المعنى المختصر للكلمة
poreúomai:
to traverse, i.e.
travel (literally or figuratively
اللفظ الأصلي
πορεύομαι
نوع الكلمة
اسم
طريقة النطق
poreúomai
(por-yoo-om-ahee)
تكرار الورود في الكتاب
141
مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل
1
to traverse, i.e.
travel (literally or figuratively
2
especially to remove (figuratively,
die), live, etc.)
الإنجليزية — KJV Translation Tags
depart
go (away, forth, one's way, up)
(make a,
take a) journey
walk
أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك
أشكال الكلمة في النص الأصلي:
ἐπορεύθη (9×)
πορεύεσθαι (9×)
πορευθέντες (8×)
πορεύου (6×)
πορευθεὶς (6×)
πορεύομαι (5×)
πορευόμενοι (5×)
ἐπορεύοντο (4×)
شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (141 آية)
شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
أعمال الرسل 5: 20
Act.5.20
اذْهَبُوا قِفُوا وَكَلِّمُوا الشَّعْبَ فِي الْهَيْكَلِ بِجَمِيعِ كَلاَمِ هذِهِ الْحَيَاةِ.
πορεύεσθε σταθέντες λαλεῖτε τῷ ; λαῷ ἐν τῷ ; ἱερῷ πάντα τὰ ; ῥήματα ταύτης. τῆς ; ζωῆς
أعمال الرسل 5: 41
Act.5.41
وَأَمَّا هُمْ فَذَهَبُوا فَرِحِينَ مِنْ أَمَامِ الْمَجْمَعِ، لأَنَّهُمْ حُسِبُوا مُسْتَأْهِلِينَ أَنْ يُهَانُوا مِنْ أَجْلِ اسْمِهِ.
μὲν ; οὖν Οἱ ἐπορεύοντο χαίροντες ἀπὸ προσώπου τοῦ ; συνεδρίου, ὅτι κατηξιώθησαν ἀτιμασθῆναι· ὑπὲρ τοῦ ; ὀνόματος ; αὐτοῦ
أعمال الرسل 8: 26
Act.8.26
ثُمَّ إِنَّ مَلاَكَ الرَّبِّ كَلَّمَ فِيلُبُّسَ قِائِلاً: قُمْ وَاذْهَبْ نَحْوَ الْجَنُوبِ، عَلَى الطَّرِيقِ الْمُنْحَدِرَةِ مِنْ أُورُشَلِيمَ إِلَى غَزَّةَ الَّتِي هِيَ بَرِّيَّةٌ.
δὲ Ἄγγελος κυρίου ἐλάλησεν πρὸς ; Φίλιππον λέγων· ἀνάστηθι καὶ ; πορεύου κατὰ μεσημβρίαν ἐπὶ τὴν ; ὁδὸν τὴν ; καταβαίνουσαν ἀπὸ Ἰερουσαλὴμ εἰς Γάζαν· αὕτη ἐστὶν ἔρημος.
أعمال الرسل 8: 27
Act.8.27
فَقَامَ وَذَهَبَ. وَإِذَا رَجُلٌ حَبَشِيٌّ خَصِيٌّ، وَزِيرٌ لِكَنْدَاكَةَ مَلِكَةِ الْحَبَشَةِ، كَانَ عَلَى جَمِيعِ خَزَائِنِهَا. فَهذَا كَانَ قَدْ جَاءَ إِلَى أُورُشَلِيمَ لِيَسْجُدَ.
καὶ ; ἀναστὰς ἐπορεύθη· καὶ ; ἰδοὺ ἀνὴρ Αἰθίοψ εὐνοῦχος δυνάστης Κανδάκης τῆς ; βασιλίσσης Αἰθιόπων, ὃς ; ἦν ἐπὶ πάσης γάζης ; αὐτῆς, ; τῆς ὃς ἐληλύθει εἰς Ἰερουσαλήμ, προσκυνήσων
أعمال الرسل 8: 36
Act.8.36
وَفِيمَا هُمَا سَائِرَانِ فِي الطَّرِيقِ أَقْبَلاَ عَلَى مَاءٍ، فَقَالَ الْخَصِيُّ: هُوَذَا مَاءٌ. مَاذَا يَمْنَعُ أَنْ أَعْتَمِدَ.
