ك
إصحاح
G3613
G3614. oikía
G3615
المعنى المختصر للكلمة
oikía: properly, residence (abstractly), but usually (concretely) an abode (literally or figuratively)
اللفظ الأصلي οἰκία
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق oikía (oy-kee-ah)
تكرار الورود في الكتاب 82 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل
1 properly, residence (abstractly), but usually (concretely) an abode (literally or figuratively)
2 by implication, a family (especially domestics)
الإنجليزية — KJV Translation Tags
home house(-hold)

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

τὴν ; οἰκίαν (14×) τῇ ; οἰκίᾳ (11×) οἰκίᾳ (6×) οἰκίας (6×) οἰκίαν (6×) εἰς ; τὴν ; οἰκίαν (5×) ἡ ; οἰκία (3×) τῆς ; οἰκίας (3×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (82 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
إِلاَّ وَيَأْخُذُ مِئَةَ ضِعْفٍ الآنَ فِي هذَا الزَّمَانِ، بُيُوتًا وَإِخْوَةً وَأَخَوَاتٍ وَأُمَّهَاتٍ وَأَوْلاَدًا وَحُقُولاً، مَعَ اضْطِهَادَاتٍ، وَفِي الدَّهْرِ الآتِي الْحَيَاةَ الأَبَدِيَّةَ.
ἐὰν ; μὴ λάβῃ ἑκατονταπλασίονα νῦν ἐν τούτῳ τῷ ; καιρῷ οἰκίας καὶ ; ἀδελφοὺς καὶ ; ἀδελφὰς καὶ ; μητέρας καὶ ; τέκνα καὶ ; ἀγροὺς μετὰ διωγμῶν καὶ ; ἐν τῷ ; αἰῶνι τῷ ; ἐρχομένῳ ζωὴν αἰώνιον.
الَّذِينَ يَأْكُلُونَ بُيُوتَ الأَرَامِلِ، وَلِعِلَّةٍ يُطِيلُونَ الصَّلَوَاتِ. هؤُلاَءِ يَأْخُذُونَ دَيْنُونَةً أَعْظَمَ.
οἱ κατεσθίοντες τὰς ; οἰκίας τῶν ; χηρῶν καὶ ; προφάσει μακρὰ προσευχόμενοι, οὗτοι λήμψονται κρίμα.¶ περισσότερον
وَالَّذِي عَلَى السَّطْحِ فَلاَ يَنْزِلْ إِلَى الْبَيْتِ وَلاَ يَدْخُلْ لِيَأْخُذَ مِنْ بَيْتِهِ شَيْئًا،
δὲ ; ὁ ἐπὶ τοῦ ; δώματος μὴ καταβάτω εἰς τὴν ; οἰκίαν μηδὲ εἰσελθάτω ἆραί ἐκ τῆς ; οἰκίας ; αὐτοῦ· τι
اِسْهَرُوا إِذًا، لأَنَّكُمْ لاَ تَعْلَمُونَ مَتَى يَأْتِي رَبُّ الْبَيْتِ، أَمَسَاءً، أَمْ نِصْفَ اللَّيْلِ، أَمْ صِيَاحَ الدِّيكِ، أَمْ صَبَاحًا.
γρηγορεῖτε οὖν· γὰρ οὐκ οἴδατε πότε ἔρχεται ὁ ; κύριος τῆς ; οἰκίας ὀψὲ ἢ μεσονυκτίου ἢ ἀλεκτοροφωνίας ἢ πρωΐ·
وَفِيمَا هُوَ فِي بَيْتِ عَنْيَا فِي بَيْتِ سِمْعَانَ الأَبْرَصِ، وَهُوَ مُتَّكِئٌ، جَاءَتِ امْرَأَةٌ مَعَهَا قَارُورَةُ طِيبِ نَارِدِينٍ خَالِصٍ كَثِيرِ الثَّمَنِ. فَكَسَرَتِ الْقَارُورَةَ وَسَكَبَتْهُ عَلَى رَأْسِهِ.
