ك
إصحاح
G4197
G4198. poreúomai
G4199
المعنى المختصر للكلمة
poreúomai: to traverse, i.e. travel (literally or figuratively
اللفظ الأصلي πορεύομαι
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق poreúomai (por-yoo-om-ahee)
تكرار الورود في الكتاب 141 مرة في الكتاب
المعنى والشرح المفصل
1 to traverse, i.e. travel (literally or figuratively
2 especially to remove (figuratively, die), live, etc.)
الإنجليزية — KJV Translation Tags
depart go (away, forth, one's way, up) (make a, take a) journey walk

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

ἐπορεύθη (9×) πορεύεσθαι (9×) πορευθέντες (8×) πορεύου (6×) πορευθεὶς (6×) πορεύομαι (5×) πορευόμενοι (5×) ἐπορεύοντο (4×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (141 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
ثُمَّ أَرْسَلَهُمْ إِلَى بَيْتِ لَحْمٍ، وَقَالَ: اذْهَبُوا وَافْحَصُوا بِالتَّدْقِيقِ عَنِ الصَّبِيِّ. وَمَتَى وَجَدْتُمُوهُ فَأَخْبِرُونِي، لِكَيْ آتِيَ أَنَا أَيْضًا وَأَسْجُدَ لَهُ.
καὶ πέμψας ; αὐτοὺς εἰς Βηθλέεμ εἶπεν· πορευθέντες ἐξετάσατε ἀκριβῶς περὶ τοῦ ; παιδίου. ἐπὰν ; δὲ εὕρητε, ἀπαγγείλατέ ; μοι ὅπως ἐλθὼν κἀγὼ προσκυνήσω αὐτῷ.¶
فَلَمَّا سَمِعُوا مِنَ الْمَلِكِ ذَهَبُوا. وَإِذَا النَّجْمُ الَّذِي رَأَوْهُ فِي الْمَشْرِقِ يَتَقَدَّمُهُمْ حَتَّى جَاءَ وَوَقَفَ فَوْقُ، حَيْثُ كَانَ الصَّبِيُّ.
δὲ Οἱ ; ἀκούσαντες τοῦ ; βασιλέως ἐπορεύθησαν. καὶ ; ἰδοὺ ὁ ; ἀστὴρ ὃν εἶδον ἐν τῇ ; ἀνατολῇ προῆγεν ; αὐτοὺς ἕως ἐλθὼν ἔστη ἐπάνω οὗ ἦν τὸ ; παιδίον.
قَائِلاً: قُمْ وَخُذِ الصَّبِيَّ وَأُمَّهُ وَاذْهَبْ إِلَى أَرْضِ إِسْرَائِيلَ، لأَنَّهُ قَدْ مَاتَ الَّذِينَ كَانُوا يَطْلُبُونَ نَفْسَ الصَّبِيِّ.
λέγων· ἐγερθεὶς παράλαβε τὸ ; παιδίον καὶ ; τὴν ; μητέρα ; αὐτοῦ καὶ ; πορεύου εἰς γῆν Ἰσραήλ· γὰρ τεθνήκασιν οἱ ζητοῦντες τὴν ; ψυχὴν τοῦ ; παιδίου.¶
لأَنِّي أَنَا أَيْضًا إِنْسَانٌ تَحْتَ سُلْطَانٍ. لِي جُنْدٌ تَحْتَ يَدِي. أَقُولُ لِهذَا: اذْهَبْ. فَيَذْهَبُ، وَلآخَرَ: ائْتِ. فَيَأْتِي، وَلِعَبْدِيَ: افْعَلْ هذَا. فَيَفْعَلُ.
γὰρ ἐγὼ καὶ ἄνθρωπός ; εἰμι ὑπὸ ἐξουσίαν ἔχων στρατιώτας ὑπ᾽ ; ἐμαυτὸν καὶ ; λέγω τούτῳ· πορεύθητι, καὶ ; πορεύεται, καὶ ; ἄλλῳ· ἔρχου, καὶ ; ἔρχεται, καὶ ; τῷ ; δούλῳ ; μου· ποίησον τοῦτο, καὶ ; ποιεῖ.¶
لأَنِّي أَنَا أَيْضًا إِنْسَانٌ تَحْتَ سُلْطَانٍ. لِي جُنْدٌ تَحْتَ يَدِي. أَقُولُ لِهذَا: اذْهَبْ. فَيَذْهَبُ، وَلآخَرَ: ائْتِ. فَيَأْتِي، وَلِعَبْدِيَ: افْعَلْ هذَا. فَيَفْعَلُ.
