατενώπιον ; αὐτοῦ.¶
فَإِنِّي أُرِيدُ أَنْ تَعْلَمُوا أَيُّ جِهَادٍ لِي لأَجْلِكُمْ، وَلأَجْلِ الَّذِينَ فِي لاَوُدِكِيَّةَ، وَجَمِيعِ الَّذِينَ لَمْ يَرَوْا وَجْهِي فِي الْجَسَدِ،
γὰρ Θέλω ὑμᾶς ; εἰδέναι ἡλίκον ἀγῶνα ἔχω περὶ; ὑμῶν καὶ τῶν ἐν Λαοδικείᾳ καὶ ; ὅσοι οὐχ ἑόρακαν τὸ ; πρόσωπόν ; μου ἐν σαρκί,
فَإِنِّي وَإِنْ كُنْتُ غَائِبًا فِي الْجَسَدِ لكِنِّي مَعَكُمْ فِي الرُّوحِ، فَرِحًا، وَنَاظِرًا تَرْتِيبَكُمْ وَمَتَانَةَ إِيمَانِكُمْ فِي الْمَسِيحِ.
γὰρ εἰ ἄπειμι, τῇ ; σαρκὶ ἀλλὰ σὺν ; ὑμῖν πνεύματι εἰμι, ; χαίρων καὶ ; βλέπων ὑμῶν ; τὴν ; τάξιν καὶ ; τὸ ; στερέωμα τῆς ; πίστεως ; ὑμῶν.¶ εἰς Χριστὸν
وَبِهِ أَيْضًا خُتِنْتُمْ خِتَانًا غَيْرَ مَصْنُوعٍ بِيَدٍ، بِخَلْعِ جِسْمِ خَطَايَا الْبَشَرِيَّةِ، بِخِتَانِ الْمَسِيحِ.
ἐν ; ᾧ καὶ περιετμήθητε περιτομῇ ἀχειροποιήτῳ ἐν ; τῇ ; ἀπεκδύσει τοῦ ; σώματος τῶν ; ἁμαρτιῶν τῆς ; σαρκός, ἐν ; τῇ ; περιτομῇ τοῦ ; Χριστοῦ,
لاَ يُخَسِّرْكُمْ أَحَدٌ الْجِعَالَةَ، رَاغِبًا فِي التَّوَاضُعِ وَعِبَادَةِ الْمَلاَئِكَةِ، مُتَدَاخِلاً فِي مَا لَمْ يَنْظُرْهُ، مُنْتَفِخًا بَاطِلاً مِنْ قِبَلِ ذِهْنِهِ الْجَسَدِيِّ،
μηδεὶς ; ὑμᾶς ; καταβραβευέτω θέλων ἐν ταπεινοφροσύνῃ καὶ ; θρησκείᾳ τῶν ; ἀγγέλων, ἐμβατεύων ἃ μὴ ἑόρακεν φυσιούμενος εἰκῇ ὑπὸ τοῦ ; νοὸς ; αὐτοῦ, τῆς ; σαρκὸς
الَّتِي لَهَا حِكَايَةُ حِكْمَةٍ، بِعِبَادَةٍ نَافِلَةٍ، وَتَوَاضُعٍ، وَقَهْرِ الْجَسَدِ، لَيْسَ بِقِيمَةٍ مَا مِنْ جِهَةِ إِشْبَاعِ الْبَشَرِيَّةِ.
ἅτινά ; ἐστιν ἔχοντα λόγον σοφίας ἐν ; ἐθελοθρησκίᾳ καὶ ; ταπεινοφροσύνῃ καὶ ; ἀφειδίᾳ σώματος, οὐκ ἐν ; τιμῇ τινι πρὸς πλησμονὴν τῆς ; σαρκός.¶
أَيُّهَا الْعَبِيدُ، أَطِيعُوا فِي كُلِّ شَيْءٍ حَسَبَ الْجَسَدِ، لاَ بِخِدْمَةِ الْعَيْنِ كَمَنْ يُرْضِي النَّاسَ، بَلْ بِبَسَاطَةِ الْقَلْبِ، خَائِفِينَ الرَّبَّ.