Καὶ ; ὄντος ; αὐτοῦ ἐν Βηθανίᾳ ἐν τῇ ; οἰκίᾳ Σίμωνος τοῦ ; λεπροῦ, αὐτοῦ κατακειμένου ἦλθεν γυνὴ ἔχουσα ἀλάβαστρον μύρου νάρδου πιστικῆς πολυτελοῦς. καὶ ; συντρίψασα τὸ; ἀλάβαστρον κατέχεεν κατὰ αὐτοῦ ; τῆς ; κεφαλῆς.
وَلَمَّا قَامَ مِنَ الْمَجْمَعِ دَخَلَ بَيْتَ سِمْعَانَ. وَكَانَتْ حَمَاةُ سِمْعَانَ قَدْ أَخَذَتْهَا حُمَّى شَدِيدَةٌ. فَسَأَلُوهُ مِنْ أَجْلِهَا.
δὲ Ἀναστὰς ἐκ τῆς ; συναγωγῆς εἰσῆλθεν εἰς ; τὴν ; οἰκίαν Σίμωνος. δὲ ; ἦν ἡ ; πενθερὰ τοῦ ; Σίμωνος συνεχομένη πυρετῷ μεγάλῳ, καὶ ; ἠρώτησαν ; αὐτὸν περὶ ; αὐτῆς.
يُشْبِهُ إِنْسَانًا بَنَى بَيْتًا، وَحَفَرَ وَعَمَّقَ وَوَضَعَ الأَسَاسَ عَلَى الصَّخْرِ. فَلَمَّا حَدَثَ سَيْلٌ صَدَمَ النَّهْرُ ذلِكَ الْبَيْتَ، فَلَمْ يَقْدِرْ أَنْ يُزَعْزِعَهُ، لأَنَّهُ كَانَ مُؤَسَّسًا عَلَى الصَّخْرِ.
ὅμοιός ; ἐστιν ἀνθρώπῳ οἰκοδομοῦντι οἰκίαν ὃς ; ἔσκαψεν καὶ ; ἐβάθυνεν καὶ ; ἔθηκεν θεμέλιον ἐπὶ τὴν ; πέτραν. δὲ γενομένης πλημμύρης προσέρηξεν ὁ ; ποταμὸς ἐκείνῃ, τῇ ; οἰκίᾳ καὶ ; οὐκ ἴσχυσεν σαλεῦσαι ; αὐτὴν γὰρ τεθεμελίωτο ἐπὶ τὴν ; πέτραν.¶
يُشْبِهُ إِنْسَانًا بَنَى بَيْتًا، وَحَفَرَ وَعَمَّقَ وَوَضَعَ الأَسَاسَ عَلَى الصَّخْرِ. فَلَمَّا حَدَثَ سَيْلٌ صَدَمَ النَّهْرُ ذلِكَ الْبَيْتَ، فَلَمْ يَقْدِرْ أَنْ يُزَعْزِعَهُ، لأَنَّهُ كَانَ مُؤَسَّسًا عَلَى الصَّخْرِ.
ὅμοιός ; ἐστιν ἀνθρώπῳ οἰκοδομοῦντι οἰκίαν ὃς ; ἔσκαψεν καὶ ; ἐβάθυνεν καὶ ; ἔθηκεν θεμέλιον ἐπὶ τὴν ; πέτραν. δὲ γενομένης πλημμύρης προσέρηξεν ὁ ; ποταμὸς ἐκείνῃ, τῇ ; οἰκίᾳ καὶ ; οὐκ ἴσχυσεν σαλεῦσαι ; αὐτὴν γὰρ τεθεμελίωτο ἐπὶ τὴν ; πέτραν.¶
وَأَمَّا الَّذِي يَسْمَعُ وَلاَ يَعْمَلُ، فَيُشْبِهُ إِنْسَانًا بَنَى بَيْتَهُ عَلَى الأَرْضِ مِنْ دُونِ أَسَاسٍ، فَصَدَمَهُ النَّهْرُ فَسَقَطَ حَالاً، وَكَانَ خَرَابُ ذلِكَ الْبَيْتِ عَظِيمًا..
