المعنى المختصر للكلمة
ho:
the (sometimes to be
supplied, at others omitted, in English idiom)
اللفظ الأصلي
ὁ
نوع الكلمة
اسم
طريقة النطق
ho
(ho)
تكرار الورود في الكتاب
1991
مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
the definite article;
المعنى والشرح المفصل
the (sometimes to be supplied, at others omitted, in English idiom)
الإنجليزية — KJV Translation Tags
the
this
that
one
he
she
it
etc
أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك
أشكال الكلمة في النص الأصلي:
ὁ (313×)
τῶν (162×)
οἱ (133×)
τοῖς (114×)
τῷ (103×)
τὰ (102×)
τοῦ (97×)
τὸ (90×)
شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (1991 آية)
شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
يوحنا 6: 35
Jhn.6.35
فَقَالَ لَهُمْ يَسُوعُ: أَنَا هُوَ خُبْزُ الْحَيَاةِ. مَنْ يُقْبِلْ إِلَيَّ فَلاَ يَجُوعُ، وَمَنْ يُؤْمِنْ بِي فَلاَ يَعْطَشُ أَبَدًا.
Εἶπεν ; δὲ αὐτοῖς ὁ ; Ἰησοῦς· ἐγώ εἰμι ὁ ; ἄρτος τῆς ; ζωῆς· ὁ ἐρχόμενος πρὸς ; ἐμὲ οὐ ; μὴ πεινάσῃ, καὶ ; ὁ πιστεύων εἰς ; ἐμὲ οὐ ; μὴ διψήσῃ πώποτε.
يوحنا 6: 35
Jhn.6.35
فَقَالَ لَهُمْ يَسُوعُ: أَنَا هُوَ خُبْزُ الْحَيَاةِ. مَنْ يُقْبِلْ إِلَيَّ فَلاَ يَجُوعُ، وَمَنْ يُؤْمِنْ بِي فَلاَ يَعْطَشُ أَبَدًا.
Εἶπεν ; δὲ αὐτοῖς ὁ ; Ἰησοῦς· ἐγώ εἰμι ὁ ; ἄρτος τῆς ; ζωῆς· ὁ ἐρχόμενος πρὸς ; ἐμὲ οὐ ; μὴ πεινάσῃ, καὶ ; ὁ πιστεύων εἰς ; ἐμὲ οὐ ; μὴ διψήσῃ πώποτε.
يوحنا 6: 37
Jhn.6.37
كُلُّ مَا يُعْطِينِي الآبُ فَإِلَيَّ يُقْبِلُ، وَمَنْ يُقْبِلْ إِلَيَّ لاَ أُخْرِجْهُ خَارِجًا.
πᾶν ὃ δίδωσίν ; μοι ὁ ; πατὴρ πρὸς ; ἐμὲ ἥξει, καὶ ; τὸν ἐρχόμενον πρὸς ; ἐμὲ οὐ ; μὴ ἐκβάλω ἔξω,
يوحنا 6: 38
Jhn.6.38
لأَنِّي قَدْ نَزَلْتُ مِنَ السَّمَاءِ، لَيْسَ لأَعْمَلَ مَشِيئَتِي، بَلْ مَشِيئَةَ الَّذِي أَرْسَلَنِي.
ὅτι καταβέβηκα ἐκ τοῦ ; οὐρανοῦ οὐχ ἵνα ; ποιῶ θέλημα ; ἐμὸν ; τὸ ; τὸ ἀλλὰ τὸ ; θέλημα τοῦ πέμψαντός ; με.
يوحنا 6: 38
Jhn.6.38
لأَنِّي قَدْ نَزَلْتُ مِنَ السَّمَاءِ، لَيْسَ لأَعْمَلَ مَشِيئَتِي، بَلْ مَشِيئَةَ الَّذِي أَرْسَلَنِي.
ὅτι καταβέβηκα ἐκ τοῦ ; οὐρανοῦ οὐχ ἵνα ; ποιῶ θέλημα ; ἐμὸν ; τὸ ; τὸ ἀλλὰ τὸ ; θέλημα τοῦ πέμψαντός ; με.
يوحنا 6: 39
Jhn.6.39
وَهذِهِ مَشِيئَةُ الآبِ الَّذِي أَرْسَلَنِي: أَنَّ كُلَّ مَا أَعْطَانِي لاَ أُتْلِفُ مِنْهُ بَلْ أُقِيمُهُ فِي الْيَوْمِ الأَخِيرِ.
