ك
إصحاح
G3587
G3588. ho
G3589
المعنى المختصر للكلمة
ho: the (sometimes to be supplied, at others omitted, in English idiom)
اللفظ الأصلي
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق ho (ho)
تكرار الورود في الكتاب 1991 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها

the definite article;

المعنى والشرح المفصل

the (sometimes to be supplied, at others omitted, in English idiom)

الإنجليزية — KJV Translation Tags
the this that one he she it etc

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

(313×) τῶν (162×) οἱ (133×) τοῖς (114×) τῷ (103×) τὰ (102×) τοῦ (97×) τὸ (90×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (1991 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
لكِنَّهُمْ إِنَّمَا يَفْعَلُونَ بِكُمْ هذَا كُلَّهُ مِنْ أَجْلِ اسْمِي، لأَنَّهُمْ لاَ يَعْرِفُونَ الَّذِي أَرْسَلَنِي.
ἀλλὰ ποιήσουσιν εἰς ; ὑμῖν ταῦτα πάντα διὰ τὸ ; ὄνομά ; μου, ὅτι οὐκ οἴδασιν τὸν πέμψαντά ; με.¶
اَلَّذِي يُبْغِضُنِي يُبْغِضُ أَبِي أَيْضًا.
ἐμὲ ; μισῶν μισεῖ. τὸν ; πατέρα ; μου καὶ
وَأَمَّا الآنَ فَأَنَا مَاضٍ إِلَى الَّذِي أَرْسَلَنِي، وَلَيْسَ أَحَدٌ مِنْكُمْ يَسْأَلُنِي: أَيْنَ تَمْضِي.
δὲ νῦν ὑπάγω πρὸς τὸν πέμψαντά ; με, καὶ οὐδεὶς ἐξ ; ὑμῶν ἐρωτᾷ ; με· ποῦ ὑπάγεις;
وَأَمَّا مَتَى جَاءَ ذَاكَ، رُوحُ الْحَقِّ، فَهُوَ يُرْشِدُكُمْ إِلَى جَمِيعِ الْحَقِّ، لأَنَّهُ لاَ يَتَكَلَّمُ مِنْ نَفْسِهِ، بَلْ كُلُّ مَا يَسْمَعُ يَتَكَلَّمُ بِهِ، وَيُخْبِرُكُمْ بِأُمُورٍ آتِيَةٍ.
δὲ ὅταν ἔλθῃ ἐκεῖνος, τὸ ; πνεῦμα τῆς ; ἀληθείας, ὁδηγήσει ; ὑμᾶς εἰς πᾶσαν τὴν; ἀλήθειαν γὰρ οὐ λαλήσει ἀφ᾽ ἑαυτοῦ, ἀλλ᾽ ὅσα ἂν ἀκούσῃ λαλήσει καὶ ; ἀναγγελεῖ ; ὑμῖν. τὰ ἐρχόμενα
ذَاكَ يُمَجِّدُنِي، لأَنَّهُ يَأْخُذُ مِمَّا لِي وَيُخْبِرُكُمْ.
ἐκεῖνος ἐμὲ ; δοξάσει, ὅτι λήμψεται ἐκ ; τοῦ ἐμοῦ καὶ ; ἀναγγελεῖ ; ὑμῖν.¶
كُلُّ مَا لِلآبِ هُوَ لِي. لِهذَا قُلْتُ إِنَّهُ يَأْخُذُ مِمَّا لِي وَيُخْبِرُكُمْ.
Πάντα ὅσα ἔχει ; ὁ ; πατὴρ ἐστιν· ἐμά διὰ ; τοῦτο εἶπον ὅτι λήψεται ἐκ ; τοῦ ἐμοῦ καὶ ; ἀναγγελεῖ ; ὑμῖν.
وَكُلُّ مَا هُوَ لِي فَهُوَ لَكَ، وَمَا هُوَ لَكَ فَهُوَ لِي، وَأَنَا مُمَجَّدٌ فِيهِمْ.
καὶ ; πάντα τὰ ἐμὰ ἐστιν σά καὶ ; τὰ σὰ ἐμά· καὶ ; δεδόξασμαι ἐν ; αὐτοῖς.
وَكُلُّ مَا هُوَ لِي فَهُوَ لَكَ، وَمَا هُوَ لَكَ فَهُوَ لِي، وَأَنَا مُمَجَّدٌ فِيهِمْ.