Ὡς ; δὲ ἐπορεύοντο κατὰ τὴν ; ὁδόν, ἦλθον ἐπί τι ; ὕδωρ καί ; φησιν εὐνοῦχος· ; ὁ ἰδοὺ ὕδωρ· τί κωλύει με ; βαπτισθῆναι;
أعمال الرسل 8: 39
Act.8.39
وَلَمَّا صَعِدَا مِنَ الْمَاءِ، خَطِفَ رُوحُ الرَّبِّ فِيلُبُّسَ، فَلَمْ يُبْصِرْهُ الْخَصِيُّ أَيْضًا، وَذَهَبَ فِي طَرِيقِهِ فَرِحًا.
ὅτε ; δὲ ἀνέβησαν ἐκ τοῦ ; ὕδατος, ἥρπασεν πνεῦμα κυρίου τὸν ; Φίλιππον, καὶ ; οὐκ εἶδεν ; αὐτὸν ὁ ; εὐνοῦχος· οὐκέτι ἐπορεύετο γὰρ τὴν ; ὁδὸν ; αὐτοῦ χαίρων.¶
أعمال الرسل 9: 3
Act.9.3
وَفِي ذَهَابِهِ حَدَثَ أَنَّهُ اقْتَرَبَ إِلَى دِمَشْقَ فَبَغْتَةً أَبْرَقَ حَوْلَهُ نُورٌ مِنَ السَّمَاءِ،
ἐν ; δὲ τῷ ; πορεύεσθαι ἐγένετο αὐτὸν ἐγγίζειν τῇ ; Δαμασκῷ, ἐξαίφνης αὐτὸν ; περιήστραψεν φῶς ἀπὸ τοῦ ; οὐρανοῦ·
أعمال الرسل 9: 11
Act.9.11
لَهُ الرَّبُّ: قُمْ وَاذْهَبْ إِلَى الزُّقَاقِ الَّذِي يُقَالُ لَهُ الْمُسْتَقِيمُ، وَاطْلُبْ فِي بَيْتِ يَهُوذَا رَجُلاً طَرْسُوسِيًّا اسْمُهُ شَاوُلُ. لأَنَّهُ هُوَذَا يُصَلِّي،
πρὸς ; αὐτόν· ὁ ; κύριος ἀναστὰς πορεύθητι ἐπὶ τὴν ; ῥύμην τὴν ; καλουμένην εὐθεῖαν καὶ ; ζήτησον ἐν οἰκίᾳ Ἰούδα Ταρσέα· ὀνόματι Σαῦλον γὰρ ἰδοὺ προσεύχεται
أعمال الرسل 9: 15
Act.9.15
فَقَالَ لَهُ الرَّبُّ: اذْهَبْ. لأَنَّ هذَا لِي إِنَاءٌ مُخْتَارٌ لِيَحْمِلَ اسْمِي أَمَامَ أُمَمٍ وَمُلُوكٍ وَبَنِي إِسْرَائِيلَ.
Εἶπεν ; δὲ πρὸς ; αὐτὸν ὁ ; κύριος· πορεύου, ὅτι οὗτος ἐστίν ; μοι σκεῦος ἐκλογῆς τοῦ ; βαστάσαι τὸ ; ὄνομά ; μου ἐνώπιον ἐθνῶν καὶ ; βασιλέων υἱῶν ; τε Ἰσραήλ.
أعمال الرسل 9: 31
Act.9.31
وَأَمَّا الْكَنَائِسُ فِي جَمِيعِ الْيَهُودِيَّةِ وَالْجَلِيلِ وَالسَّامِرَةِ فَكَانَ لَهَا سَلاَمٌ، وَكَانَتْ تُبْنَى وَتَسِيرُ فِي خَوْفِ الرَّبِّ، وَبِتَعْزِيَةِ الرُّوحِ الْقُدُسِ كَانَتْ تَتَكَاثَرُ.