Οἱ δοῦλοι, ὑπακούετε κατὰ πάντα κατὰ σάρκα μὴ ἐν ; ὀφθαλμοδουλείαις ὡς ἀνθρωπάρεσκοι ἀλλ᾽ ἐν ; ἁπλότητι καρδίας φοβούμενοι τὸν ; κυρίοις,
وَبِالإِجْمَاعِ عَظِيمٌ هُوَ سِرُّ التَّقْوَى: ظَهَرَ فِي الْجَسَدِ، تَبَرَّرَ فِي الرُّوحِ، تَرَاءَى لِمَلاَئِكَةٍ، كُرِزَ بِهِ بَيْنَ الأُمَمِ، أُومِنَ بِهِ فِي الْعَالَمِ، رُفِعَ فِي الْمَجْدِ.
Καὶ ; ὁμολογουμένως μέγα ἐστὶν τὸ ; μυστήριον, τῆς ; εὐσεβείας ἐφανερώθη ἐν σαρκί, ἐδικαιώθη ἐν πνεύματι, ὤφθη ἀγγέλοις, ἐκηρύχθη ἐν ἔθνεσιν, ἐπιστεύθη ἐν κόσμῳ, ἀνελήμφθη ἐν δόξῃ.¶
لاَ كَعَبْدٍ فِي مَا بَعْدُ، بَلْ أَفْضَلَ مِنْ عَبْدٍ: أَخًا مَحْبُوبًا، وَلاَ سِيَّمَا إِلَيَّ، فَكَمْ بِالْحَرِيِّ إِلَيْكَ فِي الْجَسَدِ وَالرَّبِّ
ὡς ; δοῦλον οὐκέτι ἀλλ᾽ ὑπὲρ δοῦλον, ἀδελφὸν ἀγαπητόν, μάλιστα ἐμοί, πόσῳ δὲ ; μᾶλλον σοὶ ἐν σαρκὶ καὶ ; ἐν ; κυρίῳ;
فَإِذْ قَدْ تَشَارَكَ الأَوْلاَدُ فِي اللَّحْمِ وَالدَّمِ اشْتَرَكَ هُوَ أَيْضًا كَذلِكَ فِيهِمَا، لِكَيْ يُبِيدَ بِالْمَوْتِ ذَاكَ الَّذِي لَهُ سُلْطَانُ الْمَوْتِ، أَيْ إِبْلِيسَ،
οὖν ; Ἐπεὶ κεκοινώνηκεν τὰ ; παιδία σαρκός, αἵματος μετέσχεν αὐτὸς καὶ παραπλησίως τῶν ; αὐτῶν, ἵνα καταργήσῃ διὰ ; τοῦ ; θανάτου τὸν ἔχοντα τὸ ; κράτος τοῦ ; θανάτου, τοῦτ᾽ ; ἔστιν τὸν ; διάβολον,
وَهِيَ قَائِمَةٌ بِأَطْعِمَةٍ وَأَشْرِبَةٍ وَغَسَلاَتٍ مُخْتَلِفَةٍ وَفَرَائِضَ جَسَدِيَّةٍ مَوْضُوعَةٍ إِلَى وَقْتِ الإِصْلاَحِ.