γὰρ ἐγὼ καὶ ἄνθρωπός ; εἰμι ὑπὸ ἐξουσίαν ἔχων στρατιώτας ὑπ᾽ ; ἐμαυτὸν καὶ ; λέγω τούτῳ· πορεύθητι, καὶ ; πορεύεται, καὶ ; ἄλλῳ· ἔρχου, καὶ ; ἔρχεται, καὶ ; τῷ ; δούλῳ ; μου· ποίησον τοῦτο, καὶ ; ποιεῖ.¶
بَلِ اذْهَبُوا بِالْحَرِيِّ إِلَى خِرَافِ بَيْتِ إِسْرَائِيلَ الضَّالَّةِ.
δὲ πορεύεσθε μᾶλλον πρὸς τὰ ; πρόβατα τὰ ; οἴκου Ἰσραήλ.¶ ἀπολωλότα
فَأَجَابَ يَسُوعُ وَقَالَ لَهُمَا: اذْهَبَا وَأَخْبِرَا يُوحَنَّا بِمَا تَسْمَعَانِ وَتَنْظُرَانِ:
Καὶ ; ἀποκριθεὶς ὁ ; Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· πορευθέντες ἀπαγγείλατε Ἰωάννῃ ἃ ἀκούετε καὶ ; βλέπετε·
وَبَيْنَمَا ذَهَبَ هذَانِ ابْتَدَأَ يَسُوعُ يَقُولُ لِلْجُمُوعِ عَنْ يُوحَنَّا: مَاذَا خَرَجْتُمْ إِلَى الْبَرِّيَّةِ لِتَنْظُرُوا. أَقَصَبَةً تُحَرِّكُهَا الرِّيحُ.
δὲ πορευομένων Τούτων ἤρξατο ὁ ; Ἰησοῦς λέγειν τοῖς ; ὄχλοις περὶ Ἰωάννου· τί ἐξήλθατε εἰς τὴν ; ἔρημον θεάσασθαι; κάλαμον σαλευόμενον; ὑπὸ ; ἀνέμου
فِي ذلِكَ الْوَقْتِ ذَهَبَ يَسُوعُ فِي السَّبْتِ بَيْنَ الزُّرُوعِ، فَجَاعَ تَلاَمِيذُهُ وَابْتَدَأُوا يَقْطِفُونَ سَنَابِلَ وَيَأْكُلُونَ.
Ἐν ; ἐκείνῳ τῷ ; καιρῷ ἐπορεύθη ὁ ; Ἰησοῦς τοῖς ; σάββασιν διὰ τῶν ; σπορίμων· δὲ ; ἐπείνασαν οἱ ; μαθηταὶ καὶ ; ἤρξαντο τίλλειν στάχυας καὶ ; ἐσθίειν.
متى 12: 45 Mat.12.45
ثُمَّ يَذْهَبُ وَيَأْخُذُ مَعَهُ سَبْعَةَ أَرْوَاحٍ أُخَرَ أَشَرَّ مِنْهُ، فَتَدْخُلُ وَتَسْكُنُ هُنَاكَ، فَتَصِيرُ أَوَاخِرُ ذلِكَ الإِنْسَانِ أَشَرَّ مِنْ أَوَائِلِهِ. هكَذَا يَكُونُ أَيْضًا لِهذَا الْجِيلِ الشَّرِّيرِ.