μὲν ; οὖν Αἱ; ἐκκλησίαι καθ᾽ ὅλης τῆς ; Ἰουδαίας καὶ ; Γαλιλαίας καὶ ; Σαμαρείας εἶχον εἰρήνην, οἰκοδομούμεναι καὶ ; πορευόμεναι τῷ ; φόβῳ τοῦ ; κυρίου, καὶ ; τῇ ; παρακλήσει τοῦ ; πνεύματος ἁγίου ἐπληθύνοντο
أعمال الرسل 10: 20
Act.10.20
لكِنْ قُمْ وَانْزِلْ وَاذْهَبْ مَعَهُمْ غَيْرَ مُرْتَابٍ لأَنِّي أَنَا قَدْ أَرْسَلْتُهُمْ.
ἀλλ᾽ ἀναστὰς κατάβηθι καὶ ; πορεύου σὺν ; αὐτοῖς μηδὲν διακρινόμενος, διότι ἐγὼ ἀπέσταλκα ; αὐτούς.
أعمال الرسل 12: 17
Act.12.17
فَأَشَارَ إِلَيْهِمْ بِيَدِهِ لِيَسْكُتُوا، وَحَدَّثَهُمْ كَيْفَ أَخْرَجَهُ الرَّبُّ مِنَ السِّجْنِ. وَقَالَ: أَخْبِرُوا يَعْقُوبَ وَالإِخْوَةَ بِهذَا. ثُمَّ خَرَجَ وَذَهَبَ إِلَى مَوْضِعٍ آخَرَ.
κατασείσας ; δὲ αὐτοῖς τῇ ; χειρὶ σιγᾶν, διηγήσατο ; αὐτοῖς πῶς αὐτὸν ; ἐξήγαγεν ὁ ; κύριος ἐκ τῆς ; φυλακῆς· εἶπέν δέ; ἀπαγγείλατε Ἰακώβῳ καὶ ; τοῖς ; ἀδελφοῖς ταῦτα. καὶ ἐξελθὼν ἐπορεύθη εἰς τόπον.¶ ἕτερον
أعمال الرسل 14: 16
Act.14.16
الَّذِي فِي الأَجْيَالِ الْمَاضِيَةِ تَرَكَ جَمِيعَ الأُمَمِ يَسْلُكُونَ فِي طُرُقِهِمْ
ὃς ἐν ταῖς ; γενεαῖς παρῳχημέναις εἴασεν πάντα τὰ ; ἔθνη πορεύεσθαι ταῖς ὁδοῖς ; αὐτῶν·
أعمال الرسل 16: 7
Act.16.7
فَلَمَّا أَتَوْا إِلَى مِيسِيَّا حَاوَلُوا أَنْ يَذْهَبُوا إِلَى بِثِينِيَّةَ، فَلَمْ يَدَعْهُمُ الرُّوحُ.
δὲ ἐλθόντες κατὰ τὴν ; Μυσίαν ἐπείραζον πορεύεσθαι κατὰ τὴν ; Βιθυνίαν καὶ ; οὐκ εἴασεν ; αὐτοὺς τὸ ; πνεῦμα
أعمال الرسل 16: 36
Act.16.36
فَأَخْبَرَ حَافِظُ السِّجْنِ بُولُسَ بِهذا الكَلاَّمِ أَنَّ الْوُلاَةَ قَدْ أَرْسَلُوا أَنْ تُطْلَقَا، فَاخْرُجَا الآنَ وَاذْهَبَا بِسَلاَمٍ.
