ك
إصحاح
G3613
G3614. oikía
G3615
المعنى المختصر للكلمة
oikía: properly, residence (abstractly), but usually (concretely) an abode (literally or figuratively)
اللفظ الأصلي οἰκία
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق oikía (oy-kee-ah)
تكرار الورود في الكتاب 82 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل
1 properly, residence (abstractly), but usually (concretely) an abode (literally or figuratively)
2 by implication, a family (especially domestics)
الإنجليزية — KJV Translation Tags
home house(-hold)

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

τὴν ; οἰκίαν (14×) τῇ ; οἰκίᾳ (11×) οἰκίᾳ (6×) οἰκίας (6×) οἰκίαν (6×) εἰς ; τὴν ; οἰκίαν (5×) ἡ ; οἰκία (3×) τῆς ; οἰκίας (3×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (82 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
فَأَخَذَتْ مَرْيَمُ مَنًا مِنْ طِيبِ نَارِدِينٍ خَالِصٍ كَثِيرِ الثَّمَنِ، وَدَهَنَتْ قَدَمَيْ يَسُوعَ، وَمَسَحَتْ قَدَمَيْهِ بِشَعْرِهَا، فَامْتَلأَ الْبَيْتُ مِنْ رَائِحَةِ الطِّيبِ.
οὖν ; λαβοῦσα ἡ ; Μαριὰμ λίτραν μύρου νάρδου πιστικῆς πολυτίμου ἤλειψεν τοὺς ; πόδας τοῦ ; Ἰησοῦ καὶ ; ἐξέμαξεν τοὺς ; πόδας ; αὐτοῦ· ταῖς ; θριξὶν ; αὐτῆς δὲ ; ἐπληρώθη ἡ ; οἰκία ἐκ τῆς ; ὀσμῆς τοῦ ; μύρου.
فِي بَيْتِ أَبِي مَنَازِلُ كَثِيرَةٌ، وَإِلاَّ فَإِنِّي كُنْتُ قَدْ قُلْتُ لَكُمْ. أَنَا أَمْضِي لأُعِدَّ لَكُمْ مَكَانًا،
ἐν τῇ ; οἰκίᾳ τοῦ ; πατρός ; μου μοναὶ πολλαί εἰ ; δὲ ; μή, εἶπον ; ἂν ὑμῖν· πορεύομαι ἑτοιμάσαι ὑμῖν. τόπον
إِذْ لَمْ يَكُنْ فِيهِمْ أَحَدٌ مُحْتَاجًا، لأَنَّ كُلَّ الَّذِينَ كَانُوا أَصْحَابَ حُقُول أَوْ بُيُوتٍ كَانُوا يَبِيعُونَهَا، وَيَأْتُونَ بِأَثْمَانِ الْمَبِيعَاتِ،
οὐδὲ ; γὰρ ὑπῇρχεν ἐν ; αὐτοῖς· τις ἐνδεής γὰρ ὅσοι κτήτορες χωρίων ἢ οἰκιῶν ὑπῆρχον πωλοῦντες ἔφερον τὰς ; τιμὰς τῶν ; πιπρασκομένων
لَهُ الرَّبُّ: قُمْ وَاذْهَبْ إِلَى الزُّقَاقِ الَّذِي يُقَالُ لَهُ الْمُسْتَقِيمُ، وَاطْلُبْ فِي بَيْتِ يَهُوذَا رَجُلاً طَرْسُوسِيًّا اسْمُهُ شَاوُلُ. لأَنَّهُ هُوَذَا يُصَلِّي،
πρὸς ; αὐτόν· ὁ ; κύριος ἀναστὰς πορεύθητι ἐπὶ τὴν ; ῥύμην τὴν ; καλουμένην εὐθεῖαν καὶ ; ζήτησον ἐν οἰκίᾳ Ἰούδα Ταρσέα· ὀνόματι Σαῦλον γὰρ ἰδοὺ προσεύχεται
فَمَضَى حَنَانِيَّا وَدَخَلَ الْبَيْتَ وَوَضَعَ عَلَيْهِ يَدَيْهِ وَقَالَ: أَيُّهَا الأَخُ شَاوُلُ، قَدْ أَرْسَلَنِي الرَّبُّ يَسُوعُ الَّذِي ظَهَرَ لَكَ فِي الطَّرِيقِ الَّذِي جِئْتَ فِيهِ، لِكَيْ تُبْصِرَ وَتَمْتَلِئَ مِنَ الرُّوحِ الْقُدُسِ.