τότε πορεύεται καὶ ; παραλαμβάνει μεθ᾽ ; ἑαυτοῦ ἑπτὰ πνεύματα ἕτερα πονηρότερα ἑαυτοῦ, καὶ ; εἰσελθόντα κατοικεῖ ἐκεῖ· καὶ ; γίνεται τὰ ; ἔσχατα ἐκείνου τοῦ ; ἀνθρώπου χείρονα τῶν ; πρώτων. οὕτως ἔσται καὶ ταύτῃ τῇ ; γενεᾷ τῇ ; πονηρᾷ.¶
متى 17: 27 Mat.17.27
وَلكِنْ لِئَلاَّ نُعْثِرَهُمُ، اذْهَبْ إِلَى الْبَحْرِ وَأَلْقِ صِنَّارَةً، وَالسَّمَكَةُ الَّتِي تَطْلُعُ أَوَّلاً خُذْهَا، وَمَتَى فَتَحْتَ فَاهَا تَجِدْ إِسْتَارًا، فَخُذْهُ وَأَعْطِهِمْ عَنِّي وَعَنْكَ.
ἵνα ; δὲ μὴ σκανδαλίσωμεν ; αὐτούς, πορευθεὶς εἰς τὴν ; θάλασσαν βάλε ἄγκιστρον καὶ ; τὸν ; ἰχθὺν ἀναβάντα πρῶτον ἆρον· καὶ ; ἀνοίξας τὸ ; στόμα ; αὐτοῦ εὑρήσεις στατῆρα. λαβὼν ; ἐκεῖνον δὸς ; αὐτοῖς ἀντὶ ; ἐμοῦ καὶ ; σοῦ.¶
متى 18: 12 Mat.18.12
مَاذَا تَظُنُّونَ. إِنْ كَانَ لإِنْسَانٍ مِئَةُ خَرُوفٍ، وَضَلَّ وَاحِدٌ مِنْهَا، أَفَلاَ يَتْرُكُ التِّسْعَةَ وَالتِّسْعِينَ عَلَى الْجِبَالِ وَيَذْهَبُ يَطْلُبُ الضَّالَّ.
Τί ὑμῖν ; δοκεῖ; ἐὰν γένηταί τινι ; ἀνθρώπῳ ἑκατὸν πρόβατα καὶ ; πλανηθῇ ἓν ἐξ ; αὐτῶν, οὐχὶ ἀφεῖς τὰ ; ἐννέα ἐνενήκοντα ἐπὶ τὰ ; ὄρη, πορευθεὶς ζητεῖ τὸ ; πλανώμενον;
متى 19: 15 Mat.19.15
فَوَضَعَ يَدَيْهِ عَلَيْهِمْ، وَمَضَى مِنْ هُنَاكَ.
καὶ ; ἐπιθεὶς τὰς ; χεῖρας αὐτοῖς ἐπορεύθη ἐκεῖθεν.¶
قَائِلاً لَهُمَا: اِذْهَبَا إِلَى الْقَرْيَةِ الَّتِي أَمَامَكُمَا، فَلِلْوَقْتِ تَجِدَانِ أَتَانًا مَرْبُوطَةً وَجَحْشًا مَعَهَا، فَحُّلاَهُمَا وَأْتِيَاني بِهِمَا.
λέγων αὐτοῖς· Πορεύθητε εἰς τὴν ; κώμην τὴν ἀπέναντι; ὑμῶν. καὶ ; εὐθέως εὑρήσετε ὄνον δεδεμένην καὶ ; πῶλον μετ᾽ ; αὐτῆς· λύσαντες ἀγάγετέ ; μοι.
متى 22: 15 Mat.22.15
حِينَئِذٍ ذَهَبَ الْفَرِّيسِيُّونَ وَتَشَاوَرُوا لِكَيْ يَصْطَادُوهُ بِكَلِمَةٍ.
Τότε πορευθέντες οἱ ; Φαρισαῖοι συμβούλιον ; ἔλαβον ὅπως παγιδεύσωσιν ; αὐτὸν ἐν ; λόγῳ.
ثُمَّ خَرَجَ يَسُوعُ وَمَضَى مِنَ الْهَيْكَلِ، فَتَقَدَّمَ تَلاَمِيذُهُ لِكَيْ يُرُوهُ أَبْنِيَةَ الْهَيْكَلِ.