μόνον ἐπὶ ; βρώμασιν καὶ ; πόμασιν καὶ ; βαπτισμοῖς, διαφόροις καὶ ; δικαιώμασιν σαρκὸς ἐπικείμενα.¶ μέχρι καιροῦ διορθώσεως
لأَنَّهُ إِنْ كَانَ دَمُ ثِيرَانٍ وَتُيُوسٍ وَرَمَادُ عِجْلَةٍ مَرْشُوشٌ عَلَى الْمُنَجَّسِينَ، يُقَدِّسُ إِلَى طَهَارَةِ الْجَسَدِ،
γὰρ εἰ τὸ ; αἷμα ταύρων τράγων καὶ ; σποδὸς δαμάλεως ῥαντίζουσα τοὺς ; κεκοινωμένους ἁγιάζει πρὸς τὴν ; καθαρότητα, τῆς ; σαρκὸς
لأَنَّ: كُلَّ جَسَدٍ كَعُشْبٍ، وَكُلَّ مَجْدِ كَزَهْرِ عُشْبٍ. الْعُشْبُ يَبِسَ وَزَهْرُهُ سَقَطَ،
διότι πᾶσα σὰρξ ὡς ; χόρτος, καὶ ; πᾶσα δόξα ὡς ; ἄνθος χόρτου· ὁ ; χόρτος, ἐξηράνθη καὶ ; τὸ ; ἄνθος ; αὐτοῦ ἐξέπεσεν·
فَإِنَّ الْمَسِيحَ أَيْضًا تَأَلَّمَ مَرَّةً وَاحِدَةً مِنْ أَجْلِ الْخَطَايَا، الْبَارُّ مِنْ أَجْلِ الأَثَمَةِ، لِكَيْ يُقَرِّبَنَا إِلَى اللهِ، مُمَاتًا فِي الْجَسَدِ وَلكِنْ مُحْيىً فِي الرُّوحِ،
ὅτι Χριστὸς καὶ ἔπαθεν, ἅπαξ περὶ ἁμαρτιῶν δίκαιος ὑπὲρ ἀδίκων, ἵνα ἡμᾶς; προσαγάγῃ τῷ ; θεῷ, θανατωθεὶς σαρκί, δὲ ζῳοποιηθεὶς τῷ ; πνεύματι,
الَّذِي مِثَالُهُ يُخَلِّصُنَا نَحْنُ الآنَ، الْمَعْمُودِيَّةُ. لاَ إِزَالَةُ وَسَخِ الْجَسَدِ، بَلْ سُؤَالُ ضَمِيرٍ صَالِحٍ عَنِ اللهِ، بِقِيَامَةِ يَسُوعَ الْمَسِيحِ،
ὃ ἀντίτυπον σῴζει ἡμᾶς νῦν βάπτισμα, οὐ ἀπόθεσις ῥύπου, σαρκὸς ἀλλὰ ἐπερώτημα συνειδήσεως ἀγαθῆς εἰς θεόν, δι᾽ ; ἀναστάσεως Ἰησοῦ Χριστοῦ,
فَإِذْ قَدْ تَأَلَّمَ الْمَسِيحُ لأَجْلِنَا بِالْجَسَدِ، تَسَلَّحُوا أَنْتُمْ أَيْضًا بِهذِهِ النِّيَّةِ. فَإِنَّ مَنْ تَأَلَّمَ فِي الْجَسَدِ، كُفَّ عَنِ الْخَطِيَّةِ،
οὖν παθόντος Χριστοῦ ὑπὲρ ; ἡμῶν σαρκὶ ὁπλίσασθε, ὑμεῖς καὶ τὴν ; αὐτὴν ἔννοιαν ὅτι ὁ ; παθὼν ἐν σαρκὶ πέπαυται ἁμαρτίας·
فَإِذْ قَدْ تَأَلَّمَ الْمَسِيحُ لأَجْلِنَا بِالْجَسَدِ، تَسَلَّحُوا أَنْتُمْ أَيْضًا بِهذِهِ النِّيَّةِ. فَإِنَّ مَنْ تَأَلَّمَ فِي الْجَسَدِ، كُفَّ عَنِ الْخَطِيَّةِ،
οὖν παθόντος Χριστοῦ ὑπὲρ ; ἡμῶν σαρκὶ ὁπλίσασθε, ὑμεῖς καὶ τὴν ; αὐτὴν ἔννοιαν ὅτι ὁ ; παθὼν ἐν σαρκὶ πέπαυται ἁμαρτίας·
لِكَيْ لاَ يَعِيشَ الزَّمَانَ الْبَاقِيَ فِي الْجَسَدِ، لِشَهَوَاتِ النَّاسِ، بَلْ لإِرَادَةِ اللهِ.
εἰς μηκέτι βιῶσαι χρόνον. ἐπίλοιπον ἐν σαρκὶ ἐπιθυμίαις, ἀνθρώπων ἀλλὰ θελήματι θεοῦ
فَإِنَّهُ لأَجْلِ هذَا بُشِّرَ الْمَوْتى أَيْضًا، لِكَيْ يُدَانُوا حَسَبَ النَّاسِ بِالْجَسَدِ، وَلكِنْ لِيَحْيَوْا حَسَبَ اللهِ بِالرُّوحِ.