δὲ Ὁ ἀκούσας καὶ ; μὴ ποιήσας ὅμοιός ; ἐστιν ἀνθρώπῳ οἰκοδομήσαντι οἰκίαν ἐπὶ τὴν ; γῆν χωρὶς θεμελίου ᾗ ; προσέρηξεν ὁ ; ποταμός, ἔπεσεν εὐθὺς καὶ ; ἐγένετο τὸ ; ῥῆγμα τῆς ; ἐκείνης οἰκίας μέγα.¶
وَأَمَّا الَّذِي يَسْمَعُ وَلاَ يَعْمَلُ، فَيُشْبِهُ إِنْسَانًا بَنَى بَيْتَهُ عَلَى الأَرْضِ مِنْ دُونِ أَسَاسٍ، فَصَدَمَهُ النَّهْرُ فَسَقَطَ حَالاً، وَكَانَ خَرَابُ ذلِكَ الْبَيْتِ عَظِيمًا..
δὲ Ὁ ἀκούσας καὶ ; μὴ ποιήσας ὅμοιός ; ἐστιν ἀνθρώπῳ οἰκοδομήσαντι οἰκίαν ἐπὶ τὴν ; γῆν χωρὶς θεμελίου ᾗ ; προσέρηξεν ὁ ; ποταμός, ἔπεσεν εὐθὺς καὶ ; ἐγένετο τὸ ; ῥῆγμα τῆς ; ἐκείνης οἰκίας μέγα.¶
فَذَهَبَ يَسُوعُ مَعَهُمْ. وَإِذْ كَانَ غَيْرَ بَعِيدٍ عَنِ الْبَيْتِ، أَرْسَلَ إِلَيْهِ قَائِدُ الْمِئَةِ أَصْدِقَاءَ يَقُولُ لَهُ: يَا سَيِّدُ، لاَ تَتْعَبْ. لأَنِّي لَسْتُ مُسْتَحِقًّا أَنْ تَدْخُلَ تَحْتَ سَقْفِي.
ἐπορεύετο ; δὲ Ὁ ; Ἰησοῦς σὺν ; αὐτοῖς. αὐτοῦ οὐ μακρὰν ἀπέχοντος ; ἀπὸ τῆς ; οἰκίας ἔπεμψεν πρὸς ; αὐτὸν ὁ ; ἑκατοντάρχης φίλους λέγων αὐτῷ· κύριε, μὴ σκύλλου· γὰρ ; εἰμι οὐ ἱκανός ἵνα εἰσέλθῃς, ὑπὸ τὴν ; στέγην ; μου
وَسَأَلَهُ وَاحِدٌ مِنَ الْفَرِّيسِيِّينَ أَنْ يَأْكُلَ مَعَهُ، فَدَخَلَ بَيْتَ الْفَرِّيسِيِّ وَاتَّكَأَ.
Ἠρώτα ; δέ ; αὐτὸν τις τῶν Φαρισαίων ἵνα φάγῃ μετ᾽ ; αὐτοῦ. καὶ ; εἰσελθὼν εἰς ; τὴν; οἶκὶαν τοῦ ; Φαρισαίου ἀνεκλίθη
وَإِذَا امْرَأَةٌ فِي الْمَدِينَةِ كَانَتْ خَاطِئَةً، إِذْ عَلِمَتْ أَنَّهُ مُتَّكِئٌ فِي بَيْتِ الْفَرِّيسِيِّ، جَاءَتْ بِقَارُورَةِ طِيبٍ
καὶ ; ἰδοὺ γυνὴ ἐν τῇ ; πόλει ἥτις ; ἦν ἁμαρτωλός. καὶ ; ἐπιγνοῦσα ὅτι ἀνάκειται ἐν τῇ ; οἰκίᾳ τοῦ ; Φαρισαίου, κομίσασα ἀλάβαστρον μύρου
ثُمَّ الْتَفَتَ إِلَى الْمَرْأَةِ وَقَالَ لِسِمْعَانَ: أَتَنْظُرُ هذِهِ الْمَرْأَةَ. إِنِّي دَخَلْتُ بَيْتَكَ، وَمَاءً لأَجْلِ رِجْلَيَّ لَمْ تُعْطِ. وَأَمَّا هِيَ فَقَدْ غَسَلَتْ رِجْلَيَّ بِالدُّمُوعِ وَمَسَحَتْهُمَا بِشَعْرِ رَأْسِهَا.