Καὶ ἐξελθὼν ὁ ; Ἰησοῦς ἐπορεύετο, ἀπὸ τοῦ ; ἱεροῦ καὶ ; προσῆλθον οἱ ; μαθηταὶ ; αὐτοῦ ἐπιδεῖξαι ; αὐτῷ τὰς ; οἰκοδομὰς τοῦ ; ἱεροῦ.¶
متى 25: 41 Mat.25.41
ثُمَّ يَقُولُ أَيْضًا لِلَّذِينَ عَنِ الْيَسَارِ: اذْهَبُوا عَنِّي يَا مَلاَعِينُ إِلَى النَّارِ الأَبَدِيَّةِ الْمُعَدَّةِ لإِبْلِيسَ وَمَلاَئِكَتِهِ،
Τότε ἐρεῖ καὶ τοῖς ἐξ εὐωνύμων· πορεύεσθε ἀπ᾽ ; ἐμοῦ οἱ ; κατηραμένοι εἰς τὸ ; πῦρ τὸ ; αἰώνιον τὸ ; ἡτοιμασμένον τῷ ; διαβόλῳ καὶ ; τοῖς ; ἀγγέλοις ; αὐτοῦ.
متى 26: 14 Mat.26.14
حِينَئِذٍ ذَهَبَ وَاحِدٌ مِنَ الاثْنَيْ عَشَرَ، الَّذِي يُدْعَى يَهُوذَا الإِسْخَرْيُوطِيَّ، إِلَى رُؤَسَاءِ الْكَهَنَةِ
Τότε πορευθεὶς εἷς τῶν δώδεκα, ὁ λεγόμενος Ἰούδας Ἰσκαριώτης, πρὸς τοὺς ; ἀρχιερεῖς
متى 27: 66 Mat.27.66
فَمَضَوْا وَضَبَطُوا الْقَبْرَ بِالْحُرَّاسِ وَخَتَمُوا الْحَجَرَ.
Οἱ ; δὲ ; πορευθέντες ἠσφαλίσαντο τὸν ; τάφον μετὰ ; τῆς ; κουστωδίας.¶ σφραγίσαντες τὸν ; λίθον
وَاذْهَبَا سَرِيعًا قُولاَ لِتَلاَمِيذِهِ: إِنَّهُ قَدْ قَامَ مِنَ الأَمْوَاتِ. هَا هُوَ يَسْبِقُكُمْ إِلَى الْجَلِيلِ. هُنَاكَ تَرَوْنَهُ. هَا أَنَا قَدْ قُلْتُ لَكُمَا.
καὶ ; πορευθεῖσαι ταχὺ εἴπατε τοῖς ; μαθηταῖς ; αὐτοῦ ὅτι ἠγέρθη ἀπὸ τῶν ; νεκρῶν, καὶ ; ἰδοὺ προάγει εἰς τὴν ; Γαλιλαίαν· ἐκεῖ αὐτὸν ; ὄψεσθε. ἰδοὺ εἶπον ὑμῖν.¶
وَفِيمَا هُمَا مُنْطَلِقَتَانِ لِتُخْبِرَا تَلاَمِيذَهُ إِذَا يَسُوعُ لاَقَاهُمَا وَقَالَ: سَلاَمٌ لَكُمَا. فَتَقَدَّمَتَا وَأَمْسَكَتَا بِقَدَمَيْهِ وَسَجَدَتَا لَهُ.
Ὡς ; δὲ ἐπορεύοντο ἀπαγγεῖλαι τοῖς ; μαθηταῖς ; αὐτοῦ καὶ ; ἰδοὺ ὁ ; Ἰησοῦς ἀπήντησεν; αὐταῖς λέγων· χαίρετε. δὲ ; προσελθοῦσαι ἐκράτησαν ; αἱ αὐτοῦ ; τοὺς ; πόδας καὶ ; προσεκύνησαν αὐτῷ.¶
متى 28: 11 Mat.28.11
وَفِيمَا هُمَا ذَاهِبَتَانِ إِذَا قَوْمٌ مِنَ الْحُرَّاسِ جَاءُوا إِلَى الْمَدِينَةِ وَأَخْبَرُوا رُؤَسَاءَ الْكَهَنَةِ بِكُلِّ مَا كَانَ.