τοῦτο ; δέ ; ἐστιν τὸ ; θέλημα πατρός, τοῦ πέμψαντός ; με ἵνα πᾶν ὃ δέδωκέν ; μοι μὴ ἀπολέσω ἐξ ; αὐτοῦ, ἀλλ᾽ ἀναστήσω ; αὐτὸ ἐν τῇ ; ἡμέρᾳ. ἐσχάτῃ
يوحنا 6: 44
Jhn.6.44
لاَ يَقْدِرُ أَحَدٌ أَنْ يُقْبِلَ إِلَيَّ إِنْ لَمْ يَجْتَذِبْهُ الآبُ الَّذِي أَرْسَلَنِي، وَأَنَا أُقِيمُهُ فِي الْيَوْمِ الأَخِيرِ.
οὐδεὶς ; δύναται ἐλθεῖν πρός ; με, ἐὰν μὴ ἑλκύσῃ ; αὐτόν, ὁ ; πατὴρ ὁ πέμψας ; με κἀγὼ ἀναστήσω ; αὐτὸν ἐν τῇ ; ἡμέρᾳ. ἐσχάτῃ
يوحنا 6: 45
Jhn.6.45
إِنَّهُ مَكْتُوبٌ فِي الأَنْبِيَاءِ: وَيَكُونُ الْجَمِيعُ مُتَعَلِّمِينَ مِنَ اللهِ. فَكُلُّ مَنْ سَمِعَ مِنَ الآبِ وَتَعَلَّمَ يُقْبِلُ إِلَيَّ.
ἔστιν γεγραμμένον ἐν τοῖς ; προφήταις· καὶ ; ἔσονται πάντες διδακτοὶ τοῦ ; θεοῦ. πᾶς ; οὖν ὁ ἀκούσας παρὰ τοῦ ; πατρὸς καὶ ; μαθὼν ἔρχεται πρὸς ; ἐμέ·
يوحنا 6: 46
Jhn.6.46
لَيْسَ أَنَّ أَحَدًا رَأَى الآبَ إِلاَّ الَّذِي مِنَ اللهِ. هذَا قَدْ رَأَى الآبَ.
οὐχ ὅτι τις ἑώρακέν τὸν ; πατέρα εἰ ; μὴ ὁ ὢν ; παρὰ τοῦ ; θεοῦ, οὗτος ἑώρακεν τὸν ; πατέρα.¶
يوحنا 6: 47
Jhn.6.47
اَلْحَقَّ الْحَقَّ أَقُولُ لَكُمْ: مَنْ يُؤْمِنُ بِي فَلَهُ حَيَاةٌ أَبَدِيَّةٌ.
Ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν· ὁ πιστεύων εἰς ; ἐμέ ἔχει ζωὴν αἰώνιον.
يوحنا 6: 51
Jhn.6.51
أَنَا هُوَ الْخُبْزُ الْحَيُّ الَّذِي نَزَلَ مِنَ السَّمَاءِ. إِنْ أَكَلَ أَحَدٌ مِنْ هذَا الْخُبْزِ يَحْيَا إِلَى الأَبَدِ. وَالْخُبْزُ الَّذِي أَنَا أُعْطِي هُوَ جَسَدِي الَّذِي أَبْذِلُهُ مِنْ أَجْلِ حَيَاةِ الْعَالَمِ.
Ἐγώ εἰμι ὁ ; ἄρτος ὁ ; ζῶν ὁ καταβάς· ἐκ τοῦ ; οὐρανοῦ ἐάν φάγῃ τις ἐκ τούτου τοῦ ; ἄρτου, ζήσεται εἰς τὸν ; αἰῶνα. καὶ ; ὁ ; ἄρτος ὃν ἐγὼ δώσω ἐστιν ἡ ; σάρξ ; μού ἣν ἐγὼ ; δώσω ὑπὲρ τῆς ; ζωῆς.¶ τοῦ ; κόσμου
يوحنا 6: 54
Jhn.6.54
مَنْ يَأْكُلُ جَسَدِي وَيَشْرَبُ دَمِي فَلَهُ حَيَاةٌ أَبَدِيَّةٌ، وَأَنَا أُقِيمُهُ فِي الْيَوْمِ الأَخِيرِ،
ὁ τρώγων μου ; τὴν ; σάρκα καὶ ; πίνων μου ; τὸ ; αἷμα ἔχει ζωὴν αἰώνιον, κἀγὼ ἀναστήσω ; αὐτὸν τῇ ἡμέρᾳ. ἐσχάτῃ
يوحنا 6: 54
Jhn.6.54
مَنْ يَأْكُلُ جَسَدِي وَيَشْرَبُ دَمِي فَلَهُ حَيَاةٌ أَبَدِيَّةٌ، وَأَنَا أُقِيمُهُ فِي الْيَوْمِ الأَخِيرِ،
ὁ τρώγων μου ; τὴν ; σάρκα καὶ ; πίνων μου ; τὸ ; αἷμα ἔχει ζωὴν αἰώνιον, κἀγὼ ἀναστήσω ; αὐτὸν τῇ ἡμέρᾳ. ἐσχάτῃ
يوحنا 6: 56
Jhn.6.56
مَنْ يَأْكُلْ جَسَدِي وَيَشْرَبْ دَمِي يَثْبُتْ فِيَّ وَأَنَا فِيهِ.