ἀπήγγειλεν ; δὲ ὁ ; δεσμοφύλαξ τὸν ; Παῦλον τοὺς ; τούτους λόγους ὅτι οἱ ; στρατηγοὶ ἀπέσταλκαν ἵνα ἀπολυθῆτε· οὖν ; ἐξελθόντες νῦν πορεύεσθε ἐν ; εἰρήνῃ.¶
أعمال الرسل 17: 14
Act.17.14
فَحِينَئِذٍ أَرْسَلَ الإِخْوَةُ بُولُسَ لِلْوَقْتِ لِيَذْهَبَ كَمَا إِلَى الْبَحْرِ، وَأَمَّا سِيلاَ وَتِيمُوثَاوُسُ فَبَقِيَا هُنَاكَ.
δὲ ; τότε ἐξαπέστειλαν οἱ ; ἀδελφοὶ τὸν ; Παῦλον εὐθέως πορεύεσθαι ὡς ἐπὶ τὴν ; θάλασσαν· δὲ ὅ ; Σιλᾶς καὶ ; ὁ ; Τιμόθεος ὑπέμενον ἐκεῖ.
أعمال الرسل 18: 6
Act.18.6
وَإِذْ كَانُوا يُقَاوِمُونَ وَيُجَدِّفُونَ نَفَضَ ثِيَابَهُ وَقَالَ لَهُمْ: دَمُكُمْ عَلَى رُؤُوسِكُمْ. أَنَا بَرِيءٌ. مِنَ الآنَ أَذْهَبُ إِلَى الأُمَمِ.
δὲ αὐτῶν Ἀντιτασσομένων καὶ ; βλασφημούντων, ἐκτιναξάμενος τὰ ; ἱμάτια εἶπεν πρὸς ; αὐτούς· τὸ ; αἷμα ; ὑμῶν ἐπὶ τὴν ; κεφαλὴν ; ὑμῶν, ἐγώ· καθαρὸς ἀπὸ τοῦ ; νῦν πορεύσομαι.¶ εἰς τὰ ; ἔθνη
أعمال الرسل 19: 21
Act.19.21
وَلَمَّا كَمِلَتْ هذِهِ الأُمُورُ، وَضَعَ بُولُسُ فِي نَفْسِهِ أَنَّهُ بَعْدَمَا يَجْتَازُ فِي مَكِدُونِيَّةَ وَأَخَائِيَةَ يَذْهَبُ إِلَى أُورُشَلِيمَ، قَائِلاً: إِنِّي بَعْدَ مَا أَصِيرُ هُنَاكَ يَنْبَغِي أَنْ أَرَى رُومِيَةَ أَيْضًا.
Ὡς ; δὲ ἐπληρώθη ταῦτα, ἔθετο ὁ ; Παῦλος ἐν τῷ ; πνεύματι διελθὼν τὴν ; Μακεδονίαν καὶ ; Ἀχαΐαν πορεύεσθαι εἰς Ἱεροσόλυμα εἰπὼν ὅτι μετὰ τὸ ; γενέσθαι ; με ἐκεῖ, δεῖ με ; ἰδεῖν. Ῥώμην καὶ
أعمال الرسل 20: 1
Act.20.1
وَبَعْدَمَا انْتَهَى الشَّغَبُ، دَعَا بُولُسُ التَّلاَمِيذَ وَوَدَّعَهُمْ، وَخَرَجَ لِيَذْهَبَ إِلَى مَكِدُونِيَّةَ.
Μετὰ ; δὲ τὸ ; παύσασθαι τὸν ; θόρυβον προσκαλεσάμενος ὁ ; Παῦλος τοὺς ; μαθητὰς καὶ ; ἀσπασάμενος ἐξῆλθεν πορευθῆναι εἰς τὴν ; Μακεδονίαν.¶
أعمال الرسل 20: 22
Act.20.22
وَالآنَ هَا أَنَا أَذْهَبُ إِلَى أُورُشَلِيمَ مُقَيَّدًا بِالرُّوحِ، لاَ أَعْلَمُ مَاذَا يُصَادِفُنِي هُنَاكَ.