καὶ ; πάντα τὰ ἐμὰ ἐστιν σά καὶ ; τὰ σὰ ἐμά· καὶ ; δεδόξασμαι ἐν ; αὐτοῖς.
وَلَسْتُ أَسْأَلُ مِنْ أَجْلِ هؤُلاَءِ فَقَطْ، بَلْ أَيْضًا مِنْ أَجْلِ الَّذِينَ يُؤْمِنُونَ بِي بِكَلاَمِهِمْ،
οὐ ; δὲ ἐρωτῶ περὶ τούτων μόνον ἀλλὰ καὶ περὶ τῶν πιστευσόντων εἰς ; ἐμέ· διὰ ; τοῦ ; λόγου ; αὐτῶν
فَخَرَجَ يَسُوعُ وَهُوَ عَالِمٌ بِكُلِّ مَا يَأْتِي عَلَيْهِ، وَقَالَ لَهُمْ: مَنْ تَطْلُبُونَ.
οὖν ; ἐξελθὼν Ἰησοῦς εἰδὼς πάντα τὰ ἐρχόμενα ἐπ᾽ ; αὐτὸν καὶ ; εἶπεν αὐτοῖς· τίνα ζητεῖτε;
وَمَضَوْا بِهِ إِلَى حَنَّانَ أَوَّلاً، لأَنَّهُ كَانَ حَمَا قَيَافَا الَّذِي كَانَ رَئِيسًا لِلْكَهَنَةِ فِي تِلْكَ السَّنَةِ.
καὶ ; ἀπήγαγον αὐτὸν πρὸς Ἅνναν πρῶτον· γὰρ ἦν πενθερὸς τοῦ ; Καϊάφα ὃς ἦν ἀρχιερεὺς τοῦ ἐκείνου. ἐνιαυτοῦ
وَكَانَ قَيَافَا هُوَ الَّذِي أَشَارَ عَلَى الْيَهُودِ أَنَّهُ خَيْرٌ أَنْ يَمُوتَ إِنْسَانٌ وَاحِدٌ عَنِ الشَّعْبِ.
ἦν ; δὲ Καϊάφας συμβουλεύσας τοῖς Ἰουδαίοις ὅτι συμφέρει ἀπολέσθαι ἄνθρωπον ἕνα ὑπὲρ τοῦ ; λαοῦ.¶
وَكَانَ قَيَافَا هُوَ الَّذِي أَشَارَ عَلَى الْيَهُودِ أَنَّهُ خَيْرٌ أَنْ يَمُوتَ إِنْسَانٌ وَاحِدٌ عَنِ الشَّعْبِ.
ἦν ; δὲ Καϊάφας ὁ συμβουλεύσας τοῖς Ἰουδαίοις ὅτι συμφέρει ἀπολέσθαι ἄνθρωπον ἕνα ὑπὲρ τοῦ ; λαοῦ.¶
وَكَانَ سِمْعَانُ بُطْرُسُ وَالتِّلْمِيذُ الآخَرُ يَتْبَعَانِ يَسُوعَ، وَكَانَ ذلِكَ التِّلْمِيذُ مَعْرُوفًا عِنْدَ رَئِيسِ الْكَهَنَةِ، فَدَخَلَ مَعَ يَسُوعَ إِلَى دَارِ رَئِيسِ الْكَهَنَةِ.
δὲ Σίμων Πέτρος καὶ ; ὁ ; μαθητής. ἄλλος Ἠκολούθει Ἰησοῦ δὲ ; ἦν ἐκεῖνος ὁ ; μαθητὴς γνωστὸς τῷ ἀρχιερεῖ καὶ ; συνεισῆλθεν τῷ ; Ἰησοῦ εἰς τὴν ; αὐλὴν τοῦ ; ἀρχιερέως.¶
وَأَمَّا بُطْرُسُ فَكَانَ وَاقِفًا عِنْدَ الْبَابِ خَارِجًا. فَخَرَجَ التِّلْمِيذُ الآخَرُ الَّذِي كَانَ مَعْرُوفًا عِنْدَ رَئِيسِ الْكَهَنَةِ، وَكَلَّمَ الْبَوَّابَةَ فَأَدْخَلَ بُطْرُسَ.