ὁ τρώγων μου ; τὴν ; σάρκα καὶ ; πίνων μου ; τὸ ; αἷμα μένει ἐν ; ἐμοὶ κἀγὼ ἐν ; αὐτῷ.
يوحنا 6: 57
Jhn.6.57
كَمَا أَرْسَلَنِي الآبُ الْحَيُّ، وَأَنَا حَيٌّ بِالآبِ، فَمَنْ يَأْكُلْنِي فَهُوَ يَحْيَا بِي.
καθὼς ἀπέστειλέν ; με ὁ ; πατὴρ ζῶν κἀγὼ ζῶ διὰ ; τὸν ; πατέρα, καὶ ; ὁ τρώγων ; με κἀκεῖνος ζήσεται δι᾽ ; ἐμέ.
يوحنا 6: 58
Jhn.6.58
هذَا هُوَ الْخُبْزُ الَّذِي نَزَلَ مِنَ السَّمَاءِ. لَيْسَ كَمَا أَكَلَ آبَاؤُكُمُ الْمَنَّ وَمَاتُوا. مَنْ يَأْكُلْ هذَا الْخُبْزَ فَإِنَّهُ يَحْيَا إِلَى الأَبَدِ.
οὗτός ἐστιν ὁ ; ἄρτος ὁ καταβάς, ἐξ τοῦ ; οὐρανοῦ οὐ καθὼς ἔφαγον οἱ ; πατέρες ; ὑμῶν τὸ ; μάννα καὶ ; ἀπέθανον· ὁ τρώγων τοῦτον τὸν ; ἄρτον ζήσεται εἰς τὸν ; αἰῶνα.¶
يوحنا 6: 58
Jhn.6.58
هذَا هُوَ الْخُبْزُ الَّذِي نَزَلَ مِنَ السَّمَاءِ. لَيْسَ كَمَا أَكَلَ آبَاؤُكُمُ الْمَنَّ وَمَاتُوا. مَنْ يَأْكُلْ هذَا الْخُبْزَ فَإِنَّهُ يَحْيَا إِلَى الأَبَدِ.
οὗτός ἐστιν ὁ ; ἄρτος ὁ καταβάς, ἐξ τοῦ ; οὐρανοῦ οὐ καθὼς ἔφαγον οἱ ; πατέρες ; ὑμῶν τὸ ; μάννα καὶ ; ἀπέθανον· ὁ τρώγων τοῦτον τὸν ; ἄρτον ζήσεται εἰς τὸν ; αἰῶνα.¶
يوحنا 6: 61
Jhn.6.61
فَعَلِمَ يَسُوعُ فِي نَفْسِهِ أَنَّ تَلاَمِيذَهُ يَتَذَمَّرُونَ عَلَى هذَا، فَقَالَ لَهُمْ: أَهذَا يُعْثِرُكُمْ.
Εἰδὼς ; δὲ ὁ ; Ἰησοῦς ἐν ἑαυτῷ ὅτι μαθηταὶ ; αὐτοῦ ; οἱ γογγύζουσιν περὶ τούτου εἶπεν αὐτοῖς· τοῦτο σκανδαλίζει; ; ὑμᾶς
يوحنا 6: 63
Jhn.6.63
اَلرُّوحُ هُوَ الَّذِي يُحْيِي. أَمَّا الْجَسَدُ فَلاَ يُفِيدُ شَيْئًا. اَلْكَلاَمُ الَّذِي أُكَلِّمُكُمْ بِهِ هُوَ رُوحٌ وَحَيَاةٌ،
τὸ ; πνεῦμά ἐστιν τὸ ζῳοποιοῦν, ἡ ; σὰρξ οὐκ ὠφελεῖ οὐδέν· τὰ ; ῥήματα ἃ ἐγὼ ; λαλῶ; ὑμῖν ἐστιν πνεῦμά καὶ ; ζωή ; ἐστιν.