δὲ ; αὐτῶν Πορευομένων ἰδού τινες τῆς κουστωδίας ἐλθόντες εἰς τὴν ; πόλιν ἀπήγγειλαν τοῖς ; ἀρχιερεῦσιν ἅπαντα τὰ γενόμενα.
متى 28: 16 Mat.28.16
وَأَمَّا الأَحَدَ عَشَرَ تِلْمِيذًا فَانْطَلَقُوا إِلَى الْجَلِيلِ إِلَى الْجَبَلِ، حَيْثُ أَمَرَهُمْ يَسُوعُ.
δὲ ἕνδεκα ; Οἱ μαθηταὶ ἐπορεύθησαν εἰς τὴν ; Γαλιλαίαν εἰς τὸ ; ὄρος οὗ ἐτάξατο ; αὐτοῖς ὁ ; Ἰησοῦς.
فَذَهَبَتْ هذِهِ وَأَخْبَرَتِ الَّذِينَ كَانُوا مَعَهُ وَهُمْ يَنُوحُونَ وَيَبْكُونَ.
πορευθεῖσα ἐκείνη ἀπήγγειλεν τοῖς μετ᾽ ; αὐτοῦ γενομένοις, πενθοῦσιν καὶ ; κλαίουσιν.
وَبَعْدَ ذلِكَ ظَهَرَ بِهَيْئَةٍ أُخْرَى لاثْنَيْنِ مِنْهُمْ، وَهُمَا يَمْشِيَانِ مُنْطَلِقَيْنِ إِلَى الْبَرِّيَّةِ.
δὲ ; μετὰ ταῦτα ἐφανερώθη ἐν ; μορφῇ ἑτέρᾳ δυσὶν ἐξ ; αὐτῶν περιπατοῦσιν πορευομένοις εἰς ἀγρόν.
وَقَالَ لَهُمُ: اذْهَبُوا إِلَى الْعَالَمِ أَجْمَعَ وَاكْرِزُوا بِالإِنْجِيلِ لِلْخَلِيقَةِ كُلِّهَا.
Καὶ ; εἶπεν αὐτοῖς· πορευθέντες εἰς τὸν ; κόσμον ἅπαντα κηρύξατε τὸ ; εὐαγγέλιον τῇ ; κτίσει. πάσῃ
وَكَانَا كِلاَهُمَا بَارَّيْنِ أَمَامَ اللهِ، سَالِكَيْنِ فِي جَمِيعِ وَصَايَا الرَّبِّ وَأَحْكَامِهِ بِلاَ لَوْمٍ.
ἦσαν ; δὲ ἀμφότεροι δίκαιοι ἐνώπιον τοῦ ; θεοῦ πορευόμενοι ἐν πάσαις ταῖς ; ἐντολαῖς τοῦ ; κυρίου καὶ ; δικαιώμασιν ἄμεμπτοι.
فَقَامَتْ مَرْيَمُ فِي تِلْكَ الأَيَّامِ وَذَهَبَتْ بِسُرْعَةٍ إِلَى الْجِبَالِ إِلَى مَدِينَةِ يَهُوذَا،
Ἀναστᾶσα ; δὲ Μαριὰμ ἐν ταύταις ταῖς ; ἡμέραις ἐπορεύθη μετὰ ; σπουδῆς εἰς τὴν ; ὀρεινὴν εἰς πόλιν Ἰούδα
فَذَهَبَ الْجَمِيعُ لِيُكْتَتَبُوا، كُلُّ وَاحِدٍ إِلَى مَدِينَتِهِ.
καὶ ; ἐπορεύοντο πάντες ἀπογράφεσθαι, ἕκαστος εἰς τὴν ; ἰδίαν; πόλιν.
وَكَانَ أَبَوَاهُ يَذْهَبَانِ كُلَّ سَنَةٍ إِلَى أُورُشَلِيمَ فِي عِيدِ الْفِصْحِ.
Καὶ οἱ ; γονεῖς ; αὐτοῦ ἐπορεύοντο κατ᾽ ἔτος εἰς Ἰερουσαλὴμ τῇ ἑορτῇ τοῦ ; πάσχα.¶