δὲ Ὁ ; Πέτρος εἱστήκει πρὸς τῇ ; θύρᾳ ἔξω. ἐξῆλθεν ; οὖν ὁ ; μαθητὴς ὁ ; ἄλλος ὅς ἦν γνωστὸς τῷ ἀρχιερεῖ καὶ ; εἶπεν τῇ ; θυρωρῷ καὶ ; εἰσήγαγεν τῇ ; Πέτρον.
لِمَاذَا تَسْأَلُنِي أَنَا. اِسْأَلِ الَّذِينَ قَدْ سَمِعُوا مَاذَا كَلَّمْتُهُمْ. هُوَذَا هؤُلاَءِ يَعْرِفُونَ مَاذَا قُلْتُ أَنَا.
τί ἐπερωτᾷς με Ἐπερώτησον τοὺς ἀκηκοότας τί ἐλάλησα ; αὐτοῖς. ἴδε οὗτοι οἴδασιν ἃ εἶπον ἐγώ.
وَلَمَّا قَالَ هذَا لَطَمَ يَسُوعَ وَاحِدٌ مِنَ الْخُدَّامِ كَانَ وَاقِفًا، قَائِلاً: أَهكَذَا تُجَاوِبُ رَئِيسَ الْكَهَنَةِ.
δὲ αὐτοῦ ; εἰπόντος ταῦτα ἔδωκεν ; ῥάπισμα τῷ ; Ἰησοῦ εἷς τῶν ὑπηρετῶν παρεστηκὼς εἰπών· οὕτως ἀποκρίνῃ τῷ ; ἀρχιερεῖ;
أَجَابَ يَسُوعُ: مَمْلَكَتِي لَيْسَتْ مِنْ هذَا الْعَالَمِ. لَوْ كَانَتْ مَمْلَكَتِي مِنْ هذَا الْعَالَمِ، لَكَانَ خُدَّامِي يُجَاهِدُونَ لِكَيْ لاَ أُسَلَّمَ إِلَى الْيَهُودِ. وَلكِنِ الآنَ لَيْسَتْ مَمْلَكَتِي مِنْ هُنَا.
Ἀπεκρίθη ὁ ; Ἰησοῦς· ἡ ; βασιλεία ; ἡ ; ἐμὴ οὐκ ; ἔστιν ἐκ τούτου· τοῦ ; κόσμου εἰ ἦν βασιλεία ; ἡ ; ἐμή, ἐκ τούτου τοῦ ; κόσμου ἂν οἱ ; ὑπηρέται ; οἱ ; ἐμοὶ ἠγωνίζοντο ἵνα μὴ παραδοθῶ τοῖς Ἰουδαίοις· δὲ νῦν οὐκ ἡ ; βασιλεία ; ἡ ; ἐμὴ ἔστιν ; ἐντεῦθεν.¶
فَقَالَ لَهُ بِيلاَطُسُ: أَفَأَنْتَ إِذًا مَلِكٌ. أَجَابَ يَسُوعُ: أَنْتَ تَقُولُ: إِنِّي مَلِكٌ. لِهذَا قَدْ وُلِدْتُ أَنَا، وَلِهذَا قَدْ أَتَيْتُ إِلَى الْعَالَمِ لأَشْهَدَ لِلْحَقِّ. كُلُّ مَنْ هُوَ مِنَ الْحَقِّ يَسْمَعُ صَوْتِي.
Εἶπεν ; οὖν αὐτῷ ; Πιλᾶτος· εἶ ; σύ; οὐκοῦν βασιλεὺς ἀπεκρίθη ὁ ; Ἰησοῦς· σὺ λέγεις εἰμι ; ἐγώ. βασιλεύς εἰς ; τοῦτο ἐγὼ ; γεγέννημαι ἐγὼ καὶ ; εἰς ; τοῦτο ἐλήλυθα εἰς τὸν ; κόσμον μαρτυρήσω ; ἵνα τῇ ; ἀληθείᾳ. πᾶς ὁ ὢν ἐκ τῆς ; ἀληθείας ἀκούει μου ; τῆς ; φωνῆς.¶
وَضَفَرَ الْعَسْكَرُ إِكْلِيلاً مِنْ شَوْكٍ وَوَضَعُوهُ عَلَى رَأْسِهِ، وَأَلْبَسُوهُ ثَوْبَ أُرْجُوَانٍ،
καὶ ; πλέξαντες οἱ ; στρατιῶται στέφανον ἐξ ἀκανθῶν ἐπέθηκαν τῇ αὐτοῦ ; κεφαλῇ καὶ ; περιέβαλον ; αὐτὸν ἱμάτιον πορφυροῦν
أَجَابَ يَسُوعُ: لَمْ يَكُنْ لَكَ عَلَيَّ سُلْطَانٌ الْبَتَّةَ، لَوْ لَمْ تَكُنْ قَدْ أُعْطِيتَ مِنْ فَوْقُ. لِذلِكَ الَّذِي أَسْلَمَنِي إِلَيْكَ لَهُ خَطِيَّةٌ أَعْظَمُ.