يوحنا 6: 64
Jhn.6.64
وَلكِنْ مِنْكُمْ قَوْمٌ لاَ يُؤْمِنُونَ. لأَنَّ يَسُوعَ مِنَ الْبَدْءِ عَلِمَ مَنْ هُمُ الَّذِينَ لاَ يُؤْمِنُونَ، وَمَنْ هُوَ الَّذِي يُسَلِّمُهُ.
ἀλλ᾽ εἰσὶν ; ἐξ ; ὑμῶν τινες οἳ ; οὐ πιστεύουσιν. γὰρ ὁ ; Ἰησοῦς ἐξ ἀρχῆς ᾔδει τίνες εἰσὶν οἱ μὴ πιστεύοντες καὶ ; τίς ἐστιν ὁ παραδώσων ; αὐτόν.
يوحنا 6: 64
Jhn.6.64
وَلكِنْ مِنْكُمْ قَوْمٌ لاَ يُؤْمِنُونَ. لأَنَّ يَسُوعَ مِنَ الْبَدْءِ عَلِمَ مَنْ هُمُ الَّذِينَ لاَ يُؤْمِنُونَ، وَمَنْ هُوَ الَّذِي يُسَلِّمُهُ.
ἀλλ᾽ εἰσὶν ; ἐξ ; ὑμῶν τινες οἳ ; οὐ πιστεύουσιν. γὰρ ὁ ; Ἰησοῦς ἐξ ἀρχῆς ᾔδει τίνες εἰσὶν οἱ μὴ πιστεύοντες καὶ ; τίς ἐστιν ὁ παραδώσων ; αὐτόν.
يوحنا 7: 1
Jhn.7.1
وَكَانَ يَسُوعُ يَتَرَدَّدُ بَعْدَ هذَا فِي الْجَلِيلِ، لأَنَّهُ لَمْ يُرِدْ أَنْ يَتَرَدَّدَ فِي الْيَهُودِيَّةِ لأَنَّ الْيَهُودَ كَانُوا يَطْلُبُونَ أَنْ يَقْتُلُوهُ.
Καὶ ὁ ; Ἰησοῦς περιεπάτει μετὰ ταῦτα ἐν Γαλιλαίᾳ· ; τῇ γὰρ οὐ ἤθελεν περιπατεῖν, ἐν τῇ ; Ἰουδαίᾳ ὅτι οἱ ; Ἰουδαῖοι ἐζήτουν αὐτὸν ; ἀποκτεῖναι.
يوحنا 7: 13
Jhn.7.13
وَلكِنْ لَمْ يَكُنْ أَحَدٌ يَتَكَلَّمُ عَنْهُ جِهَارًا لِسَبَبِ الْخَوْفِ مِنَ الْيَهُودِ.
μέντοι οὐδεὶς ἐλάλει περὶ ; αὐτοῦ παρρησίᾳ διὰ τὸν ; φόβον τῶν Ἰουδαίων.¶
يوحنا 7: 16
Jhn.7.16
أَجَابَهُمْ يَسُوعُ وَقَالَ: تَعْلِيمِي لَيْسَ لِي بَلْ لِلَّذِي أَرْسَلَنِي.
Ἀπεκρίθη ; αὐτοῖς ὁ ; Ἰησοῦς καὶ ; εἶπεν· ἡ ; ἐμὴ ; διδαχὴ οὐκ ἔστιν ; ἐμὴ ἀλλὰ τοῦ πέμψαντός ; με·
يوحنا 7: 18
Jhn.7.18
مَنْ يَتَكَلَّمُ مِنْ نَفْسِهِ يَطْلُبُ مَجْدَ نَفْسِهِ، وَأَمَّا مَنْ يَطْلُبُ مَجْدَ الَّذِي أَرْسَلَهُ فَهُوَ صَادِقٌ وَلَيْسَ فِيهِ ظُلْمٌ.