καὶ στραφεὶς πρὸς τὴν ; γυναῖκα ἔφη· τῷ ; Σίμωνι βλέπεις ταύτην τὴν ; γυναῖκα; εἰσῆλθόν σου ; εἰς ; τὴν ; οἰκίαν, ὕδωρ ἐπὶ τοὺς ; πόδας ; μου οὐκ ἔδωκας· δὲ ἔβρεξέν μου ; τοὺς ; πόδας δάκρυσιν ; τοῖς καὶ ; ἐξέμαξεν. ταῖς ; θριξὶν τὴς ; κεφαλῆς ; αὐτῆς
وَلَمَّا خَرَجَ إِلَى الأَرْضِ اسْتَقْبَلَهُ رَجُلٌ مِنَ الْمَدِينَةِ كَانَ فِيهِ شَيَاطِينُ مُنْذُ زَمَانٍ طَوِيل، وَكَانَ لاَ يَلْبَسُ ثَوْبًا، وَلاَ يُقِيمُ فِي بَيْتٍ، بَلْ فِي الْقُبُورِ.
δὲ Ἐξελθόντι ; αὐτῷ ἐπὶ τὴν ; γῆν ὑπήντησεν ; αὐτῷ ἀνήρ ; τις ἐκ τῆς ; πόλεως εἶχεν; ὃς δαιμόνια. καὶ ; ἐκ χρόνων ἱκανῶν οὐκ ἐνεδιδύσκετο ἱμάτιον καὶ ; οὐκ ἔμενεν ἐν οἰκίᾳ ἀλλ᾽ ἐν τοῖς ; μνήμασιν.
فَلَمَّا جَاءَ إِلَى الْبَيْتِ لَمْ يَدَعْ أَحَدًا يَدْخُلُ إِلاَّ بُطْرُسَ وَيَعْقُوبَ وَيُوحَنَّا، وَأَبَا الصَّبِيَّةِ وَأُمَّهَا.
δὲ εἰσελθὼν εἰς τὴν ; οἰκίαν οὐκ ἀφῆκεν οὐδένα εἰσελθεῖν εἰ ; μὴ Πέτρον καὶ ; Ἰάκωβον, καὶ ; Ἰωάννην καὶ ; τὸν ; πατέρα τῆς ; παιδὸς καὶ ; τὴν ; μητέρα.
وَأَيُّ بَيْتٍ دَخَلْتُمُوهُ فَهُنَاكَ أَقِيمُوا، وَمِنْ هُنَاكَ اخْرُجُوا.
καὶ ; εἰς ; ἣν ; ἂν οἰκίαν εἰσέλθητε, ἐκεῖ μένετε καὶ ἐκεῖθεν ἐξέρχεσθε.
وَأَيُّ بَيْتٍ دَخَلْتُمُوهُ فَقُولُوا أَوَّلاً: سَلاَمٌ لِهذَا الْبَيْتِ.
ἣν ; δ᾽ ; ἂν οἰκίαν, εἰς ; εἰσέρχησθε λέγετε· πρῶτον εἰρήνη τῷ ; τούτῳ. οἴκῳ
وَأَقِيمُوا فِي ذلِكَ الْبَيْتِ آكِلِينَ وَشَارِبِينَ مِمَّا عِنْدَهُمْ، لأَنَّ الْفَاعِلَ مُسْتَحِقٌّ أُجْرَتَهُ. لاَ تَنْتَقِلُوا مِنْ بَيْتٍ إِلَى بَيْتٍ.
δὲ ; μένετε ἐν αὐτῇ τῇ ; οἰκίᾳ ἐσθίοντες καὶ ; πίνοντες τὰ παρ᾽ ; αὐτῶν· γὰρ ὁ ; ἐργάτης ἄξιος ; ἐστίν. τοῦ ; μισθοῦ ; αὐτοῦ μὴ μεταβαίνετε ἐξ οἰκίας εἰς οἰκίαν.