ἀπεκρίθη ; Ἰησοῦς· οὐκ εἶχες κατ᾽ ; ἐμοῦ ἐξουσίαν οὐδεμίαν, εἰ ; μὴ ἦν δεδομένον ; σοι ἄνωθεν· διὰ ; τοῦτο ὁ παραδιδούς; μέ σοι ἔχει. ἁμαρτίαν μείζονα
فَقَرَأَ هذَا الْعُنْوَانَ كَثِيرُونَ مِنَ الْيَهُودِ، لأَنَّ الْمَكَانَ الَّذِي صُلِبَ فِيهِ يَسُوعُ كَانَ قَرِيبًا مِنَ الْمَدِينَةِ. وَكَانَ مَكْتُوبًا بِالْعِبْرَانِيَّةِ وَالْيُونَانِيَّةِ وَالّلاَتِينِيَّةِ.
οὖν ; ἀνέγνωσαν τοῦτον τὸν ; τίτλον πολλοὶ τῶν Ἰουδαίων, ὅτι ὁ ; τόπος ὅπου ἐσταυρώθη ὁ ; Ἰησοῦς· ἦν ἐγγὺς τῆς ; πόλεως καὶ ; ἦν γεγραμμένον Ἑβραϊστί, Ἑλληνιστί.¶ Ῥωμαϊστί,
وَكَانَتْ وَاقِفَاتٍ عِنْدَ صَلِيبِ يَسُوعَ، أُمُّهُ، وَأُخْتُ أُمِّهِ مَرْيَمُ زَوْجَةُ كِلُوبَا، وَمَرْيَمُ الْمَجْدَلِيَّةُ.
Εἱστήκεισαν ; δὲ παρὰ τῷ ; σταυρῷ τοῦ ; Ἰησοῦ ; μήτηρ ; αὐτοῦ καὶ ; ἡ ; ἀδελφὴ τῆς ; μητρὸς ; αὐτοῦ, Μαρία ἡ τοῦ ; Κλωπᾶ καὶ ; Μαρία ἡ ; Μαγδαληνή.¶
وَكَانَ إِنَاءٌ مَوْضُوعًا مَمْلُوًّا خَّلاً، فَمَلأُوا إِسْفِنْجَةً مِنَ الْخَلِّ، وَوَضَعُوهَا عَلَى زُوفَا وَقَدَّمُوهَا إِلَى فَمِهِ.
οὖν σκεῦος ἔκειτο μεστόν. ὄξους δέ; πλήσαντες; οἱ σπόγγον ὄξους καὶ ; περιθέντες ὑσσώπῳ προσήνεγκαν ; αὐτοῦ τῷ στόματι.
وَكَانَ إِنَاءٌ مَوْضُوعًا مَمْلُوًّا خَّلاً، فَمَلأُوا إِسْفِنْجَةً مِنَ الْخَلِّ، وَوَضَعُوهَا عَلَى زُوفَا وَقَدَّمُوهَا إِلَى فَمِهِ.
οὖν σκεῦος ἔκειτο μεστόν. ὄξους δέ; πλήσαντες; οἱ σπόγγον ὄξους καὶ ; περιθέντες ὑσσώπῳ προσήνεγκαν ; αὐτοῦ τῷ στόματι.
لكِنَّ وَاحِدًا مِنَ الْعَسْكَرِ طَعَنَ جَنْبَهُ بِحَرْبَةٍ، وَلِلْوَقْتِ خَرَجَ دَمٌ وَمَاءٌ.
ἀλλ᾽ εἷς τῶν στρατιωτῶν ἔνυξεν, αὐτοῦ ; τὴν ; πλευρὰν λόγχῃ καὶ ; εὐθὺς ἐξῆλθεν αἷμα καὶ ; ὕδωρ.