Καὶ ; νῦν ἰδοὺ ἐγὼ πορεύομαι εἰς Ἰερουσαλὴμ δεδεμένος τῷ ; πνεύματι μὴ εἰδώς, τὰ συναντήσοντά ; μοι ἐν ; αὐτῇ
أعمال الرسل 21: 5
Act.21.5
وَلكِنْ لَمَّا اسْتَكْمَلْنَا الأَيَّامَ خَرَجْنَا ذَاهِبِينَ، وَهُمْ جَمِيعًا يُشَيِّعُونَنَا، مَعَ النِّسَاءِ وَالأَوْلاَدِ إِلَى خَارِجِ الْمَدِينَةِ. فَجَثَوْنَا عَلَى رُكَبِنَا عَلَى الشَّاطِئِ وَصَلَّيْنَا.
ὅτε ; δὲ ; ἐγένετο ἐξαρτίσαι ; ἡμᾶς τὰς ; ἡμέρας, ἐξελθόντες ἐπορευόμεθα πάντων προπεμπόντων ; ἡμᾶς σὺν γυναιξὶν καὶ ; τέκνοις ἕως ἔξω τῆς ; πόλεως, καὶ ; θέντες τὰ ; γόνατα ἐπὶ τὸν ; αἰγιαλὸν προσηυξάμεθα
أعمال الرسل 22: 5
Act.22.5
كَمَا يَشْهَدُ لِي أَيْضًا رَئِيسُ الْكَهَنَةِ وَجَمِيعُ الْمَشْيَخَةِ، الَّذِينَ إِذْ أَخَذْتُ أَيْضًا مِنْهُمْ رَسَائِلَ لِلإِخْوَةِ إِلَى دِمَشْقَ، ذَهَبْتُ لآتِيَ بِالَّذِينَ هُنَاكَ إِلَى أُورُشَلِيمَ مُقَيَّدِينَ لِكَيْ يُعَاقَبُوا.
ὡς μαρτυρεῖ μοι καὶ ὁ ; ἀρχιερεὺς καὶ ; πᾶν τὸ ; πρεσβυτέριον, ὧν δεξάμενος καὶ παρ᾽ ἐπιστολὰς πρὸς ; τοὺς ; ἀδελφοὺς εἰς Δαμασκὸν ἐπορευόμην, ἄξων τοὺς ἐκεῖσε ; ὄντας εἰς Ἰερουσαλὴμ δεδεμένους ἵνα τιμωρηθῶσιν.
أعمال الرسل 22: 6
Act.22.6
فَحَدَثَ لِي وَأَنَا ذَاهِبٌ وَمُتَقَرِّبٌ إِلَى دِمَشْقَ أَنَّهُ نَحْوَ نِصْفِ النَّهَارِ، بَغْتَةً أَبْرَقَ حَوْلِي مِنَ السَّمَاءِ نُورٌ عَظِيمٌ.
ἐγένετο ; δέ μοι πορευομένῳ καὶ ; ἐγγίζοντι τῇ ; Δαμασκῷ περὶ μεσημβρίαν ἐξαίφνης περιαστράψαι περὶ ; ἐμέ· ἐκ τοῦ ; οὐρανοῦ φῶς ἱκανὸν
أعمال الرسل 22: 10
Act.22.10
فَقُلْتُ: مَاذَا أَفْعَلُ يَا رَبُّ. فَقَالَ لِي الرَّبُّ: قُمْ وَاذْهَبْ إِلَى دِمَشْقَ، وَهُنَاكَ يُقَالُ لَكَ عَنْ جَمِيعِ مَا تَرَتَّبَ لَكَ أَنْ تَفْعَلَ.
εἶπον ; δέ· τί ποιήσω κύριε; ὁ ; δὲ ; εἶπεν πρός ; με· κύριος ἀναστὰς πορεύου εἰς Δαμασκόν, κἀκεῖ λαληθήσεται σοι περὶ πάντων ὧν τέτακταί σοι ποιῆσαι.
أعمال الرسل 22: 21
Act.22.21
فَقَالَ لِي: اذْهَبْ، فَإِنِّي سَأُرْسِلُكَ إِلَى الأُمَمِ بَعِيدًا.