وَأَقِيمُوا فِي ذلِكَ الْبَيْتِ آكِلِينَ وَشَارِبِينَ مِمَّا عِنْدَهُمْ، لأَنَّ الْفَاعِلَ مُسْتَحِقٌّ أُجْرَتَهُ. لاَ تَنْتَقِلُوا مِنْ بَيْتٍ إِلَى بَيْتٍ.
δὲ ; μένετε ἐν αὐτῇ τῇ ; οἰκίᾳ ἐσθίοντες καὶ ; πίνοντες τὰ παρ᾽ ; αὐτῶν· γὰρ ὁ ; ἐργάτης ἄξιος ; ἐστίν. τοῦ ; μισθοῦ ; αὐτοῦ μὴ μεταβαίνετε ἐξ οἰκίας εἰς οἰκίαν.
وَأَقِيمُوا فِي ذلِكَ الْبَيْتِ آكِلِينَ وَشَارِبِينَ مِمَّا عِنْدَهُمْ، لأَنَّ الْفَاعِلَ مُسْتَحِقٌّ أُجْرَتَهُ. لاَ تَنْتَقِلُوا مِنْ بَيْتٍ إِلَى بَيْتٍ.
δὲ ; μένετε ἐν αὐτῇ τῇ ; οἰκίᾳ ἐσθίοντες καὶ ; πίνοντες τὰ παρ᾽ ; αὐτῶν· γὰρ ὁ ; ἐργάτης ἄξιος ; ἐστίν. τοῦ ; μισθοῦ ; αὐτοῦ μὴ μεταβαίνετε ἐξ οἰκίας εἰς οἰκίαν.
أَوْ أَيَّةُ امْرَأَةٍ لَهَا عَشْرَةُ دَرَاهِمَ، إِنْ أَضَاعَتْ دِرْهَمًا وَاحِدًا، أَلاَ تُوقِدُ سِرَاجًا وَتَكْنُسُ الْبَيْتَ وَتُفَتِّشُ بِاجْتِهَادٍ حَتَّى تَجِدَهُ.
Ἢ τίς γυνὴ ἔχουσα δέκα, δραχμὰς ἐὰν ἀπολέσῃ δραχμὴν μίαν, οὐχὶ ἅπτει λύχνον καὶ ; σαροῖ τὴν ; οἰκίαν καὶ ; ζητεῖ ἐπιμελῶς ἕως ; ὅτου εὕρῃ;
وَكَانَ ابْنُهُ الأَكْبَرُ فِي الْحَقْلِ. فَلَمَّا جَاءَ وَقَرُبَ مِنَ الْبَيْتِ، سَمِعَ صَوْتَ آلاَتِ طَرَبٍ وَرَقْصًا.
Ἦν ; δὲ ὁ ; υἱὸς ; αὐτοῦ ὁ ; πρεσβύτερος ἐν ἀγρῷ. καὶ ; ὡς ἐρχόμενος ἤγγισεν τῇ οἰκίᾳ, ἤκουσεν συμφωνίας καὶ ; χορῶν.
فِي ذلِكَ الْيَوْمِ مَنْ كَانَ عَلَى السَّطْحِ وَأَمْتِعَتُهُ فِي الْبَيْتِ فَلاَ يَنْزِلْ لِيَأْخُذَهَا، وَالَّذِي فِي الْحَقْلِ كَذلِكَ لاَ يَرْجعْ إِلَى الْوَرَاءِ.
ἐν ἐκείνῃ τῇ ; ἡμέρᾳ ὃς ἔσται ἐπὶ τοῦ ; δώματος καὶ ; τὰ ; σκεύη ; αὐτοῦ ἐν τῇ ; οἰκίᾳ, μὴ καταβάτω ἆραι ; αὐτά· καὶ ; ὁ ἐν τῷ ; ἀγρῷ ὁμοίως μὴ ἐπιστρεψάτω εἰς τὰ ; ὀπίσω.