γὰρ εἰς τοῦτο εὐηγγελίσθη, νεκροῖς καὶ ἵνα κριθῶσιν κατὰ ἀνθρώπους σαρκί, δὲ ζῶσιν κατὰ θεὸν πνεύματι.¶
وَلاَ سِيَّمَا الَّذِينَ يَذْهَبُونَ وَرَاءَ الْجَسَدِ فِي شَهْوَةِ النَّجَاسَةِ، وَيَسْتَهِينُونَ بِالسِّيَادَةِ. جَسُورُونَ، مُعْجِبُونَ بِأَنْفُسِهِمْ، لاَ يَرْتَعِبُونَ أَنْ يَفْتَرُوا عَلَى ذَوِي الأَمْجَادِ،
μάλιστα ; δὲ τοὺς πορευομένους ὀπίσω σαρκὸς ἐν ἐπιθυμίᾳ μιασμοῦ καταφρονοῦντας. κυριότητος τολμηταί, αὐθάδεις, οὐ τρέμουσιν βλασφημοῦντες· δόξας
لأَنَّهُمْ إِذْ يَنْطِقُونَ بِعَظَائِمِ الْبُطْلِ، يَخْدَعُونَ بِشَهَوَاتِ الْجَسَدِ فِي الدَّعَارَةِ، مَنْ هَرَبَ قَلِيلاً مِنَ الَّذِينَ يَسِيرُونَ فِي الضَّلاَلِ،
γὰρ φθεγγόμενοι Ὑπέρογκα ματαιότητος δελεάζουσιν ἐν ; ἐπιθυμίαις σαρκὸς ἀσελγείαις τοὺς ἀποφυγόντας ὄντως τοὺς ἀναστρεφομένους, ἐν πλάνῃ
لأَنَّ كُلَّ مَا فِي الْعَالَمِ: شَهْوَةَ الْجَسَدِ، وَشَهْوَةَ الْعُيُونِ، وَتَعَظُّمَ الْمَعِيشَةِ، لَيْسَ مِنَ الآبِ بَلْ مِنَ الْعَالَمِ.
ὅτι πᾶν τὸ ; ἐν τῷ ; κόσμῳ, ἡ ; ἐπιθυμία τῆς ; σαρκὸς καὶ ; ἡ ; ἐπιθυμία τῶν ; ὀφθαλμῶν καὶ ; ἡ ; ἀλαζονεία τοῦ ; βίου, οὐκ ἔστιν ; ἐκ τοῦ ; πατρὸς ἀλλ᾽ ἐκ τοῦ ; κόσμου
بِهذَا تَعْرِفُونَ رُوحَ اللهِ: كُلُّ رُوحٍ يَعْتَرِفُ بِيَسُوعَ الْمَسِيحِ أَنَّهُ قَدْ جَاءَ فِي الْجَسَدِ فَهُوَ مِنَ اللهِ،
ἐν ; τούτῳ γινώσκετε πνεῦμα θεοῦ· πᾶν πνεῦμα ὁμολογεῖ Ἰησοῦν Χριστὸν ἐληλυθότα ἐν σαρκὶ ἐστιν. ἐκ θεοῦ
وَكُلُّ رُوحٍ لاَ يَعْتَرِفُ بِيَسُوعَ الْمَسِيحِ أَنَّهُ قَدْ جَاءَ فِي الْجَسَدِ، فَلَيْسَ مِنَ اللهِ. وَهذَا هُوَ ضِدِّ الْمَسِيحِ الَّذِي سَمِعْتُمْ أَنَّهُ يَأْتِي، وَالآنَ هُوَ فِي الْعَالَمِ.
πᾶν πνεῦμα μὴ ὁμολογεῖ Ἰησοῦν Χριστὸν ἐληλυθότα ἐν σαρκὶ οὐκ ἐκ θεοῦ τοῦτό ἐστιν ἀντιχρίστου ὃ ἀκηκόατε ὅτι ἔρχεται νῦν ἐστὶν ἐν κόσμῳ