καὶ ; εἶπεν πρός ; με· πορεύου, ὅτι ; ἐγὼ ἐξαποστελῶ ; σε.¶ εἰς ἔθνη μακρὰν
أعمال الرسل 23: 23
Act.23.23
ثُمَّ دَعَا اثْنَيْنِ مِنْ قُوَّادِ الْمِئَاتِ وَقَالَ: أَعِدَّا مِئَتَيْ عَسْكَرِيٍّ لِيَذْهَبُوا إِلَى قَيْصَرِيَّةَ، وَسَبْعِينَ فَارِسًا وَمِئَتَيْ رَامِحٍ، مِنَ السَّاعَةِ الثَّالِثَةِ مِنَ اللَّيْلِ.
Καὶ προσκαλεσάμενος δύο ; τινὰς τῶν ἑκατονταρχῶν εἶπεν· ἑτοιμάσατε διακοσίους στρατιώτας ὅπως ; πορευθῶσιν ἕως Καισαρείας καὶ ; ἑβδομήκοντα ἱππεῖς καὶ ; διακοσίους δεξιολάβους ἀπὸ ὥρας τρίτης τῆς νυκτός,
أعمال الرسل 23: 32
Act.23.32
وَفِي الْغَدِ تَرَكُوا الْفُرْسَانَ يَذْهَبُونَ مَعَهُ وَرَجَعُوا إِلَى الْمُعَسْكَرِ.
τῇ ; δὲ ; ἐπαύριον ἐάσαντες τοὺς ; ἱππεῖς πορεύεσθαι σὺν ; αὐτῷ ὑπέστρεψαν εἰς τὴν ; παρεμβολήν·
أعمال الرسل 24: 25
Act.24.25
وَبَيْنَمَا كَانَ يَتَكَلَّمُ عَنِ الْبِرِّ وَالتَّعَفُّفِ وَالدَّيْنُونَةِ الْعَتِيدَةِ أَنْ تَكُونَ، ارْتَعَبَ فِيلِكْسُ، وَأَجَابَ: أَمَّا الآنَ فَاذْهَبْ، وَمَتَى حَصَلْتُ عَلَى وَقْتٍ أَسْتَدْعِيكَ.
διαλεγομένου ; δὲ ; αὐτοῦ περὶ δικαιοσύνης καὶ ; ἐγκρατείας καὶ ; τοῦ ; κρίματος τοῦ ; μέλλοντος ἔσεσθαι ἔμφοβος ; γενόμενος ὁ ; Φῆλιξ ἀπεκρίθη· τὸ νῦν πορεύου· δὲ μεταλαβὼν καιρὸν μετακαλέσομαί ; σε·
أعمال الرسل 25: 12
Act.25.12
حِينَئِذٍ تَكَلَّمَ فَسْتُوسُ مَعَ أَرْبَابِ الْمَشُورَةِ، فَأَجَابَ: إِلَى قَيْصَرَ رَفَعْتَ دَعْوَاكَ. إِلَى قَيْصَرَ تَذْهَبُ..
Τότε συλλαλήσας ὁ ; Φῆστος μετὰ τοῦ ; συμβουλίου ἀπεκρίθη· Καίσαρα ἐπικέκλησαι, ἐπὶ Καίσαρα πορεύσῃ.¶
أعمال الرسل 25: 20
Act.25.20
وَإِذْ كُنْتُ مُرْتَابًا فِي الْمَسْأَلَةِ عَنْ هذَا قُلْتُ: أَلَعَلَّهُ يَشَاءُ أَنْ يَذْهَبَ إِلَى أُورُشَلِيمَ، وَيُحَاكَمَ هُنَاكَ مِنْ جِهَةِ هذِهِ الأُمُورِ.
δὲ ἐγὼ ἀπορούμενος εἰς ζήτησιν περὶ τούτου ἔλεγον βούλοιτο ; εἰ πορεύεσθαι εἰς Ἱεροσόλυμα κρίνεσθαι κἀκεῖ περὶ τούτων.