ὁ λαλῶν ἀφ᾽ ἑαυτοῦ ζητεῖ· τὴν ; δόξαν τὴν ; ἰδίαν δὲ ὁ ζητῶν τὴν ; δόξαν τοῦ πέμψαντος ; αὐτόν, οὗτος ἀληθής ; ἐστιν, καὶ ; οὐκ ; ἔστιν. ἐν ; αὐτῷ ἀδικία
يوحنا 7: 18
Jhn.7.18
مَنْ يَتَكَلَّمُ مِنْ نَفْسِهِ يَطْلُبُ مَجْدَ نَفْسِهِ، وَأَمَّا مَنْ يَطْلُبُ مَجْدَ الَّذِي أَرْسَلَهُ فَهُوَ صَادِقٌ وَلَيْسَ فِيهِ ظُلْمٌ.
ὁ λαλῶν ἀφ᾽ ἑαυτοῦ ζητεῖ· τὴν ; δόξαν τὴν ; ἰδίαν δὲ ὁ ζητῶν τὴν ; δόξαν τοῦ πέμψαντος ; αὐτόν, οὗτος ἀληθής ; ἐστιν, καὶ ; οὐκ ; ἔστιν. ἐν ; αὐτῷ ἀδικία
يوحنا 7: 18
Jhn.7.18
مَنْ يَتَكَلَّمُ مِنْ نَفْسِهِ يَطْلُبُ مَجْدَ نَفْسِهِ، وَأَمَّا مَنْ يَطْلُبُ مَجْدَ الَّذِي أَرْسَلَهُ فَهُوَ صَادِقٌ وَلَيْسَ فِيهِ ظُلْمٌ.
ὁ λαλῶν ἀφ᾽ ἑαυτοῦ ζητεῖ· τὴν ; δόξαν τὴν ; ἰδίαν δὲ ὁ ζητῶν τὴν ; δόξαν τοῦ πέμψαντος ; αὐτόν, οὗτος ἀληθής ; ἐστιν, καὶ ; οὐκ ; ἔστιν. ἐν ; αὐτῷ ἀδικία
يوحنا 7: 28
Jhn.7.28
فَنَادَى يَسُوعُ وَهُوَ يُعَلِّمُ فِي الْهَيْكَلِ قِائِلاً: تَعْرِفُونَنِي وَتَعْرِفُونَ مِنْ أَيْنَ أَنَا، وَمِنْ نَفْسِي لَمْ آتِ، بَلِ الَّذِي أَرْسَلَنِي هُوَ حَقٌّ، الَّذِي أَنْتُمْ لَسْتُمْ تَعْرِفُونَهُ.
Ἔκραξεν ; οὖν ὁ ; Ἰησοῦς διδάσκων ἐν τῷ ; ἱερῷ καὶ ; λέγων· κἀμὲ ; οἴδατε καὶ ; οἴδατε πόθεν εἰμί· καὶ ; ἀπ᾽ ἐμαυτοῦ οὐκ ἐλήλυθα, ἀλλ᾽ ὁ πέμψας ; με ἔστιν ἀληθινὸς ὃν ὑμεῖς οὐκ οἴδατε·
يوحنا 7: 33
Jhn.7.33
فَقَالَ لَهُمْ يَسُوعُ: أَنَا مَعَكُمْ زَمَانًا يَسِيرًا بَعْدُ، ثُمَّ أَمْضِي إِلَى الَّذِي أَرْسَلَنِي.
Εἶπεν ; οὖν αὐτοῖς ὁ ; Ἰησοῦς· εἰμι μεθ᾽ ; ὑμῶν χρόνον μικρὸν ἔτι καὶ ὑπάγω πρὸς τὸν πέμψαντά ; με.
يوحنا 7: 37
Jhn.7.37
وَفِي الْيَوْمِ الأَخِيرِ الْعَظِيمِ مِنَ الْعِيدِ وَقَفَ يَسُوعُ وَنَادَى قِائِلاً: إِنْ عَطِشَ أَحَدٌ فَلْيُقْبِلْ إِلَيَّ وَيَشْرَبْ.
Ἐν ; δὲ τῇ ; ἡμέρᾳ ἐσχάτῃ τῇ ; μεγάλῃ τῆς ἑορτῆς εἱστήκει ὁ ; Ἰησοῦς καὶ ; ἔκραξεν λέγων· ἐάν διψᾷ, τις ἐρχέσθω πρός ; με καὶ ; πινέτω.