Ἀπῆλθεν ; δὲ Ἁνανίας καὶ ; εἰσῆλθεν εἰς ; τὴν ; οἰκίαν, καὶ ; ἐπιθεὶς ἐπ᾽ ; αὐτὸν τὰς ; χεῖρας εἶπεν· ἀδελφέ, Σαοὺλ ἀπέσταλκέν ; με, ὁ ; κύριος Ἰησοῦς ὁ ; ὀφθείς σοι ἐν τῇ ; ὁδῷ ᾗ ἤρχου, ὅπως ἀναβλέψῃς καὶ ; πλησθῇς πνεύματος ἁγίου.
إِنَّهُ نَازِلٌ عِنْدَ سِمْعَانَ رَجُل دَبَّاغٍ بَيْتُهُ عِنْدَ الْبَحْرِ. هُوَ يَقُولُ لَكَ مَاذَا يَنْبَغِي أَنْ تَفْعَلَ.
οὗτος ξενίζεται παρά Σίμωνι τινι ; βυρσεῖ, ᾧ ; ἐστιν ; οἰκία παρὰ θάλασσαν οὗτος λαλήσει σοι τί σε ; δεῖ ποιεῖν.¶
وَإِذْ كَانَ بُطْرُسُ يَرْتَابُ فِي نَفْسِهِ: مَاذَا عَسَى أَنْ تَكُونَ الرُّؤْيَا الَّتِي رَآهَا.، إِذَا الرِّجَالُ الَّذِينَ أُرْسِلُوا مِنْ قِبَلِ كَرْنِيلِيُوسَ، وكَانُوا قَدْ سَأَلُوا عَنْ بَيْتِ سِمْعَانَ وَقَدْ وَقَفُوا عَلَى الْبَابِ
ὡς ; δὲ ὁ ; Πέτρος διηπόρει ἐν ἑαυτῷ τί ἂν εἴη τὸ ; ὅραμα ὃ εἶδεν, καὶ ; ἰδοὺ οἱ ; ἄνδρες οἱ ἀπεσταλμένοι ἀπὸ τοῦ ; Κορνηλίου διερωτήσαντες τὴν ; οἰκίαν Σίμωνος, ἐπέστησαν ἐπὶ τὸν ; πυλῶνα·
فَأَرْسِلْ إِلَى يَافَا وَاسْتَدْعِ سِمْعَانَ الْمُلَقَّبَ بُطْرُسَ. إِنَّهُ نَازِلٌ فِي بَيْتِ سِمْعَانَ رَجُل دَبَّاغٍ عِنْدَ الْبَحْرِ. فَهُوَ مَتَى جَاءَ يُكَلِّمُكَ.
πέμψον ; οὖν εἰς Ἰόππην καὶ ; μετακάλεσαι Σίμωνα ὃς ; ἐπικαλεῖται Πέτρος· οὗτος ξενίζεται ἐν οἰκίᾳ Σίμωνος βυρσέως παρὰ θάλασσαν ὃς παραγενόμενος λαλήσει ; σοι.
وَإِذَا ثَلاَثَةُ رِجَال قَدْ وَقَفُوا لِلْوَقْتِ عِنْدَ الْبَيْتِ الَّذِي كُنْتُ فِيهِ، مُرْسَلِينَ إِلَيَّ مِنْ قَيْصَرِيَّةَ.
καὶ ; ἰδοὺ τρεῖς ἄνδρες ἐπέστησαν ἐξαυτῆς ἐπὶ τὴν ; οἰκίαν ᾗ ἤμην ἐν ἀπεσταλμένοι πρός ; με. ἀπὸ Καισαρείας
ثُمَّ جَاءَ وَهُوَ مُنْتَبِهٌ إِلَى بَيْتِ مَرْيَمَ أُمِّ يُوحَنَّا الْمُلَقَّبِ مَرْقُسَ، حَيْثُ كَانَ كَثِيرُونَ مُجْتَمِعِينَ وَهُمْ يُصَلُّونَ.
τε ἦλθεν συνιδών ἐπὶ τὴν ; οἰκίαν τῆς ; Μαρίας τῆς ; μητρὸς Ἰωάννου ἐπικαλουμένου Μάρκου, οὗ ἦσαν ἱκανοὶ συνηθροισμένοι καὶ προσευχόμενοι.