فَقَالَ لَهُمُ: الْحَقَّ أَقُولُ لَكُمْ: إِنْ لَيْسَ أَحَدٌ تَرَكَ بَيْتًا أَوْ وَالِدَيْنِ أَوْ إِخْوَةً أَوِ امْرَأَةً أَوْ أَوْلاَدًا مِنْ أَجْلِ مَلَكُوتِ اللهِ،
Ὁ ; δὲ ; εἶπεν αὐτοῖς· ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι οὐδείς ; ἐστιν ἀφῆκεν οἰκίαν ἢ γονεῖς ἢ ἀδελφοὺς ἢ γυναῖκα ἢ τέκνα ἕνεκεν τῆς ; βασιλείας τοῦ ; θεοῦ,
اَلَّذِينَ يَأْكُلُونَ بُيُوتَ الأَرَامِلِ، وَلِعِلَّةٍ يُطِيلُونَ الصَّلَوَاتِ. هؤُلاَءِ يَأْخُذُونَ دَيْنُونَةً أَعْظَمَ..
οἳ κατεσθίουσιν τὰς ; οἰκίας τῶν ; χηρῶν καὶ ; προφάσει μακρὰ προσεύχονται· οὗτοι λήμψονται κρίμα.¶ περισσότερον
فَقَالَ لَهُمَا: إِذَا دَخَلْتُمَا الْمَدِينَةَ يَسْتَقْبِلُكُمَا إِنْسَانٌ حَامِلٌ جَرَّةَ مَاءٍ. اِتْبَعَاهُ إِلَى الْبَيْتِ حَيْثُ يَدْخُلُ،
ὁ ; δὲ ; εἶπεν αὐτοῖς· ἰδοὺ εἰσελθόντων ; ὑμῶν εἰς ; τὴν ; πόλιν συναντήσει ; ὑμῖν ἄνθρωπος βαστάζων. κεράμιον ὕδατος ἀκολουθήσατε ; αὐτῷ εἰς τὴν ; οἰκίαν οὗ εἰσπορεύεται·
وَقُولاَ لِرَبِّ الْبَيْتِ: يَقُولُ لَكَ الْمُعَلِّمُ: أَيْنَ الْمَنْزِلُ حَيْثُ آكُلُ الْفِصْحَ مَعَ تَلاَمِيذِي.
καὶ ; ἐρεῖτε τῷ ; οἰκοδεσπότῃ τῆς ; οἰκίας· λέγει σοι ὁ ; διδάσκαλος· ποῦ ; ἐστιν τὸ ; κατάλυμα ὅπου φάγω; τὸ ; πάσχα μετὰ τῶν ; μαθητῶν ; μου
وَالْعَبْدُ لاَ يَبْقَى فِي الْبَيْتِ إِلَى الأَبَدِ، أَمَّا الابْنُ فَيَبْقَى إِلَى الأَبَدِ.
ὁ ; δὲ ; δοῦλος οὐ μένει ἐν τῇ ; οἰκίᾳ εἰς τὸν ; αἰῶνα· δὲ ὁ ; υἱὸς μένει εἰς τὸν ; αἰῶνα.
ثُمَّ إِنَّ الْيَهُودَ الَّذِينَ كَانُوا مَعَهَا فِي الْبَيْتِ يُعَزُّونَهَا، لَمَّا رَأَوْا مَرْيَمَ قَامَتْ عَاجِلاً وَخَرَجَتْ، تَبِعُوهَا قَائِلِينَ: إِنَّهَا تَذْهَبُ إِلَى الْقَبْرِ لِتَبْكِيَ هُنَاكَ.
οὖν Οἱ ; Ἰουδαῖοι οἱ ὄντες μετ᾽ ; αὐτῆς ἐν τῇ ; οἰκίᾳ καὶ ; παραμυθούμενοι ; αὐτήν, ἰδόντες τὴν ; Μαριὰμ ὅτι ; ἀνέστη ταχέως καὶ ; ἐξῆλθεν, ἠκολούθησαν ; αὐτῇ, λέγοντες ὅτι ὑπάγει εἰς τὸ ; μνημεῖον ἵνα ; κλαύσῃ ἐκεῖ.