وَالَّذِي عَايَنَ شَهِدَ، وَشَهَادَتُهُ حَقٌّ، وَهُوَ يَعْلَمُ أَنَّهُ يَقُولُ الْحَقَّ لِتُؤْمِنُوا أَنْتُمْ.
καὶ ; ὁ ἑωρακὼς μεμαρτύρηκεν καὶ ; αὐτοῦ ; ἡ ; μαρτυρία ἀληθινὴ ; ἐστιν καὶ ; ἐκεῖνος οἶδεν ὅτι λέγει, ἀληθῆ ἵνα ; πιστεύσητε. ὑμεῖς
ثُمَّ إِنَّ يُوسُفَ الَّذِي مِنَ الرَّامَةِ، وَهُوَ تِلْمِيذُ يَسُوعَ، وَلكِنْ خُفْيَةً لِسَبَبِ الْخَوْفِ مِنَ الْيَهُودِ، سَأَلَ بِيلاَطُسَ أَنْ يَأْخُذَ جَسَدَ يَسُوعَ، فَأَذِنَ بِيلاَطُسُ. فَجَاءَ وَأَخَذَ جَسَدَ يَسُوعَ.
Μετὰ ; δὲ ; ταῦτα ; Ἰωσὴφ ὁ ἀπὸ Ἁριμαθαίας ὢν μαθητὴς τοῦ ; Ἰησοῦ, δὲ κεκρυμμένος διὰ τὸν ; φόβον τῶν Ἰουδαίων, ἠρώτησεν τὸν ; Πιλᾶτον ἵνα ἄρῃ τὸ ; σῶμα τοῦ ; Ἰησοῦ. καὶ ; ἐπέτρεψεν ὁ ; Πιλᾶτος. ἦλθεν ; οὖν καὶ ; ἦρεν τὸ ; σῶμα τοῦ Ἰησοῦ
ثُمَّ إِنَّ يُوسُفَ الَّذِي مِنَ الرَّامَةِ، وَهُوَ تِلْمِيذُ يَسُوعَ، وَلكِنْ خُفْيَةً لِسَبَبِ الْخَوْفِ مِنَ الْيَهُودِ، سَأَلَ بِيلاَطُسَ أَنْ يَأْخُذَ جَسَدَ يَسُوعَ، فَأَذِنَ بِيلاَطُسُ. فَجَاءَ وَأَخَذَ جَسَدَ يَسُوعَ.
Μετὰ ; δὲ ; ταῦτα ὁ ; Ἰωσὴφ ὁ ἀπὸ Ἁριμαθαίας ὢν μαθητὴς τοῦ ; Ἰησοῦ, δὲ κεκρυμμένος διὰ τὸν ; φόβον τῶν Ἰουδαίων, ἠρώτησεν τὸν ; Πιλᾶτον ἵνα ἄρῃ τὸ ; σῶμα τοῦ ; Ἰησοῦ. καὶ ; ἐπέτρεψεν ὁ ; Πιλᾶτος. ἦλθεν ; οὖν καὶ ; ἦρεν τὸ ; σῶμα τοῦ Ἰησοῦ
ثُمَّ إِنَّ يُوسُفَ الَّذِي مِنَ الرَّامَةِ، وَهُوَ تِلْمِيذُ يَسُوعَ، وَلكِنْ خُفْيَةً لِسَبَبِ الْخَوْفِ مِنَ الْيَهُودِ، سَأَلَ بِيلاَطُسَ أَنْ يَأْخُذَ جَسَدَ يَسُوعَ، فَأَذِنَ بِيلاَطُسُ. فَجَاءَ وَأَخَذَ جَسَدَ يَسُوعَ.
Μετὰ ; δὲ ; ταῦτα ὁ ; Ἰωσὴφ ὁ ἀπὸ Ἁριμαθαίας ὢν μαθητὴς τοῦ ; Ἰησοῦ, δὲ κεκρυμμένος διὰ τὸν ; φόβον τῶν Ἰουδαίων, ἠρώτησεν τὸν ; Πιλᾶτον ἵνα ἄρῃ τὸ ; σῶμα τοῦ ; Ἰησοῦ. καὶ ; ἐπέτρεψεν ὁ ; Πιλᾶτος. ἦλθεν ; οὖν καὶ ; ἦρεν τὸ ; σῶμα τοῦ Ἰησοῦ