فَغَارَ الْيَهُودُ غَيْرُ الْمُؤْمِنِينَ وَاتَّخَذُوا رِجَالاً أَشْرَارًا مِنْ أَهْلِ السُّوقِ، وَتَجَمَّعُوا وَسَجَّسُوا الْمَدِينَةَ، وَقَامُوا عَلَى بَيْتِ يَاسُونَ طَالِبِينَ أَنْ يُحْضِرُوهُمَا إِلَى الشَّعْبِ.
Ζηλώσαντες ; δὲ οἱ ; Ἰουδαῖοι οἱ ; ἀπειθοῦντες καὶ ; προσλαβόμενοι ἄνδρας ; τινὰς πονηροὺς τῶν ; ἀγοραίων καὶ ; ὀχλοποιήσαντες ἐθορύβουν τὴν ; πόλιν, τε; ἐπιστάντες τῇ ; οἰκίᾳ Ἰάσονος ἐζήτουν αὐτοὺς ; ἀγαγεῖν εἰς τὸν ; δῆμον·
فَانْتَقَلَ مِنْ هُنَاكَ وَجَاءَ إِلَى بَيْتِ رَجُل اسْمُهُ يُوسْتُسُ، كَانَ مُتَعَبِّدًا للهِ، وَكَانَ بَيْتُهُ مُلاَصِقًا لِلْمَجْمَعِ.
Καὶ ; μεταβὰς ἐκεῖθεν ἦλθεν εἰς ; οἰκίαν τινὸς ὀνόματι Ἰούστου σεβομένου τὸν ; θεόν, ἦν οὗ ; ἡ ; οἰκία συνομοροῦσα τῇ ; συναγωγῇ.
فَانْتَقَلَ مِنْ هُنَاكَ وَجَاءَ إِلَى بَيْتِ رَجُل اسْمُهُ يُوسْتُسُ، كَانَ مُتَعَبِّدًا للهِ، وَكَانَ بَيْتُهُ مُلاَصِقًا لِلْمَجْمَعِ.
Καὶ ; μεταβὰς ἐκεῖθεν ἦλθεν εἰς ; οἰκίαν τινὸς ὀνόματι Ἰούστου σεβομένου τὸν ; θεόν, ἦν οὗ ; ἡ ; οἰκία συνομοροῦσα τῇ ; συναγωγῇ.
أَفَلَيْسَ لَكُمْ بُيُوتٌ لِتَأْكُلُوا فِيهَا وَتَشْرَبُوا. أَمْ تَسْتَهِينُونَ بِكَنِيسَةِ اللهِ وَتُخْجِلُونَ الَّذِينَ لَيْسَ لَهُمْ. مَاذَا أَقُولُ لَكُمْ. أَأَمْدَحُكُمْ عَلَى هذَا. لَسْتُ أَمْدَحُكُمْ.
μὴ ; γὰρ ἔχετε οἰκίας ἐσθίειν εἰς ; τὸ καὶ ; πίνειν; ἢ καταφρονεῖτε τῆς ; ἐκκλησίας τοῦ ; θεοῦ καὶ ; καταισχύνετε τοὺς μὴ ἔχοντας; τί εἴπω ὑμῖν; ἐπαινέσω ; ὑμᾶς ἐν τούτῳ; οὐκ ἐπαινῶ.
وَأَطْلُبُ إِلَيْكُمْ أَيُّهَا الإِخْوَةُ: أَنْتُمْ تَعْرِفُونَ بَيْتَ اسْتِفَانَاسَ أَنَّهُمْ بَاكُورَةُ أَخَائِيَةَ، وَقَدْ رَتَّبُوا أَنْفُسَهُمْ لِخِدْمَةِ الْقِدِّيسِينَ،
Παρακαλῶ ; δὲ ὑμᾶς, ἀδελφοί· οἴδατε τὴν ; οἰκίαν Στεφανᾶ ὅτι ; ἐστὶν ἀπαρχὴ τῆς ; Ἀχαΐας καὶ ἔταξαν ἑαυτούς· εἰς ; διακονίαν τοῖς ; ἁγίοις
لأَنَّنَا نَعْلَمُ أَنَّهُ إِنْ نُقِضَ بَيْتُ خَيْمَتِنَا الأَرْضِيُّ، فَلَنَا فِي السَّمَاوَاتِ بِنَاءٌ مِنَ اللهِ، بَيْتٌ غَيْرُ مَصْنُوعٍ بِيَدٍ، أَبَدِيٌّ.
γὰρ Οἴδαμεν ὅτι ἐὰν καταλυθῇ, ἡ ; ἡμῶν ; οἰκία τοῦ ; σκήνους ἐπίγειος ἔχομεν, ἐν τοῖς ; οὐρανοῖς. οἰκοδομὴν ἐκ θεοῦ οἰκίαν ἀχειροποίητον αἰώνιον
لأَنَّنَا نَعْلَمُ أَنَّهُ إِنْ نُقِضَ بَيْتُ خَيْمَتِنَا الأَرْضِيُّ، فَلَنَا فِي السَّمَاوَاتِ بِنَاءٌ مِنَ اللهِ، بَيْتٌ غَيْرُ مَصْنُوعٍ بِيَدٍ، أَبَدِيٌّ.
γὰρ Οἴδαμεν ὅτι ἐὰν καταλυθῇ, ἡ ; ἡμῶν ; οἰκία τοῦ ; σκήνους ἐπίγειος ἔχομεν, ἐν τοῖς ; οὐρανοῖς. οἰκοδομὴν ἐκ θεοῦ οἰκίαν ἀχειροποίητον αἰώνιον
يُسَلِّمُ عَلَيْكُمْ جَمِيعُ الْقِدِّيسِينَ وَلاَ سِيَّمَا الَّذِينَ مِنْ بَيْتِ قَيْصَرَ.
ἀσπάζονται ὑμᾶς πάντες οἱ ; ἅγιοι, μάλιστα οἱ ἐκ οἰκίας.¶ Καίσαρος
وَمَعَ ذلِكَ أَيْضًا يَتَعَلَّمْنَ أَنْ يَكُنَّ بَطَّالاَتٍ، يَطُفْنَ فِي الْبُيُوتِ. وَلَسْنَ بَطَّالاَتٍ فَقَطْ بَلْ مِهْذَارَاتٌ أَيْضًا، وَفُضُولِيَّاتٌ، يَتَكَلَّمْنَ بِمَا لاَ يَجِبُ.
ἅμα ; δὲ καὶ μανθάνουσιν ἀργαὶ περιερχόμεναι οἰκίας. οὐ ἀργαί, μόνον ἀλλὰ φλύαροι καὶ καὶ ; περίεργοι, λαλοῦσαι τὰ μὴ δέοντα.¶
وَلكِنْ فِي بَيْتٍ كَبِيرٍ لَيْسَ آنِيَةٌ مِنْ ذَهَبٍ وَفِضَّةٍ فَقَطْ، بَلْ مِنْ خَشَبٍ وَخَزَفٍ أَيْضًا، وَتِلْكَ لِلْكَرَامَةِ وَهذِهِ لِلْهَوَانِ.
δὲ Ἐν οἰκίᾳ μεγάλῃ οὐκ ; ἔστιν σκεύη χρυσᾶ καὶ ; ἀργυρᾶ μόνον ἀλλὰ ξύλινα καὶ ; ὀστράκινα, καὶ καὶ ; ἃ ; μὲν εἰς ; τιμὴν ἃ ; δὲ εἰς ; ἀτιμίαν.
فَإِنَّهُ مِنْ هؤُلاَءِ هُمُ الَّذِينَ يَدْخُلُونَ الْبُيُوتَ، وَيَسْبُونَ نُسَيَّاتٍ مُحَمَّلاَتٍ خَطَايَا، مُنْسَاقَاتٍ بِشَهَوَاتٍ مُخْتَلِفَةٍ.
γάρ ἐκ τούτων εἰσιν οἱ ἐνδύνοντες εἰς ; τὰς ; οἰκίας καὶ ; αἰχμαλωτεύοντες τὰ ; γυναικάρια σεσωρευμένα ἁμαρτίαις, ἀγόμενα ἐπιθυμίαις ποικίλαις,
إِنْ كَانَ أَحَدٌ يَأْتِيكُمْ، وَلاَ يَجِيءُ بِهذَا التَّعْلِيمِ، فَلاَ تَقْبَلُوهُ فِي الْبَيْتِ، وَلاَ تَقُولُوا لَهُ سَلاَمٌ.
εἴ τις ἔρχεται ; πρὸς ; ὑμᾶς οὐ φέρει, ταύτην τὴν ; διδαχὴν μὴ λαμβάνετε ; αὐτὸν εἰς οἰκίαν, μὴ λέγετε· αὐτῷ χαίρειν